Το καλοκαίρι, η θάλασσα, οι ποιητές της θάλασσας

Written by

DSC05154

Tι είναι αλήθεια το ελληνικό καλοκαίρι πέρα από θάλασσα και μυρωδιές και ήχους και χρώματα!

Η θάλασσα

DSC01305

Το γαλανό του ουρανού με το γαλάζιο της θάλασσας

Το καλοκαίρι των ποιητών ….

Εδώ ας σταθώ. Κι ας δω κ’ εγώ την φύσι λίγο.

Θάλασσας του πρωϊού κι ανέφελου ουρανού

λαμπρά μαβιά, και κίτρινη όχθη∙ όλα

ωραία και μεγάλα φωτισμένα.

Κ. Καβάφης

Με το ηλιοβασίλεμα γλυκό να ροδίζει τη θάλασσα

1364834233370

 Oυζάκια και τσιπουράκια και ρακές πάντα με τη θάλασσα δίπλα και με τα πόδια να χώνονται στην άμμο.

  «Η θάλασσα είναι σαν τον έρωτα:

μπαίνεις και δεν ξέρεις αν θα βγεις. Πόσοι δεν έφαγαν τα νιάτα τους – μοιραίες βουτιές, θανατερές καταδύσεις, γράμπες, πηγάδια, βράχια αθέατα, ρουφήχτρες, καρχαρίες, μέδουσες. Αλίμονο αν κόψουμε τα μπάνια Μόνο και μόνο γιατί πνίγηκαν πεντέξι. Αλίμονο αν προδώσουμε τη θάλασσα Γιατί έχει τρόπους να μας καταπίνει. Η θάλασσα είναι σαν τον έρωτα: χίλιοι τη χαίρονται – ένας την πληρώνει.»

Ν. Χριστιανόπουλος

  Το φεγγάρι που  λαμπυρίζει και άλλοτε σου γνέφει αινιγματικά και άλλοτε σου κλείνει το μάτι παιχνιδιάρικα  

Το καράβι που σχίζει τα νερά

DSC04601

Οι γλάροι που πετάνε ολόγυρα

DSC01886

 Μια φέτα καρπούζι.

 Το παγωμένο υποβρύχιο το απόγευμα

Ελαιώνες κι αμπέλια μακριά ως τη θάλασσα Κόκκινες ψαρόβαρκες μακριά ως τη  θύμηση Έλυτρα χρυσά του Αυγούστου στον μεσημεριάτικο ύπνο Με φύκια ή όστρακα. Κι εκείνο το σκάφος Φρεσκοβγαλμένο, πράσινο, που διαβάζεις ακόμη στην ειρήνη τον κόλπου των νερών έχει ο Θεός.

Θυμάμαι ήταν Άπρίλης όταν ένιωθα πρώτη φορά το ανθρώπινο βάρος σου. Το ανθρώπινο σώμα σου πηλὸ κι αμαρτία Όπως την πρώτη μέρα μας στη γη. Γιόρταζαν οι αμαρυλλίδες – Μα θυμάμαι πόνεσες Ήτανε μία βαθιά δαγκωματιά στα χείλια Μία βαθιά νυχιά στὸ δέρμα κατά κει που χαράζεται παντοτινά ο χρόνος.

Σ᾿ άφησα τότες Και μία βουερή πνοή σήκωσε τ᾿ άσπρα σπίτια Τ᾿ άσπρα αισθήματα φρεσκοπλυμένα επάνω Στον ουρανὸ που φώτιζε μ᾿ ένα μειδίαμα. Τώρα θα ῾χω σιμά μου ένα λαγήνι αθάνατο νερό Θά ῾χω ένα σχήμα λευτεριάς ανέμου που κλονίζει Κι εκεῖνα τα χέρια σου όπου θα τυραννιέται ο έρωτας Κι εκείνο τὸ κοχύλι σου όπου θ᾿ αντηχεί το Αιγαίο.

Ο. Ελύτης

Τα τζιτζίκια να σου παίρνουν τα αυτιά.

Η θάλασσα, η θάλασσα, η θάλασσα!

DSC07599

  «Άλλοτε η θάλασσα μας είχε σηκώσει στα φτερά της

Μαζί της κατεβαίναμε στον ύπνο Μαζί της ψαρεύαμε τα πουλιά στον αγέρα Τις μέρες κολυμπούσαμε μέσα στις φωνές και τα χρώματα Τα βραδιά ξαπλώναμε κάτω απ’ τα δέντρα και τα σύννεφα Τις νύκτες ξυπνούσαμε για να τραγουδήσουμε Ήταν τότε ο καιρός τρικυμία χαλασμός κόσμου Και μονάχα ύστερα ησυχία Αλλά εμείς πηγαίναμε χωρίς να μας εμποδίζει κανείς Να σκορπάμε και να παίρνουμε χαρά Από τους βράχους ως τα βουνά μας οδηγούσε ο Γαλαξίας Και όταν έλειπε η θάλασσα ήταν κοντά ο θεός»

Γ. Σαραντάρης

  Ο ήχος της!

Να την ακούς καθώς ο ύπνος γέρνει γλυκά στα βλέφαρά σου.

Κοχύλια και αστερίες και ψαράκια να σου τσιμπάν τα πόδια.

Το εκκλησάκι στο βουνό!

DSC08860

Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη

Κι ένα φόρεμα κόκκινο σαν το αίμα

Βαθιά μέσ” στο χρυσάφι του καλοκαιριού

Και τ” άρωμα των γυακίνθων -

Μα που γύριζες;

Ο. Ελύτης

Ο ΕΡΩΤΑΣ