Φερνάντο Πεσσόα, Η ώρα του Διαβόλου (απόσπασμα)

Written by

ora-tou-diabolou

…«Πώς είναι δυνατόν να υποστηρίζουμε κάτι και ταυτόχρονα να το αρνούμαστε;»

«Είναι ο νόμος της ζωής, καλή μου κυρία. Το σώμα ζει γιατί αποσυντίθεται, όχι όμως εντελώς. Αν δεν αποσυντίθετο ανά πάσα στιγμή, θα ήταν ορυκτό. Η ψυχή ζει γιατί βρίσκεται συνεχώς υπό το κράτος του πειρασμού, παρότι ανθίσταται. Οτιδήποτε ζει εναντιώνεται σε κάτι. Και εγώ είμαι αυτός προς τον οποίο εναντιώνονται τα πάντα. Αλλά, αν δεν υπήρχα, τίποτα δεν θα υπήρχε, γιατί δεν θα υπήρχε κάτι στο οποίο να εναντιωθεί κανείς, όπως το περιστέρι του μαθητή μου του Καντ, το οποίο επειδή πετάει εύκολα στον ελαφρύ αέρα, θεωρεί ότι θα μπορούσε να πετάξει καλύτερα στο κενό».

«Η μουσική, το σεληνόφως και τα όνειρα είναι τα μαγικά όπλα. Ωστόσο ως μουσική δεν πρέπει να νοείται μόνον η μουσική που παίζεται, αλλά κι εκείνη που δεν θα παιχθεί ποτέ. Ούτε και ως σεληνόφως πρέπει να νοείται αυτό που προέρχεται από τη σελήνη και κάνει τα δέντρα να φαίνονται μεγαλύτερα. Υπάρχει κι άλλο σεληνόφως, που δεν το εξουδετερώνει ούτε και ο ίδιος ο ήλιος, και σκοτεινιάζει καταμεσήμερο αυτό που τα πράγματα παριστάνουν ότι είναι. Μόνο τα όνειρα είναι πάντοτε αυτό που είναι. Είναι εκείνο το μέρος του εαυτού μας όπου γεννηθήκαμε και όπου είμαστε πάντοτε εμείς, ο εαυτός μας».

«Αλλά, αν ο κόσμος είναι δράση, πώς γίνεται και το όνειρο αποτελεί μέρος του κόσμου;»

«Είναι γιατί το όνειρο, καλή μου κυρία, είναι δράση που έγινε ιδέα, και γι” αυτόν το λόγο διατηρεί τη δύναμη του κόσμου απορρίπτοντας την ύλη, δηλαδή το να υπάρχει κανείς μέσα στο χώρο. Μήπως δεν είναι αλήθεια ότι μέσα στο όνειρο είμαστε ελεύθεροι;»

«Ναι, και τι θλίψη να ξυπνάει κανείς…»

«Ο καλός ονειροπόλος δεν ξυπνά. Δεν ξύπνησα ποτέ. Ο ίδιος ο Θεός πιστεύω πως κοιμάται διαρκώς. Μου το είπε κάποτε…».

Εκείνη τον κοίταξε αναρριγώντας και ξαφνικά ένιωσε φόβο, ένα συναίσθημα από τα κατάβαθα της ψυχής της που ποτέ της δεν είχε δοκιμάσει.

«Μα επιτέλους, ποιος είστε; Γιατί είστε έτσι μεταμφιεσμένος;»

«Θα απαντήσω με μία μόνο απάντηση και στις δύο σας ερωτήσεις. Δεν είμαι μεταμφιεσμένος».

«Πώς;»

«Καλή μου κυρία, είμαι ο Διάβολος. Ναι, είμαι ο Διάβολος. Αλλά μη με φοβάστε, μην τρομάζετε».

Και με μια τρομαγμένη ματιά, στην οποία κρυφόκαιγε μια πρωτόγνωρη ηδονή, εκείνη αναγνώρισε ξαφνικά πως ήταν αλήθεια.

«Είμαι πράγματι ο Διάβολος. Μην τρομάζετε, γιατί είμαι στ” αλήθεια ο Διάβολος, και γι” αυτό δεν κάνω κακό. Ορισμένοι μιμητές μου, στη γη και πάνω από τη γη, είναι επικίνδυνοι, όπως όλοι οι αντιγραφείς, γιατί δεν γνωρίζουν το μυστικό της ύπαρξής μου. Ο Σαίξπηρ, τον οποίο ενέπνευσα πολλές φορές, μου απένειμε δικαιοσύνη. Λέει ότι είμαι κύριος. Γι” αυτό ησυχάστε. Είστε με καλή παρέα. Είμαι ανίκανος να προφέρω μια λέξη, να κάνω μια χειρονομία που θα πρόσβαλλε μια κυρία. Ακόμη κι αν δεν μου το υπαγόρευε η ίδια μου η φύση, θα μου το επέβαλλε ο Σαίξπηρ. Αλλά, πραγματικά, δεν είναι απαραίτητο.

»Υπάρχω από την αρχή του κόσμου και ήμουν ανέκαθεν είρων. Αλλά, όπως θα γνωρίζετε, όλοι οι είρωνες είναι ακίνδυνοι, εκτός κι αν θέλουν να χρησιμοποιήσουν την ειρωνεία για να υπαινιχθούν κάποια αλήθεια. Εγώ ποτέ μου δεν ισχυρίστηκα ότι θα πω την αλήθεια σε κανέναν – αφενός γιατί δεν χρησίμευε σε τίποτα, και αφετέρου γιατί δεν τη γνωρίζω. Κι ούτε ο μεγαλύτερος αδελφός μου, ο παντοδύναμος Θεός, πιστεύω πως τη γνωρίζει. Αλλά αυτά είναι οικογενειακές υποθέσεις.

»Ισως δεν ξέρετε γιατί σας έφερα εδώ, σ” αυτό το ταξίδι που δεν έχει πραγματικό προορισμό ούτε συγκεκριμένο σκοπό. Δεν είναι, όπως ίσως νομίσατε, για να σας βιάσω ή να σας αποπλανήσω. Αυτά συμβαίνουν στη γη, μεταξύ των ζώων, συμπεριλαμβανομένων και των ανθρώπων, και φαίνεται ότι προσφέρουν ηδονή ακόμη και στα θύματα, απ” ό,τι με πληροφορούν από εκεί κάτω.

»Αλλωστε θα μου ήταν αδύνατο. Αυτά τα πράγματα συμβαίνουν στη γη γιατί οι άνθρωποι είναι ζώα. Είναι αδιανόητα για τη δική μου κοινωνική θέση στο σύμπαν – όχι γιατί η ηθική είναι καλύτερη, αλλά γιατί εμείς οι άγγελοι δεν έχουμε φύλο. Και αυτό αποτελεί, τουλάχιστον στην περίπτωσή μου, τη μεγαλύτερη εγγύηση. Μπορείτε συνεπώς να είστε ήσυχη, θα επιδείξω σεβασμό. Γνωρίζω ότι υπάρχουν δευτερεύουσες και ανώφελες ασέβειες, όπως αυτές των συγχρόνων μυθιστοριογράφων και των γηρατειών. Αλλά ακόμη κι αυτές δεν μπορώ να τις διαπράξω, γιατί η έλλειψη φύλου σ” εμάς υπάρχει από απαρχής κόσμου και ποτέ δεν με απασχόλησαν αυτά τα θέματα. Λένε ότι πολλές μάγισσες είχαν πάρε-δώσε μαζί μου, αλλά είναι ψέματα. Ισως όμως και να μην είναι ψέματα. Ισως όμως και να μην είναι ψέματα γιατί αυτός με τον οποίο είχαν πάρε-δώσε ήταν η φαντασία τους, που, κατά κάποιον τρόπο, είμαι εγώ.

»Μείνετε το λοιπόν ήσυχη. Διαφθείρω, είναι βέβαιο, γιατί κάνω τους άλλους να φαντάζονται. Αλλά ο Θεός είναι χειρότερος, κατά μία έννοια τουλάχιστον, γιατί έπλασε το φθαρτό σώμα, το οποίο από αισθητική άποψη είναι πολύ κατώτερο. Τα όνειρα τουλάχιστον δεν σαπίζουν. Παρέρχονται. Δεν είναι καλύτερα έτσι;»

Απόσπασμα από το βιβλίο:  Η ώρα του Διαβόλου

Η ώρα του διαβόλουΗ ώρα του διαβόλου
Διήγημα
Φερνάντο Πεσσόα
μετάφραση: Μαρία Παπαδήμα
εικονογράφηση: Πάολο Γκέτσι
Νεφέλη, 2011
67 σελ.
ISBN 978-960-504-018-5, 
Τιμή € 11,00

Ο Φερνάντο Πεσσόα (Fernando António Nogueira de Seabra Pessôa) ήταν Πορτογάλος ποιητής και συγγραφέας. Γεννήθηκε στη Λισαβώνα το 1888.

Χάνει νωρίς τον πατέρα του. Γρήγορα η μητέρα του ξαναπαντρεύεται με έναν διπλωμάτη που διορίζεται στο Ντέρμπαν της Νότιας Αφρικής. Η οικογένεια τον ακολουθεί και έτσι ο Πεσσόα θα αρχίσει και θα ολοκληρώσει τις σπουδές του στην αγγλική γλώσσα και θα αποκτήσει μια στέρεη αγγλική λογοτεχνική παιδεία.

Το 1903 μπήκε πρώτος στο πανεπιστήμιο του Κεηπ Τάουν, κερδίζοντας και το Βραβείο της Βασίλισσας Βικτωρίας για την αγγλική γλώσσα.

Το 1905 επέστρεψε στην Πορτογαλία, και μετά από μια αποτυχημένη απόπειρα να σπουδάσει φιλολογία στη Λισαβώνα, εγκατέλειψε τις σπουδές του και μπήκε στο εμπορικό κύκλωμα για να εξασφαλίσει τα προς το ζην. Αντιπρόσωπος διάφορων εμπορικών οίκων στη Λισαβώνα, έζησε μια ζωή εργένης, συγκατοικώντας αρχικά με τη θεία του, και αργότερα με την ετεροθαλή αδελφή του.

Σε ηλικία δεκαεπτά ετών επιστρέφει στη Λισαβώνα, που δεν θα την εγκαταλείψει ποτέ. Διαλέγει το επάγγελμα του συντάκτη-μεταφραστή και αναλαμβάνει την εμπορική αλληλογραφία μερικών οίκων της εμπορικής Κάτω Πόλης της Λισαβώνας, εργασία με πενιχρές αποδοχές, που όμως τον απαλλάσσει από τις δεσμεύσεις του ωραρίου και του συγκεκριμένου χώρου.

Το μεγαλύτερο μέρος του σπουδαίου έργου του έμεινε αδημοσίευτο ως το θάνατο του, 30 Νοεμβρίου 1935. Ως τότε, ο Πεσσόα είχε δημοσιεύσει το πρώτο του βιβλίο στα Πορτογαλικά, με τίτλο Mensagem, δύο πλακέτες με αγγλικά ποιήματα -γιατί ο Πεσσόα ήταν δίγλωσσος και έγραφε με μεγάλη άνεση στην αγγλική γλώσσα- καθώς και μερικά λογοτεχνικά και πολιτικά μανιφέστα. Ήταν επίσης γνωστός ως εκδότης της επιθεώρησης Athena (1924-25), και ως συνεργάτης σε διάφορα πρωτοποριακά έντυπα, και κυρίως στο Orpheu (1915), όργανο του μοντερνιστικού κινήματος.

Μετά το θάνατο του (από κολικό του νεφρού), τα άπαντα του εκδόθηκαν σε οκτώ τόμους, υπογραμμένα με τα διάφορα ψευδώνυμα που χρησιμοποιούσε κατά καιρούς ο Πεσσόα και που, όπως έλεγε, εξέφραζαν τις διάφορες προσωπικότητες που συνυπήρχαν μέσα του: του «Αλβέρτο Καρέιρο», του «Αλβάρο δε Κάμπος» και του «Ρικάρδο Ρέις»“.

Είναι δυνατό να είναι κάποιος συγχρόνως πλούσιος και δαιμόνιος τραπεζίτης κι ένας ολοκληρωμένος αναρχικός που πολεμά για την απελευθέρωση της κοινωνίας; Σύμφωνα με τον Πεσσόα, ναι.

cityculture.gr / γράφει ο Πέτρος Γραμμενίδης

 


Σας αρέσει η σελίδα μας; Κάντε Like!