Εποχή των παγετώνων – σκέψεις μια νύχτα του μεσοκαλόκαιρου –

Written by

midnight

Ιούλιος του 2013,και επικρατεί παντού καύσωνας. Άραγε, είμαι σε μια εποχή που νιώθω την ανάγκη να λογοδοτήσω για το παρόν, ή , απλώς να σκουπίσω τον ιδρώτα του προσώπου μου λίγο πριν τεμαχίσω το καρπούζι που βρίσκεται μπροστά μου ; Ο σαιξπηρικός Άμλετ θα απαντούσε: Ώ καρδιά μου, να μη χάσεις / την ανθρωπιά σου. Μες στο στέρεο τούτο στήθος / να μην αφήσεις να μπει Νέρωνα ψυχή . Χάνοντας την αίσθηση του υπέρ το δέον και έχοντας οδηγηθεί σε μια συγκατοίκηση ρουτίνας, πιάνω τον εαυτό μου να λειτουργεί με την λογική της ‘’σαλάτας’’ : συναναστρέφομαι με επίσημους και με ανεπίσημους ανθρώπους, πίνω θρεπτικά αλλά και ανθυγιεινά ροφήματα, εκτελώ αξιόλογες μα και παρακμιακές συνήθειες, κ.τ.λ. · με άλλα λόγια, κάθε μέρα ασχολούμαι με πράγματα ουσιώδη αλλά και με επουσιώδη, σε ένα κοινώς αποδεκτό και έγκυρο αμάλγαμα. Στερημένος από μερίδες χειροπιαστής και βρώσιμης πραγματικότητας, τη στιγμή που ο μοναδικός νταλκάς που ̓χω αφορά το ποιος θα μου κάνει like στο facebook, νιώθω τη ζωή μου να γίνεται αναιμικά αθέατη και αυστηρά κωδικοποιημένη – τουτέστιν , κακοποιημένη – αδυνατώντας να μετατρέψει την όποια οδύνη σε δυναμική εγκαρδιότητα. Αυτό έχει ως συνέπεια η ζωή μου να μοιάζει με την κόψη μιας λεπίδας: απ̓ την μια είναι η κόλαση, απ̓ την άλλη και πάλι η κόλαση · κι ανάμεσα τους περνά ο δρόμος της ζωής μου.

Τα όνειρα μου, κυκλοφορώντας από δω και από κει σαν κατσαριδούλες του Δημοσίου, συγκρούονται πλαγιομετωπικά με τις σχέσεις μου · οι αναδυόμενοι καπνοί κρύβουν μια βαθύτατη σήψη, μια σήψη που έχει να κάνει πιο πολύ με αδιαφορία, παρά με ανεκτικότητα. Τούτος ο νόμος της αδιαφορίας είναι που καθορίζει τα πάντα, γι ̓ αυτό και το τζίνι του λυχναριού υπακούει αυτόν που το κρατά. Κι όσον αφορά τον εσώτερο κόσμο του πνεύματος, υποψιάζομαι πως ισχύει αυτό που λέει ο Κίρκεγκωρ, ότι δηλαδή μόνο αυτός που τραβά το μαχαίρι κερδίζει τον Ισαάκ. Αντ ̓ αυτού, στην δική μου ‘’άνευ Ισαάκ πραγματικότητα’’, την πρωτοκαθεδρία καταλαμβάνει η ‘’από τηλεοράσεως πραγματικότητα’’, η πλέον αρμόζουσα στο να επιβεβαιώσει την ύπαρξη ή όχι του όποιου πνεύματος. Διαισθάνομαι το εξής: από μικρό υπόλοιπο, το υποχθόνιο ‘’μη-ποιοτικό’’ (στοιχείο της ζωής) αρχίζει να κυριαρχεί πάνω σε όλα, φέρνοντας στο νου μου την καστοριαδική άνοδο της ασημαντότητας · ενώ το ‘’ποιοτικό’’, σιωπηλό και διακριτικό, κάνει περίπλοκους ελιγμούς για να αποφύγει τη θορυβώδη επιθετικότητα του ‘’μη-ποιοτικού’’. Διαπιστώνω piano piano πως δεν αντέχω άλλο να βλέπω τα σημάδια της ήττας στο πρόσωπο του άλλου και στο δικό μου. Όταν η αθλιότητα γιγαντώνεται , η βία και η βλακεία βρίσκουν αδιέξοδο όπου μπορούν, επιτρέποντας να διασταλεί μέσα μου ένα λανθάνον κακό, το οποίο τείνει να γίνει συλλογικό πεπρωμένο : σκιαγραφείται sub aliqua ratione η εικόνα του Μέγα Κτήνους που είχε η Simon Weil για την κοινωνία.

Συχνά-πυκνά πηγαίνω στην πλατεία του ελεύθερου κόσμου και κει βρίσκω να ποζάρουν , με διάφορα ψευδώνυμα, κάποιες δαπανηρές ψευδαισθήσεις, οι οποίες είναι τόσο ύπουλες που, σε ανύποπτο χρόνο, καταφέρνουν να γεμίσουν την γλώσσα μου με λάσπη. Να την καταπιώ ή να την φτύσω ; Όπως λέει και ο γερο-Beckett, ένα είναι το φάρμακο: να γυροφέρνω την γλώσσα μέσα στο στόμα, ώστε να μάθω αν είναι θρεπτική και ποιες οι προοπτικές! Γεγονός είναι πως δεν κινούμαι ποιητικά , μια και η φαντασία μου έπαψε να τρέφεται από την ακριβή παρατήρηση και την φυσική ανακάλυψη, με αποτέλεσμα να γεύεται αποκλειστικά με ’’ένδεια’’. Ίσως αυτό που χρειάζομαι είναι να βρω ένα μέρος όπου είναι αδύνατο να σαπίσω. Πάντως αρχίζω να αναγνωρίζω τα όρια μου, κι αν προχωρήσω και στο να τα αποδεχτώ, πιθανόν να γίνω αληθινά ελεύθερος, κρατώντας φυσικά απόσταση από κείνη την διαολεμένα συμβατική, πεζή και (τάχα μου) παντογνώστρια βεβαιότητα που κατασκοπεύει το κάθε μου βήμα. Μήπως δεν έχω ‹‹ δοκιμαστεί αρκετά στις παγωμένες ίνες της Ύπαρξης ›› ; Προς το παρόν, γνωρίζω πως διαθέτω μια μοναχική – δηλαδή απαίδευτη – καρδιά, έτσι κατάντησα να γίνω ‘’τουρίστας του πάθους’’: ένα ανθρωπόμορφο πλάσμα που λησμονεί ότι ο άνθρωπος αξίζει περισσότερο να τον θαυμάζεις παρά να τον περιφρονείς., κι ας είναι ο φόνος ενός ανθρώπου τόσο καθημερινός όσο κι αυτός μιας μύγας. Για να απαρνηθώ την παραπάνω πραγματικότητα, χρειάζεται τόλμη · όμως για να την κατανοήσω χρειάζεται παράλογη τόλμη , μια τόλμη επομένως που όχι μόνο να διαθέτει – στον μέγιστο βαθμό – επιμονή, θέληση κι ένταση, αλλά και να μπορεί να αποβλέπει σε ένα ‘’μετά’’, σε έναν ορίζοντα προσβάσιμο, με όλες τις δυνάμεις που μπορώ να συγκεντρώσω.

Εν μέσω καύσωνα λοιπόν, κι ενώ η εποχή μου είτε χάνεται τραγικά είτε συνεχίζει κωμικά, μια μελετημένη ψυχρότητα (σε βαθμό πολικού ψύχους) διαχέεται μέσα μου σαν μετάσταση, οπότε αχνοσβήνει η όποια θέρμη μπορεί να αναδυθεί. Τα συμπτώματα όχι πολλά, παρά μόνο ένα : αναπνέω και ζω υπολογιστικά σαν επενδυτής, κι όχι σαν ιππότης που μετατρέπει τις συγκινήσεις σε γεγονότα ,και το αντίστροφο. Όσο παραμένω αμετακίνητα κολλημένος σε ένα παρόν που είναι πλήρως αποκαθαρμένο από συγκινήσεις και γεγονότα, τόσο η μεταμόρφωσή μου προχωρά αργά και σταθερά – μεταξύ αλαζονείας και μελαγχολίας – μέχρις ότου να ολοκληρωθεί και γίνω εντέλει ένα ελεύθερο ηλεκτρόνιο που αμφιταλαντεύεται σε ένα περιβάλλον αμιγώς προκαρυωτικό (δηλ. χωρίς πυρήνα, εξελικτικά παρωχημένο). Δεν χωρά αμφιβολία: η πραγματικότητα θα αρχίσει να αποκτά ενδιαφέρον , μόλις αρχίσω εγώ να υπάρχω μέσα σε αυτήν · και μάλιστα, όταν θα βρω την παρρησία να δηλώνω σαν τον Φουκώ πως ‘’έχω τη διάθεση να ξαναζήσω τον σημερινό κόσμο όσες φορές θέλετε’’. Ως εκ τούτου, αφού δεν μπορώ να αφομοιώσω τα σκληροπύρηνα κουκούτσια της πραγματικότητας που καλείται ‘’ζωή’’, προτιμώ να ασχοληθώ με τα κουκούτσια του καρπουζιού που ̓χω μπροστά μου αυτή τη στιγμή – νά, η δική μου ομολογία πίστεως! Άλλωστε, πάει καιρός που ακολουθώ με ευλάβεια την δίαιτα του Άμλετ, αυτή που ο ίδιος αποκαλεί ως ‘’δίαιτα του χαμαιλέοντα’’: τρώω αέρα με κρέμα ελπίδες. Και συνεχίζω να δανείζω την φωνή μου en plein air στον σαιξπηρικό ήρωα: Τι είναι ο άνθρωπος, /αν μόνη του ευτυχία και απασχόληση έχει / φαΐ και ύπνο ; Είναι ένα κτήνος, τίποτα άλλο.

[1] Σιγά σιγά

[2] Κατά κάποιον τρόπο

[3] Gregory J.Markopoulos, Βουστροφηδόν και άλλα γραπτά, Άγρα 2004, σελ.105

[4] Με κάθε άνεση

cityculture.gr γράφει ο  ζΙΩΓΑΣ αΠΟΣΤΟΛΟΣ
βιολόγος – τελειοφ.φοιτητής τμημ,Θεολογίας ΑΠΘ


Σας αρέσει η σελίδα μας; Κάντε Like!