Η ταινία της ημέρας: Η αιώνια επιστροφή του Αντώνη Παρασκευά (2013)

Written by

antonis-paraskevas[1]

Σκηνοθεσία: Ελίνα Ψύκου

Σενάριο: Ελίνα Ψύκου

Παίζουν: Χρήστος Στεργιόγλου, Μαρία Καλλιμάνη, Γιώργος Σουξές

Υπόθεση: Ο Αντώνης Παρασκευάς, γνωστός παρουσιαστής της τηλεόρασης, απομονώνεται οικειοθελώς σε ένα άδειο ξενοδοχείο μέσα στο καταχείμωνο. Ο χρόνος δείχνει αδιάφορος και άπειρος για τον Αντώνη Παρασκευά μέχρι που μέσω της τηλεόρασης ανακοινώνεται η εξαφάνιση και η πιθανή απαγωγή του.

Γιατί να την δω;: Δεν θα κουραστούμε ποτέ να το λέμε και ας φτάσαμε αισίως τις 66 προτάσεις για ταινίες της ημέρας. Θα προβάλουμε το καλό ελληνικό σινεμά και δη τους νέους δημιουργούς και τις προσπάθειες τους. Όπως επίσης δεν θα βαρεθούμε ποτέ να λέμε με πείσμα και αυταπάρνηση ότι στο σινεμά όταν θέλεις να πεις κάτι το λες με εικόνες. Βάζεις τον χαρακτήρα σου να δρα και έτσι βγάζεις αυτό που νιώθει, αυτό που θέλει, τον εσωτερικό του αγώνα. Δεν τον βάζεις να πει « νιώθω μοναξιά», «πονάω», «βαρέθηκα την μίζερη ζωή μου». Αυτά ίσως να τα κάνεις στο θέατρο-που και κει πάλι το διαπραγματευόμαστε. Στο σινεμά μπορείς να πεις τα πάντα με εικόνες.

Μία τέτοια περίπτωση που καλύπτει τα δυο παραπάνω σοβαρά κριτήρια για μας είναι η ταινία της Ελίνας Ψύκου «Η αιώνια επιστροφή του Αντώνη Παρασκευά». Η Ψύκου στην πρώτη της μεγάλου μήκους ταινία μας δείχνει ότι ξέρει πολύ σινεμά. Υπογράφει η ίδια το σενάριο το οποίο θα μπορούσε να είναι μάθημα σε εργαστήρι σεναριακής γραφής. Τι κάνει λοιπόν τόσο ξεχωριστή την συγκεκριμένη ταινία;

Ας τα πάρουμε με την σειρά. Ας πούμε πρώτα για την χρήση της κάμερας. Σταθερά πλάνα εκεί που πρέπει, κάμερα στο χέρι σε άλλες στιγμές όταν ο εσωτερικός κόσμος του Αντώνη Παρασκευά ανισορροπεί. Και μην μας φαίνεται εύκολη διαδικασία αυτή. Η επιλογή αλλά κυρίως η επικοινωνία που αναπτύσσει ο σκηνοθέτης με τον θεατή μέσω των κινήσεων της κάμερας και των κάδρων είναι εξαιρετικά δύσκολη και ενδιαφέρουσα διαδικασία. Δεν ξέρουμε με τι κάμερα γυρίστηκε η ταινία αλλά διακρίναμε  (ίσως να κάνουμε και λάθος) μία χρωματική παλέτα και μία φωτογραφία κοντά στην λογική της τηλεόρασης. Προφανώς λόγο της ιστορίας και του επαγγέλματος του Παρασκευά (παρουσιαστής) είναι πολύ στοχευμενη η επιλογή και δεν έγινε από ανάγκη ούτε κατά λάθος. Αυτό που επίσης ήταν αρκετά φανερό ήταν πως στα περισσότερα πλάνα ο φωτισμός ήταν flat. Υπήρχε βάθος πεδίου, οι φακοί ήταν αρκετά ευρυγώνιοι και γενικότερα το όλο στήσιμο θύμιζε και ήταν κοντά στην λογική της τηλεόρασης. Επίσης ξεκάθαρη ήταν και η φορμαλιστική προσέγγιση η οποία αν και ιδιαίτερα δύσκολη διαδικασία και προσέγγιση εν τούτοις όταν πετυχαίνει βγαίνει κάτι εξαιρετικά ενδιαφέρον. Εδώ πέτυχε!

Η Ψύκου καταφέρνει κάτι επίσης αξιοπρόσεχτο. Καταφέρνει να εκμεταλλευτεί το μεγάλο όπλο του κινηματογραφιστή που λέγεται μοντάζ και μέσω αυτού να επαναδιαπραγματευτεί τον όρο του χρόνου στο σινεμά. Αφήνει την κάμερα να γράψει όταν ο Παρασκευάς έχει άπλετο χρόνο μπροστά του αλλά ταυτόχρονα μας δείχνει την ώρα στο ρολόι του κομοδίνου του παρουσιαστή το οποίο τον ξυπνά ακριβώς στις 4 το πρωί. Μέσα λοιπόν σε μία ταινία κάτι λιγότερο από μιάμιση ώρα, η Ψύκου κάνει μαθήματα σινεμά. Και το ιδιαίτερο στοιχείο είναι ότι η θεματολογία σχετίζεται με την τηλεόραση στην οποία τα πάντα επιτρέπονται και η κινηματογραφική λογική αφήγησης μίας ιστορίας πάει στράφι και επίσης ως γνωστόν ο τηλεοπτικός χρόνος είναι χρήμα και είναι κάτι παραπάνω από πολύτιμος.

Πανέξυπνη η γνωριμία με το παρελθόν του Παρασκευά μέσα από παλαιότερες παρουσίες του στην τηλεόραση, μέσα από τις εκπομπές του, μέσα από δελτία ειδήσεων που μιλούν γι αυτόν με μία υπερβολή και με διάχυτη την διάθεση εντυπωσιασμού, μέσα από περιοδικά που τον έχουν εξώφυλλο ή τον εμπλέκουν σε ερωτικές ιστορίες ή τον δείχνουν σε κάποιο γκαλά, μέσα δηλαδή από καθετί επιφανειακό που το μόνο που γνωρίζει από τον Αντώνη Παρασκευά είναι η εικόνα του. Γιατί αν κάποιος ισχυριστεί ότι γνωρίζει κάποιον διάσημο επειδή τον τρώει στην μάπα τρεις ώρες την ημέρα, τότε μάλλον έχει γίνει κι αυτός θύμα του εφήμερου και του επιφανειακού.

Πάμε τώρα στην ιστορία αυτή καθ’ αυτή. Γιατί τι θα ταν το σινεμά αν δεν είχε κάτι να μας πει; Αν δεν είχε να διηγηθεί μία ιστορία που θα λέει κάτι, που κάποιος θα δρα και θα περνά εμπόδια; Τι θα ΄ταν μία ταινία που δεν θα περνούσε μηνύματα, που δεν θα έγειρε προβληματισμούς, που δεν θα πυροδοτούσε συζητήσεις και δεν θα έβαζε ερωτήματα; Άλλωστε όλα τα παραπάνω είναι βασικά κριτήρια για να θεωρηθεί (απ’ τον καθένα ξεχωριστά) μία ταινία ως καλή ή ως κακή. Η συγκεκριμένη ταινία έχει πολλά να μας πει γι αυτό και είναι καλή, πολύ καλή. Και τι μας λέει; Μας μιλά για έναν άνθρωπο σαν εμάς. Η μόνη του διαφορά είναι πως είναι τηλεπαρουσιαστής ενός μεγάλου καναλιού και είναι διάσημος. Εξώφυλλο σε περιοδικά, άντρας της χρονιάς, επιτυχημένος, με χρέη. Όλα όσα πρέπει να έχει κάποιος για να κρατά τα μίντια σε εγρήγορση και να ασχολούνται μαζί του. Ο Παρασκευάς λοιπόν εθίζεται από τα φώτα, την προβολή, την δόξα και θέλει κι άλλη μέχρι να φτάσει η τηλεθέαση 80%! Μέχρι να μιλά όλη η Ελλάδα γι αυτόν. Να είναι στο επίκεντρο, να δοξάζεται, να μην έχει αντίπαλο. Μέχρι τότε, θα παραμένει πιστός στο σχέδιο της σκηνοθετημένης απαγωγής του και θα είναι ένας άνθρωπος χωρίς ταυτότητα. Ένας άνθρωπος που κανείς δεν ασχολείται μαζί του, κανείς δεν του μιλά. Θα τρέφεται με μακαρόνια, θα μιλά σε μία κάμερα μόνος του –αδύνατον να ξεφύγει από τον φακό- θα χέζει, θα βλέπει τηλεόραση, θα περπατά. Θα κάνει ό,τι κάνει όλος ο κόσμος. Μέχρι να φτάσει λοιπόν στα ουράνια της δημοφιλίας και της δόξας θα είναι ένα τίποτα- με όρους πάντα τηλεοπτικούς.

Έτσι είμαστε λοιπόν όλοι. Άγνωστοι μεταξύ αγνώστων, μόνοι, ναυαγοί που ψάχνουν νόημα στην άγρια θάλασσα της ζωής. Τρώμε με τον ίδιο τρόπο, χέζουμε με τον ίδιο τρόπο, κλαίμε, ουρλιάζουμε, κοιμόμαστε, κάνουμε μπάνιο, συγυρίζουμε, μιλάμε όλοι με τον ίδιο περίπου τρόπο. Απλά μερικοί από μας έχουν την ψευδαίσθηση ότι μέσω της τηλεόρασης μπορούμε να φανούμε και κάπως διαφορετικοί. Και αν κάποιος πει σ αυτόν τον πέρα για πέρα ανειλικρινή χώρο δύσκολα να μπορέσει να βγει και δύσκολα θα μπορέσει να απεξαρτηθεί από την αναγνώριση, την δόξα, τα φώτα. Θα κόψει μέχρι και το δάκτυλο του- τι λέμε; μέχρι και θα σκοτώσει- για να ασχολούνται μαζί του! Και όλα αυτά για λίγο χρόνο προβολής, ασήμαντο μπροστά στον αστρικό χρόνο, μπροστά στο αιώνιο. Όλα αυτά για λίγη προβολή σε ένα μέσο που το γεμίζει το ψέμα, το μπουκώνει το ακαλαίσθητο και το πνίγει η κακογουστιά. Όποτε ας φωνάξουμε με ένα στόμα, μια φωνή αυτό που κρύβουμε βαθιά στο σνομπ λαρύγγι μας και ας χτυπήσουμε με μιας το κουτί που δείχνει Σουλεϊμάν και άλλα συναφή: Ζήτω το ελληνικό σινεμά! Ζήτω!