Παρακλαυσίθυρον άσμα

Written by

kampanisss

Άσμα πάθους πλήρες αδόμενον υπό του εραστού παρά την θύραν της ερωμένης του.

Το παρόν αφιερώνεται σε έναν από τους μεγαλύτερους νεοέλληνες ερωτικούς ποιητές, τον φίλο μου Γιώργο Χρονά

Το Παρακλαυσίθυρον είναι άσμα ερωτικής εγκατάλειψης, το οποίο συναντάμε για πρώτη φορά σε αρχαία ελληνικά ελεγειακά ποιήματα ή επιγράμματα, όπου ο εραστής «κλαίει παρά την θύρα» (κλαίει μπροστά στην πόρτα) της αγαπημένης ή του αγαπημένου του, η (ο) οποία (ος) τον απορρίπτει ή τον έχει απορρίψει και αυτός προσπαθεί να της (του) αλλάξει γνώμη.

Παρόλο που οι αναφορές που έχουμε για τα άσματα αυτού του είδους είναι πολλές, εντούτοις τα σωζόμενα παραδείγματα είναι λίγα.

Το Παρακλαυσίθυρον απαντά για πρώτη φορά στον Αλκαίο από την Μυτιλήνη (απόσπασμα 374: «Δέξου με τον τραγουδιστή, παρακαλώ σε, δέξου με, παρακαλώ») και σε μεγαλύτερη κλίμακα στις Εκκλησιάζουσες του Αριστοφάνη και στα Ειδύλλια του Θεόκριτου.

Αριστοφάνης, (Εκκλ. 952κ.εξ.):

*Θα περάσεις, μα τον Δία, έστω και κλαίγοντας.

Γιατί δεν είναι πια ο Χαριξένης εδώ.

Έχουμε νόμους τώρα, και σύμφωνα με αυτούς θα πάμε αγόρι μου.

Αλλά ας κρυφτώ λίγο ακόμα να δω τι θα κάνει.

Ας θέλουν οι θεοί να πάω μόνο με την όμορφη!

Στην οποία ήρθα γιατί την θέλω από παλιά!

Τη γέλασα την καταραμένη γριά

Νόμισε ότι θα μείνω μέσα.

Αχ αχ, να τος αυτός είναι! Αυτός που περίμενα!

Εδώ. Εδώ έλα.

Έλα γλυκιέ μου

έλα και γείρε πάνω μου

να ομορφύνεις τη νύχτα μου!

Τρέμω από τον πόθο!

Αχ αυτά τα μαλλιά σου! Τι όμορφα!

Ανάβει μέσα μου μεγάλος πόθος!

Σε ικετεύω Έρωτα,

τρέξε και κάνε τον να έρθει σε μένα.

Έλα, έλα!

Τρέξε και άνοιξε την πόρτα σου!

Έλα!

Αν δεν το κάνεις, θα πέσω εδώ και θα πλαγιάσω.

Θέλω να βρίσκομαι μαζί σου

καλή μου.

Έρωτα, αχ με τρελαίνεις γι” αυτήν.

Φέρε την μου, κάνε την να έρθει σε μένα.

Τα λόγια που λες ανάβουν τον μεγάλο μου πόθο!

Δεν τον ημερεύουν. Σε παρακαλώ γλυκιέ μου.

Έλα και φίλα με.

Για σένα πονάω.

Ω, χρυσή μου έγνοια, βλαστάρι της Κύπριδας,

μέλισσα Μούσας – θρέμμα της Χάρης.

Γλυκό πρόσωπο.

Άνοιξε και πάρε με.

Για σένα πονώ.

Θεόκριτος, (Ειδύλλια 3.23)

*Ένας άντρας δοσμένος στα φίλτρα του έρωτα πόθησε έναν άσπλαχνο έφηβο, στην όψη όμορφο, μα οι τρόποι του καθόλου τέτοιοι.

Μισούσε αυτόν που τον ποθούσε και μιά δεν είχε τρυφερότητα για αυτόν ούτε ήξερε ο Έρωτας ποιος ήτανε θεός, πόσο μεγάλα τόξα στα χέρια του κρατάει, πως πικρά τα βέλη του μπήγει στην καρδιάʹ σε όλα του,και λόγια και κουβέντες, άκαμπτος

Ούτε καμιά της φλόγας παρηγοριά ούτε ένα τρέμισμα στα χείλη ούτε στα μάτια

λαμπερή φωτιά ούτε ρόδα στα μάγουλα ούτε λόγος ούτε φιλί που ανακουφίζει τον έρωτα.

Όπως το αγρίμι του βουνού τους κυνηγούς λοξοκοιτάζει, έτσι [έβλεπε τον εραστή]

άγρια τα χείλη του, το βλέμμα τρομερό […] με τη χολή το πρόσωπο του άλλαζε, το χρώμα του έχανε με το θρασύ θυμό

Αλλά και έτσι ήταν όμορφος, με την οργή του ερέθιζε μάλλον τους εραστές.

Τέλος δεν άντεξε τόση τη φλόγα της Κυθέρειας, αλλά πήγε και έκλαψε στο ανελέητο σπίτι, φίλησε το κατώφλι και τέτοια ύψωσε φωνή:

«Άγριο και άσπλαχνο αγόρι, θρέμμα άγριας λέαινας, πέτρινε στην καρδιά, ανάξιε του έρωτα μου, τα δώρα τούτα τα έσχατα ήρθα να σου προσφέρω,

τον βρόχο μου γιατί πια, αγόρι μου, δε θέλω με την παρουσία μου να σε θλίβω, αλλά βαδίζω το δρόμο που εσύ με καταδίκασες να πάρω, όπου ‐ λένε‐ κοινό για την αρρώστεια των ερωτευμένων είναι φάρμακο, όπου η λήθη είναι.

Αλλά, ακόμα και όλο να το πάρω μέχρι τέλους να το ρουφήξω, ούτε και έτσι θα σβήσω τον πόθο μου.

Τώρα μόλις να χαίρομαι αρχίζω στην πόρτα τη δική σου.

Ξέρω το μέλλον.

Και το ρόδο όμορφο και ο χρόνος το μαραίνει και τα όμορφα την άνοιξη και γρήγορα γερνάνε [ λευκό είναι το κρίνο, μαραίνεται σαν πέσειʹ και το χιόνι λευκό και λιώνει όταν…] και η ομορφιά όμορφη είναι η παιδική, όμως δε ζει πολύ.

Θαʹρθει ο καιρός εκείνος όταν και εσύ θα αγαπήσεις, όταν στην καρδιά ψημένος,

πικρά θα κλάψεις.

Όμως εσύ, αγόρι μου, αυτό το ύστατο κάνε μου χατίριʹ όταν βγεις έξω και κρεμασμένο στα πρόθυρα τα δικά σου δεις τον δυστυχισμένο, μη με προσπεράσεις,

στάσου και κλάψε με μια στάλα, το δάκρυ σου δίνοντας σπονδή λύσε με από το σκοινί και ντύσε με από τα μέλη σου φορέματα και κρύψε με,για τελευταία φορά ύστατο δος μου φιλί.

Αν και νεκρό, χάρισε μου τα χείλη σου.

Μη με φοβηθείςʹ να σε βλάψω δεν μπορώʹ θα απαλλαγείς με ένα φιλί.

Χώμα σκάψε για μένα, τον έρωτα μου για να θάψει, και πριν φύγεις, αυτό τρις φώναξε μουʹ ʺΑγαπημένε, είσαι νεκρόςʹ ʺ αν θέλεις πάλι και αυτό, ʺΧάθηκε ο όμορφος μου σύντροφος.

ʺ Γράψε και αυτή την επιγραφή που στους τοίχους σου χαράζω:

ΤΟΥΤΟΝ Ο ΕΡΩΤΑΣ ΣΚΟΤΩΣΕʹ ΟΔΟΙΠΟΡΕ,

ΜΗΝ ΠΡΟΣΠΕΡΑΣΕΙΣ

ΣΤΑΣΟΥ ΚΑΙ ΠΕΣ ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΤΟΥΤΑ:

ʺΑΚΑΡΔΟ ΕΙΧΕ ΣΥΝΤΡΟΦΟʺ.

Αυτά είπε και σήκωσε μια πέτρα και την έβαλε στην πόρτα από όπου κρεμάστηκε πέτρα φοβερή, από αυτήν έδεσε λεπτό σχοινί, το βρόχο άρμοσε γύρω στο λαιμό, το στήριγμα κύλισε κάτω από το πόδι του κρεμάστηκε νεκρός.

Εκείνος άνοιξε την πόρτα είδε το νεκρό στην αυλόπορτα του τον κρεμασμένο ‐ούτε που λύγισε η καρδιά του ούτε που έκλαψε τον καινούργιο φόνο, αλλά στο νεκρό

τα φορέματα του όλα τα μίανε τα εφηβικά και πήγαινε στα αθλήματα του γυμνασίου,

ασυγκίνητος τα αγαπημένα λουτρά ποθούσε, τέλος στο θεό έφτασε που ατίμασε, από το πέτρινο πετάχτηκε κατώφλι στα νερά, επάνω του ρίχτηκε και το άγαλμα φόνεψε τον άθλιο έφηβο το νερό βάφτηκε κόκκινο, με του παιδιού πλημμύρισε τη φωνή:

«Να χαίρεστε, ερωτευμένοι, ο που μισούσε φονεύτηκε, αγαπάτε εσείς που μισείτε,

γιατί ο θεός ξέρει να κρίνει».

Θεόκριτος (Ειδύλλια, ΚώμοςΙΙ)

* Ερωτικό τραγούδι λέω στην πόρτα της Αμαρυλλίδας, ενώ οι γίδες μου βόσκουν στο βουνό, και ο Τίτυρος τις οδηγεί.

Τίτυρε, που τόσο σʹαγαπώ, βόσκε τις γίδες ,στην βρύση οδήγησε τις.

Τίτυρε και τον μονόρχη,

τον κιτρινιάρη τράγο απʹτη Λιβύη, φεύγε, να μην σε κερατίσει.

Ω, ολόχαρη Αμαρυλλί, γιατί στην πόρτα προβάλλοντας στο άντρο σου δεν με καλείς,

τον ερωτύλο;

Είναι λοιπόν αλήθεια πως τόσο με μισείς;

Πως πλατσουκομύτης σου φαίνομαι, όταν σε πλησιάζω, νύμφη, και με γενειάδα μυτερή;

Θέλεις να με στείλεις στην κρεμάλα; Να, δέκα μήλα σου φέρνω από εκεί,

ως με πρόσταξες, με κόπο τα κατέβασα, κι αύριο άλλα θα σου φέρω.

Μια ματιά μόνο ζητώ.

Ο πόνος μου πνίγει την καρδιά.

Ας ήταν ναʹμουν μέλισσα , βομβώντας στο άντρο σου ναʹρχόμουν,

τον κισσό και τη φτέρη να διασχίσω, που σε σκεπάζουν.

Τώρα ένιωσα τον Έρωτα. Βαρύς θεός πράγματι, λέαινας μαστό θήλαζε,

στο δρυμό τον έθρεφε η μάνα του, αυτόν που βαθιά με καίει,

ως το μεδούλι με λιώνει.

E σύ που βλέπεις ομορφιά, ολόκληρη ένας βράχος, νύμφη μαυρόφρυδη,

αγκάλιασέ με τον γιδοβοσκό να σε φιλήσω.

Βρίσκεται και στʹαδειανά φιλήματα γλυκιά ηδονή.

Το στεφάνι να μαδήσω, φύλλο‐φτερό, όπου ναʹναι θα με κάνεις, αυτό που εγώ για

σένα, γλυκιά Αμαρυλλί, από κισσό έχω φυλαγμένο, πλεγμένο με μπουμπούκια και εύοσμο σέλινο.

Αλί μου, τι θα απογίνω ο έρμος; Δεν αποκρίνεσαι.

Την προβιά μου ξεντυμένος, στα κύματα θα ριχτώ από ψηλά,

από ʹκει που τους θύννους παραφυλάει ο Όλπης ο ψαράςʹ κι αν πια χαθώ, πόσο θα το χαρείς!

Τοʹξερα από παλιά, όταν, ζητώντας να μάθω αν μʹαγαπάς, η μαργαρίτα δεν κόλλησε με πάταγο στη φούχτα μου, μόνο μαράθηκε στο απαλό μου δέρμα.

Αλήθεια τα προφήτευσε όλα κι η Αγροιώ, η κοσκινομάντισσα, αυτή που σταχυολογούσε, παρακολουθώντας τους θεριστάδες ‐μουʹπε, σε σένα πως ολόκληρος

είμαι παραδομένος, εσύ όμως ούτε με λογαριάζεις.

Μα για σένα φυλάγω μια λευκή, διδυμότοκο γίδα, που μου τη ζητάει κι η δούλα του Μέρμνωνα, η μελαχροινή σε κείνη θα τη δώσω, γιατί εσύ

μου κάνεις νάζια.

Παίζει το μάτι το δεξί, άραγε θα την αντικρύσω;

Θα τραγουδήσω στην πιτυά εδώ χάμω ξαπλωμένος,

κι ίσως μου ρίξει μια ματιά‐ δεν είναι κι από πέτρα.

Ο Ιππομένης, σαν ήθελε τη νεαρή παρθένα να πλαγιάσει,

στην αγκαλιά έχοντας μήλα, δρόμο πήρεʹ κι η Αταλάντη σαν τον είδε, ευθύς σάλεψε,

ευθύς σε βαθύ όρμησε έρωτα.

Την αγέλη κι ο μάντης Μελάμπους, από την Όθρη οδήγησε στην Πύλο, στην αγκαλιά όμως του Βίαντα πλάγιασε η μάνα η ολόχαρη της συνετής Αλφεσίβοιας.

Την όμορφη άλλωστε Κυθέρεια, στα βουνά τα πρόβατα βόσκοντας,

έτσι δεν την ξελόγιασε κι ο Άδωνις ‐την έκανε να τον ποθεί με τόση λύσσα,

ώστε ούτε νεκρό πια δεν τον ξεκολλούσε απʹτον μαστό της;

Ζηλεύω τον που άτροπο ύπνο κοιμήθηκε τον Ενδυμίωνα ζηλεύω όμως,

αγαπημένη, και τον Ιασίωνα που τόσο ευτύχησε, όσο να αντιληφθείτε δεν μπορείτε,

βέβηλοι.

Πονά μου το κεφάλι, μα δεν σε μέλλει.

Δεν τραγουδώ πια, νεκρός θα σωριαστώ,

οι λύκοι έτσι θα με καταβροχθίσουν.

Μέλι να σου γίνει ο χαμός μου γλυκό στο στόμα

Στην Παλατινή Ανθολογία επίσης, σώζονται δύο επιγράμματα του Ρουφίνου (V/103) και του Καλλίμαχου (V/23):

* Ως πότε πια, Προδίκη, θε να κλαίω; Ως πότε πια, σκληρή, θα σε ικετεύω

χωρίς καμιά ανταπόκριση• πια τώρα αρχίσανε ν’ ασπρίζουν τα μαλλιά σου

και θε να μού δοθείς σύντομα, όπως δόθηκε στον Πρίαμο η Εκάβη.

* Έτσι να κοιμάσαι Κωνώπιον (όνομα γυναίκας), όπως και εμένα κάνεις να κοιμάμαι στο κρύο, εδώ, έξω από την πόρτα σου……

Το μοναδικό παρακλαυσίθυρον γραμμένο στα ελληνικά που σώζεται ολόκληρο, ανήκει σε ανώνυμο συγγραφέα και βρίσκεται στο corpus των Λυρικών Αδέσποτων Ποιημάτων. Εκείνο που προκαλεί εντύπωση είναι το γεγονός ότι αφορά την ερωτική εξομολόγηση μιας γυναίκας προς τον αγαπημένο της, πράγμα που αποδεικνύει πως τα ανάλογα άσματα γράφονταν και τραγουδιόταν και από γυναίκες.

* Με κοινή μας επιλογή και σύμμαχο την αγαπημένη Αφροδίτη, γίναμε ταίρι.
Πονώ σα θυμάμαι που με φιλούσες επίμονα, σκορπίζοντας στο κορμί μου τόσο γλυκιά σύγχυση, ενώ είχες σκοπό να με παρατήσεις και να διαλύσεις την αγάπη μας.
Δεν αντιμάχομαι πια τον έρωτα που νιώθω.

Αγαπημένα άστρα και νύχτα δέσποινα, γλυκοί συνεργοί, ελεύθερα στείλτε με σ’ αυτόν, που κι η ίδια η Αφροδίτη έρμαιο μ’ οδηγεί, εκεί, όπου ο μεγάλος Έρωτας περιμένει να με τυλίξει στα δεσμά του.

Συνοδοιπόρος μου η μεγάλη φλόγα που καίει τα σωθικά μου.
Ο λογοπλάνος μαυλιστής του νου μου, αυτός που από πάντα του μεγαλοπιανόταν, αγνόησε την αγάπη μου δίχως να φέρει βαριά την αδικία που μου έκανε.
Αυτό είναι άδικο για με και με πεθαίνει.

Οργίζομαι!
Τρελαίνομαι!
Καίγομαι, μονάχη μου!

Αφέντη του νου, της καρδιάς και του κορμιού μου, χρωμάτισε πάλι την άδεια μοναξιά μου!

Δέξου με, που σου ζητώ διακαώς και με χαρά, να ‘μαι δούλα σου και μη με παραμερίζεις άκαρδα!

Μεγάλη οδύνη έχει ο μανιασμένος, χωρίς ανταπόκριση, έρωτας κι οδηγεί στη τρέλα.
Γιατί πρέπει να υπομένει, να καρτερά και να ψήνεται στις πύρινες γλώσσες της ζήλειας.
Μάθε πως σου ‘χω απέραντη κι ακατανίκητη οργή!

Τρελαίνομαι σα πλαγιάζω ολομόναχη στο κρεβάτι μας, ενώ εσύ αλλού δίνεις και παίρνεις χαρά!

Όμως δεν είναι σωστό να μαλώσουμε, γιατί θα πρέπει να χωριστούμε.
Έχουμε φίλους να κρίνουν και να μας συμβουλέψουν για δίκιο κι άδικο.
Έλα μαζί να τους μιλήσουμε, χαρά μου, τίμια, άξια, σωστά και λογικά, αν κι ο Έρωτας δεν έχει λογική!

Δες άρχοντά μου, πως μ’ έχεις καταντήσει, αν και καλά και πιστά θα σ’ υπηρετούσα!
Τώρα πια δε μπορώ μήτε λιγάκι έστω να σε πλησιάσω, να σ’ αγγίξω!
Πώς με παρατάς έτσι κύριέ μου, συ που πρώτος και τόσον επιδέξια με γεύτηκε;
Που πρώτος διάβηκες τις πύλες του νου και του κορμιού μου;
Ζηλεύω και τους δούλους ακόμα που σε πλησιάζουν, ό, τι κι αν σκέφτεσαι μ’ αυτό!
Ανόητα παραξενεύεσαι που λέω πως θαυμάζω κείνες που γίνονται χαλάκι στα πόδια των αγαπημένων τους!

Αρρώστησα!
Χάζεψα!
Κι εσύ αφέντη κι άρχοντά μου, με πετάς στην άκρη!

Παρ’ όλο που σε σένα πρώτο, για τη ψυχή μου μίλησα…
Πιστοί στην παράδοση που θέλει τους Ρωμαίους να αντιγράφουν τον ελληνικό πολιτισμό σε όλες τις εκφάνσεις του, έτσι και εδώ «εμπνεύστηκαν» και έγραψαν τα δικά τους ανάλογα άσματα στη λατινική. Δύο πολύ γνωστά ποιήματα είναι του Προπέρτιου (Κώμος 1.16) και του Οβίδιου (Amores 1.6).

Ο Προπέρτιος στο ποίημά του καινοτομεί φέρνοντας μια αναπάντεχη ανατροπή όσον αφορά τον ομιλητή. Αντί για την ερωμένη, όπως θα ήταν αναμενόμενο, στο ποίημα μιλά η πόρτα της, η οποία στον μονόλογό της ενσωματώνει το κυρίως παράπονο του εραστή εναντίον της.

* Εγώ που κάποτε έστεκα ορθάνοιχτη για μεγάλους θριάμβους,

πόρτα περίφημη για αγνότητα όμοια με της Ταρπηίας,

που στο κατώφλι μου πανηγύριζαν επιχρυσωμένα άρματα

κι έβρεχαν με τα ικετευτικά τους δάκρυα αιχμάλωτοι,

τώρα εγώ πληγωμένη από τους νυχτερινούς καυγάδες των μεθυσμένων

συχνά βαρυγκωμώ χτυπημένη από αναίσχυντα χέρια

και συνέχεια κρέμονται ντροπιαστικά στεφάνια πάνω μου

και βρίσκονται πεταμένες δάδες, σημάδια εκείνου που έμεινε απέξω.

Κι ούτε μπορώ να προστατέψω την κυρά μου από ντροπιαστικές νύχτες,

εγώ που η διασημότητά μου παραδόθηκε σε άσεμνα τραγούδια.

Ούτε, όμως, εκείνη νοιάζεται για τη φήμη της

και ζει περισσότερο ανήθικα κι από την έκλυτη εποχή μας.

Μεταξύ άλλων αναγκάζομαι να κλαίω με παράπονο μεγάλο

κι ακόμα μεγαλύτερη στεναχώρια για τις μακρές νύχτες που περνάει έξω ο ικέτης.

Εκείνος δεν αφήνει ποτέ σε ησυχία το κατώφλι μου

τραγουδώντας ξανά και ξανά το μελωδικό παραπονιάρικο τραγούδι του:

«Πόρτα, πιο σκληρή κι από τα σωθικά της κυράς μου,

γιατί σιωπάς κλεισμένη με τα σκληρά σου φύλλα;

Γιατί δεν είσαι ποτέ ξεκλείδωτη, για να δεχτείς τον έρωτά μου;

Δεν ξέρεις; Δεν συγκινείσαι να μεταφέρεις τα κρυφά παρακαλετά μου;

Δεν θα δοθεί κάποιο τέλος στον πόνο μου;

Ντροπιασμένος θα θερμαίνω το κατώφλι σου;

Τα μεσάνυχτα, τα αστέρια που γέρνουν να ξεκουραστούν

και η παγωμένη αύρα με την πάχνη της ανατολής με λυπούνται έτσι ξαπλωμένο.

Εσύ μόνη δίχως να λυπάσαι τον ανθρώπινο πόνο

ανταπαντάς σε μένα με τους σιωπηλούς μεντεσέδες σου.

Μακάρι η φωνούλα μου περνώντας από μια χαραμάδα

να έφτανε στα κατάπληκτα αυτάκια της κυράς μου!

Ακόμα κι αν ήταν πιο καρτερική από τα βράχια της Αίτνας,

ακόμα κι αν ήταν πιο σκληρή από σίδερο και χάλυβα,

όμως, δεν θα μπορούσε να κρατήσει στεγνά τα μάτια της

κι ένας αναστεναγμός θα ανέβαινε μέσα από τα απρόθυμα δάκρυά της.

Τώρα, όμως, εκείνη ξαπλώνει στην αγκαλιά κάποιου άλλου τυχερού άνδρα,

ενώ τα δικά μου λόγια πέφτουν στον νυχτερινό Ζέφυρο.

Όμως, εσύ, πόρτα, η μόνη και μεγαλύτερη αιτία του πόνου μου,

δεν λυγίζεις ποτέ από τα δώρα μου.

Δεν σε έχει προσβάλει καμιά από τις βρισιές της γλώσσας μου

που συνηθίζει με παιχνιδιάρικη οργή να λέει το καθετί,

ώστε θα πρέπει να με αφήσεις έτσι να παραπονιέμαι επί μακρόν μέχρι να βραχνιάσω

και να περνάω ανήσυχες νύχτες ξάγρυπνος στο σταυροδρόμι.

Όμως, συχνά για σένα έχω υφάνει τραγούδι σε νέο ρυθμό

και πέφτοντας στα γόνατα φίλησα με θέρμη τα σκαλοπάτια σου, όπου πάτησε εκείνη.

Άπιστη, πόσες φορές στράφηκα μπροστά στο κατώφλι σου

και κρυφά προσέφερα την οφειλόμενη προσφορά!»

Με αυτά τα λόγια κι ό, τι άλλο ξέρετε, δύστυχοι εραστές, εκείνος

προσπαθεί να καλύψει το πρωινό κελάηδημα των πουλιών.

Έτσι, εγώ τώρα καταδικάζομαι σε αιώνια δυσφήμηση,

εξαιτίας των παραπτωμάτων της κυράς μου και των ασταμάτητων οδυρμών του εραστή της.

Ο Οβίδιος, στην ελεγεία των Amores, κατά τη γνωστή του συνήθεια προχωρά σε παιγνιώδεις διαφοροποιήσεις και απρόσμενες ανατροπές. Αντί της ερωμένης των αντίστοιχων ελληνικών ασμάτων και της θύρας που διάλεξε ο Προπέρτιος, αυτός χρησιμοποιεί ως αποδέκτη τον δούλο-θυρωρό

* Φύλακα της πόρτας, που είσαι δεμένος –τι ντροπή!– με βαριά αλυσίδα,

άνοιξε τη σκληρή πόρτα στρέφοντας τον μεντεσέ!

Δεν ζητώ παρά το ελάχιστο. Κάνε η πόρτα να μείνει μια χαραμάδα ανοιχτή,

ώστε να μπορέσω εύκολα να γλιστρήσω απ’ το πλάι.

Ο έρωτας τόσον καιρό λέπτυνε το κορμί μου για τέτοιες πρακτικές

κι αφαιρώντας βάρος μού πρόσφερε κατάλληλα μέλη.

Εκείνος μου δείχνει πώς ελαφροπατώντας να ξεφεύγω τις σκοπιές

των φρουρών. Εκείνος οδηγεί αλάθευτα τα βήματά μου.

Κάποτε φοβόμουν τη νύχτα και τα ανυπόστατα φαντάσματα.

Θαύμαζα όποιον επρόκειτο να περπατήσει μέσα στα σκοτάδια.

Γέλασε ο Έρωτας, έτσι άκουσα, μαζί μ’ αυτόν και η τρυφερή μητέρα του,

και είπε χαρούμενα: «Ακόμα κι εσύ θα γίνεις γενναίος».

Δίχως καθυστέρηση καμία, ήρθε ο έρωτας. Δεν φοβάμαι ούτε σκιές

που πετούν τη νύχτα ούτε χέρια που απειλούν θαρρείς το μέλλον μου.

Μονάχα εσένα φοβάμαι που είσαι αδιάφορος· εσένα πρέπει να καλοπιάσω.

Εσύ κρατάς τον κεραυνό που μπορεί να με καταστρέψει.

Κοίτα! Μπορείς να δεις, αφού ξεκλειδώσεις τις άσπλαχνες κλειδαριές,

πώς βράχηκε η πόρτα από τα δάκρυά μου.

Εγώ ήμουν βέβαια εκείνος που, όταν έστεκες γυμνός μπρος στο μαστίγιο

τρέμοντας, είπα στην κυρά σου καλά λόγια για σένα.

Λοιπόν, η χάρη που έγινε κάποτε σε σένα –τι έγκλημα!‒

δεν μετράει τώρα το ίδιο για μένα;

Ανταπόδωσε με τη σειρά σου την ευεργεσία! Αν το κάνεις, θα πετύχεις αυτό που ζητάς!

Η νύχτα κυλά. Ξεκλείδωσε την πόρτα!

Ξεκλείδωσε! Έτσι, λέω, θα απαλλαγείς από τη μακριά αλυσίδα

και δεν θα πίνεις συνέχεια από το νερό της δουλείας!

Φύλακα της πόρτας, σκληρόκαρδος ακούς τις μάταιες παρακλήσεις μου

και η πόρτα στέκει ακλόνητη ενισχυμένη με σκληρά ξύλα.

Οι σφαλιστές κι οχυρωμένες πύλες είναι χρήσιμες στις πόλεις,

σε καιρό πολιορκίας. Σε καιρό ειρήνης ποια όπλα φοβάσαι;

Τι θα κάνεις ενάντια σε εχθρό εσύ που έτσι αποκλείεις έναν εραστή;

Η νύχτα κυλά. Ξεκλείδωσε την πόρτα!

Δεν έρχομαι με συνοδεία στρατού και όπλα.

Μόνος ήμουν, μέχρι που ήρθε ο σκληρός Έρωτας.

Ακόμα κι αν το ήθελα, δεν μπορώ να τον αποχωριστώ.

[………]

Θα έπρεπε πρώτα να ξεχωρίσω τον εαυτό από τα μέλη μου.

Συνοδοί μου, λοιπόν, είναι ο Έρωτας, ένα κρασί μετριασμένο που ρέει στο κεφάλι μου

κι ένα στεφάνι που γλιστρά από τα μυρωμένα μου μαλλιά.

Ποιος μπορεί να φοβάται αυτά τα όπλα; Ποιος δεν θα βάδιζε εναντίον τους;

Η νύχτα κυλά. Ξεκλείδωσε την πόρτα!

Είσαι απρόθυμος; Ή μήπως ο ύπνος (που μακάρι να σε καταστρέψει)

προσφέρει στον άνεμο τα λόγια του εραστή που τα αυτιά σου απωθούν;

Όμως, θυμήθηκα, όταν ήθελα να ξεφύγω από την προσοχή σου,

ξάγρυπνος ήσουν κάτω απ’ τα αστέρια του μεσονυχτίου.

Ίσως, όμως, να ξεκουράζεται τώρα στο πλάι σου η αγαπημένη σου

(αλίμονο, πόσο καλύτερη η τύχη η δική σου απ’ τη δική μου!).

Όσο έχουν έτσι τα πράγματα, πέρασε σε μένα τις σκληρές αλυσίδες σου!

Η νύχτα κυλά. Ξεκλείδωσε την πόρτα!

Γελιέμαι ή ακούστηκε η πόρτα να γυρνά στους μεντεσέδες της

και έδωσε σήμα ο ξερός ήχος από τα πορτόφυλλα;

Γελιέμαι· την πόρτα χτύπησε ένα δυνατό ρεύμα αέρα.

Αλίμονο, πόσο μακριά ταξίδεψε την ελπίδα μου αυτή η αύρα!

Βοριά, αν θυμάσαι καθόλου την Ωρείθυια που άρπαξες,

έλα εδώ και με την πνοή σου χτύπα την κουφή πόρτα!

Ησυχία σε ολόκληρη την πόλη και βρεγμένη από την υγρασία της αυγής

η νύχτα κυλά. Ξεκλείδωσε την πόρτα!

Διαφορετικά, εγώ ήδη καλύτερα οπλισμένος με ξίφος και φωτιά

που θρέφει ο πυρσός που κρατάω, θα επιτεθώ στο υπερήφανο σπίτι.

Η νύχτα κι ο έρωτας και το κρασί δεν είναι σύμβουλοι αυτοσυγκράτησης.

Εκείνη δεν ξέρει από ντροπή, ενώ ο Λυαίος κι ο Έρωτας δεν ξέρουν από φόβο.

Όλα τα δοκίμασα και όμως δεν κατάφερα να σε συγκινήσω με ικεσίες

κι απειλές εσένα που είσαι πιο σκληρός κι από τις πόρτες σου.

Δεν ταιριάζει να υπηρετείς στο κατώφλι μιας όμορφης κοπέλας,

εσένα σου πρέπει να φυλάς φοβερά κάτεργα.

Ήδη ο Εωσφόρος κινεί τους πρωινούς άξονές του

και το πουλί της αυγής καλεί τους δύστυχους θνητούς στη δουλειά.

Όμως, εσύ, στεφάνι, που σε απομακρύνω από τα δύστυχα μαλλιά μου,

να μείνεις όλη νύχτα εκεί στο σκληρό κατώφλι.

Εσύ, για την κυρά μου, όταν σε αντικρίσει αφημένο το πρωί, να είσαι μάρτυρας

του χρόνου που πέρασα τόσο άσχημα.

Όποιος κι αν είσαι, γεια σου! Δέξου τον έπαινο των λόγων μου, καθώς αποχωρώ.

Απρόθυμε, που δεν ντροπιάστηκες επιτρέποντας την είσοδο του εραστή, γεια σου!

Κι εσύ, πόρτα σκληρή με το τραχύ κατώφλι

και τα πορτόφυλλα, ξύλα σκληρά που είστε μαζί του δούλοι, γεια σας!

[………]

Τα παρακλαυσίθυρα άσματα δεν ανήκουν στο παρελθόν. Ο έρωτας και κυρίως η ερωτική εγκατάλειψη και απογοήτευση θα υπάρχουν, όσο υπάρχουν άνθρωποι. Από τα πιο γνωστά και πολυτραγουδισμένα της δικής μας εποχής, είναι το «Ήρθα κι απόψε στα σκαλοπάτια σου», σε στίχους των Χαράλαμπου Βασιλειάδη και Νίκου Μουρκάκου και μουσική του Γιώργου Ζαμπέτα.

* Ήρθα κι απόψε στα σκαλοπάτια σου
να τραγουδήσω στερνή φορά
αύριο φεύγω όλα τελειώνουνε
σβήνει για μένα κάθε χαρά

Ειν’ η καντάδα η τελευταία μου
μέσα στης νύχτας τη σιγαλιά
κλαίνε μαζί μου τα σκαλοπάτια σου
κλαίνε μαζί μου και τα πουλιά

Σαν τον αλήτη στα σκαλοπάτια σου
στέκω μονάχος και τραγουδώ
για μένα ο κόσμος είναι τα μάτια σου
κι ο έρωτας σου με φέρνει εδώ

Ειν’ η καντάδα η τελευταία μου
μέσα στης νύχτας τη σιγαλιά
κλαίνε μαζί μου τα σκαλοπάτια σου
κλαίνε μαζί μου και τα πουλιά

cityculture.gr / γράφει ο Παναγιώτης Καμπάνης

* Ο Παναγιώτης Καμπάνης είναι Δρ. Αρχαιολόγος-Ιστορικός, Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού, Μεταδιδακτορικός ερευνητής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης


Σας αρέσει η σελίδα μας; Κάντε Like!