Ρίξε μια ζαριά καλή….

Written by

zaria

Η επιτυχία στα τυχερά παιχνίδια είναι άρρηκτα δεμένη με την έκφραση της ενδόμυχης ανάγκης του ανθρώπου για καλή τύχη, πρόγνωση του μέλλοντος και ευόδωση των επιθυμιών του και όπως αναφέρει ο Σοφοκλής αποτελούσαν: «μια τερπνή γιατρειά κατά της απραγίας».

Το τυχερό παιγνίδι κύβος ή κύβοι και σήμερα αποκαλούμενο ζάρια, ήταν γνωστό από τους αρχαιότατους χρόνους στον ελλαδικό χώρο και παίζονταν κυρίως από άνδρες, σε αντίθεση με τους αστραγάλους που θεωρούνταν τεχνικό παιχνίδι και παιζόταν προτιμώμενο από γυναίκες και παιδιά.

kiboiΕμπνευστής των κύβων θεωρείται ο Βασιλιάς της Εύβοιας Παλαμήδης που κατά την πολιορκία της Τροίας το δίδαξε στους συμμάχους Έλληνες και το αφιέρωσε, όπως αναφέρει ο Όμηρος, στη θεά Τύχη.kiboi-zaria

Σε μελανόμορφο αμφορέα του Εξεκία (540-530 π.Χ.) παρίστανται «κυβοπαικτούντες» ο Αχιλλέας και ο Αίας ενώ επιγραφή σ’ αυτό αναφέρει και τα κέρδη των παικτών: «τέσσερα Αχιλλέως, τρία Αίαντος».kivopektountes
Σύντομα η κυβεία και το κυβεύειν εξαπλώθηκε σε όλο το μεσογειακό κόσμο και έγινε το πιο αγαπητό παιχνίδι που παιζόταν με πάθος από τους ενήλικες άνδρες. Τους Αθηναίους και τους Σικελούς τους ονόμαζαν «κυβευταί» γιατί ξεχώριζαν για το πάθος τους. Ο Αντιφάνης είχε γράψει και ένα σχετικό έργο με τον ίδιο τίτλο. Στην Αθήνα υπήρχε ένα μέρος που το προτιμούσαν ιδιαίτερα οι κυβευτές, το Ιερό της Αθηνάς Σκιράδος, στην Ιερά Οδό προς την Ελευσίνα, όπου συνήθιζαν να μαζεύονται οι παίκτες, και από το γεγονός αυτό τα κυβεία ονομάζονταν και «σκιραφεία» (θεωρούνται οι πρόδρομοι των σημερινών καζίνο), ενώ οι παίκτες «σκιρευταί». Προστάτες όλων των κυβευτών ήταν οι θεοί Ερμής και Παν.
Το παιγνίδι των κύβων που ονομαζόταν και «πεσσοί» («και πεσσοί δε εισίν κύβοι παρά το πίπτειν αυτούς ούτως λεγόμενοι», Λεξικό του Ησύχιου), παιζόταν με τη ρίψη δύο ή τριών κύβων σε τραπέζι από κωνικό κεράτιο ή ποτήρι με πλατιά βάση καλούμενο πύργος ή «φορμίσκος» ή «κήθιον» ή «διάσειστον», επειδή σε αυτό σείονταν οι κύβοι που έπρεπε να ακούγονται γι” αποφυγή δόλου. Κέρδιζε, αυτός που έφερνε τους μεγαλύτερους αριθμούς στη ριξιά, λεγόμενη «πλειστοβολίνδα».
pictosΟ πιο καλοδιατηρημένος πύργος ανακαλύφθηκε στην Πομπηία. Αποτελείται από 12 σκαλοπάτια, ενώ στη θύρα που βρίσκεται στο μπροστινό μέρος υπάρχει η επιγραφή: «Pictos / Victos / Hostis / Deleta / Ludite», δηλαδή: «Οι Πίκτωνες έχουν ηττηθεί, ο εχθρός έχει καταστραφεί. Παίξτε με ευκολία». Στην πλάγια όψη υπάρχει μια δεύτερη επιγραφή: «Utere felix vivas», δηλαδή: «Μπορεί να έχετε και τα δύο, να ζήσετε ευτυχισμένοι».
Ποιοι ήταν όμως οι Πίκτωνες και τη δουλειά είχαν σε ένα τυχερό παιχνίδι; Γράφει ο Χείλων «Venit et extremis legio praetenta Britannis, Quae Scotto dat frena truci ferronque notatas Perlegit Picto moriente figuras», δηλαδή
«Αυτή η λεγεώνα, η οποία αναχαίτισε τους άγριους Σκώτους και είδε τα σχέδια που είχαν ζωγραφισθεί με καυτό σίδερο στα πρόσωπα των ετοιμοθάνατων Πικτών.» Οι στίχοι αυτοί περιγράφουν με γλαφυρότητα τον αγώνα των Πικτών, η προέλευση των οποίων περιβάλλεται από πλείστους μύθους, θρύλους και φήμες που πολέμησαν στην υπό Ρωμαϊκή κατοχή Βρετανία και νίκησαν τους Αγγλοσάξονες εισβολείς. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό τους θεωρούταν η δερματοστιξία (τατουάζ) με την οποία στόλιζαν όλο τους το σώμα και το πρόσωπο. Η αναφορά τους στον πύργο έχει να κάνει μάλλον με τους χαμένους, τους οποίους ορισμένες φορές μουτζούρωναν το πρόσωπο (ο βυζαντινός μουντζούρης).
Οι κύβοι είχαν έξι πλευρές. Σε καθεμιά υπήρχαν κάποιος αριθμός από το 1 έως το 6, έτσι ώστε το άθροισμα των δύο απέναντι πλευρών να είναι πάντα επτά. Η καλύτερη βολή, η «ευολώτατη», ονομαζόταν «Αφροδίτη» και ήταν οι τρεις εξάδες ή εξάρες όπως λέγονται σήμερα, η δε χειρότερη ήταν η αριθμητικά μικρότερη που ήταν οι τρεις μονάδες που τότε ονομαζόταν «κύων» (σκύλος) και σήμερα λέγονται «άσσοι». Η συνήθεια να παίζουν με δύο ζάρια δεν ήταν ελληνική, αλλά ρωμαϊκή και επικράτησε την περίοδο της αυτοκρατορίας από όπου διαδόθηκε στο Βυζάντιο και έφτασε μέχρι τις μέρες μας.
Υπήρχαν και διάφορες ονομασίες για τις ζαριές , τις οποίες παραθέτει ο Πολυδεύκης. Τις καλές ζαριές ονόμαζαν «ευκυβείν» και τις κακές «δυσκυβείν». Ονομασίες τέτοιες ξεχωρίζουμε αρκετές. Για παράδειγμα η καλύτερη ζαριά 3×6, ονομαζόταν «μίδας» ή «Αφροδίτη», άλλες ονομάζονταν «ευδαίμων», «αντίτευχος» (εχθρός), «δάκνων», «Λάκωνες», «Αργείος» κλπ.
Η κυβεία λόγω της μορφής της και δεδομένου ότι όλοι μπορούσαν να παίξουν ζάρια οπουδήποτε και όποτε ήθελαν, εξελίχθηκε στο πιο διαδεδομένο παιχνίδι. zaria-arxaiaΟι κανόνες ήταν πολλοί και μπορούσαν να ορισθούν επιτόπου. Κανόνιζαν την ώρα, το ύψος του ποσού, τον αριθμό των ζαριών κλπ. Αυτό που ενδιέφερε κυρίως ήταν το ύψος του ποσού. Ως εκ τούτου έκαναν μεγάλο θόρυβο στους δημόσιους χώρους, όπου στον θόρυβο των ζαριών προστίθενταν οι κραυγές και οι επικλήσεις των παικτών, καθώς και όσων παρακολουθούσαν μαζεμένοι γύρω-γύρω. Τα επιφωνήματα σε θεούς και δαίμονες, ήταν χαρακτηριστικά, αλλά τα πιο ευτράπελα ήταν όσα επικαλούνταν την προστασία κάποιας ερωμένης τους, συνήθως κάποιας γνωστής εταίρας.

pompoiaΜια μοναδική τοιχογραφία της Πομπηίας εικονίζει δύο παίκτες να φιλονικούν. Ανάμεσά τους βρίσκεται μια τάβλα παιχνιδιού, πάνω στην οποία είναι πεταγμένα τα πιόνια. Ο ένας παίκτης, κρατώντας το χωνί στο χέρι, φωνάζει στον αντίπαλό του «κάνε πέρα, κέρδισα» . Ο αντίπαλος απαντά «δεν είναι τρία , αλλά δύο». Σε μια άλλη σκηνή, που έρχεται σαν συνέχεια της προηγούμενης, δύο άντρες είναι όρθιοι και φιλονικούν, ενώ ο ταβερνιάρης τους ζητά να φύγουν.
Τη σημαντική θέση της κυβείας και των ζαριών επί ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, τη δείχνει η περίφημη φράση του Καίσαρα «alea jacta est» ή «jacta alea est», δηλαδή, «ο κύβος ερρίφθη».
Επειδή ορισμένοι παίκτες έπαιζαν υπέρογκα ποσά, πολλά από αυτά προερχόμενα από τα κρατικά ταμεία, όπως αναφέρει και ο Σουητώνιος: «έπαιξε στα ζάρια τετρακόσιες χιλιάδες σεστέρσια τον πόντο», οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες προσπάθησαν με διάφορους νόμους να περιορίσουν το πάθος των πολιτών τους και ιδιαίτερα των ανώτατων αξιωματούχων για την κυβεία ή ακόμα και να την απαγορεύσουν. Παρά ταύτα το παιχνίδι εξακολούθησε να παίζεται σε χώρους που προσπαθούσαν να τους κρατήσουν μυστικούς. Μάλιστα οι διευθύνοντες, τα παράνομα αυτά στέκια, έδιναν στους πελάτες τους ειδικές σφραγίδες (από πηλό) ώστε να τους αναγνωρίζουν.
Στην εποχή του Βυζαντίου, τα κυβευτικά παιχνίδια πρωταγωνιστούσαν και κυριαρχούσαν στην καθημερινή ζωή των Βυζαντινών, από τον κοιτώνα του αυτοκράτορα, ως τα στενοσόκακα των λαϊκών συνοικιών ή τα σκοτεινά καταγώγια.
Ο Φ. Κουκουλές στο γνωστό έργο του «Βυζαντινών βίος και πολιτισμός» αφιερώνει ειδικό κεφάλαιο (τ. Α”, σελ. 185-224) στα «παίγνια των ανδρών» και εκεί κάνει λόγο για τους «κύβους», την «πεττεία», τον «αστραγαλισμό», το «ταβλίον» και το «ζατρίκιον». Η «κυβεία» δεν σήμαινε μόνο το παιχνίδι των ζαριών αλλά γενικότερα δήλωνε όλα τα τυχερά παιχνίδια.
Η εξάπλωση των τυχερών παιχνιδιών θεωρούνταν γενικά ως φαινόμενο ηθικής και πνευματικής παρακμής. Ο Ιωάννης Χρυσόστομος, καυτηριάζοντας το φαινόμενο ότι στα σπίτια υπήρχαν αντί βιβλίων κύβοι και πούλια, καταδικάζει τα τυχερά παιχνίδια, στα οποία αποδίδει, εκτός από άλλες αρνητικές συνέπειες, την απώλεια περιουσιών. Προφανώς υπήρχαν περίοδοι κατά τις οποίες εκδηλωνόταν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα τυχερά παιχνίδια. Σύμφωνα με τον χρονογράφο Ιωάννη Μαλάλα, ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος Α” (379-395) είχε μετατρέψει τον ναό της Αρτέμιδος στην Κωνσταντινούπολη σε «ταβλοπαρόχιον τοις κοττίζουσιν», δηλαδή σε χώρο για να παίζουν ζάρια. Ως παράδειγμα επικριτικής αντιμετώπισης των παιχνιδιών αναφέρω την περίπτωση της μορφωμένης πριγκίπισσας και συγγραφέως του ΙΒ” αιώνα Άννας Κομνηνής, όπως και του Κεκαυμένου, ο οποίος συνέγραψε νουθεσίες έναν αιώνα νωρίτερα και θεωρούσε επιλήψιμο να επιδίδεται ο στρατηγός στο παιχνίδι της «τάβλας».
Η πολιτεία αναγνωρίζοντας τους κινδύνους από την εξάπλωση των τυχερών παιχνιδιών είχε λάβει τα μέτρα της. Συγκεκριμένα στον Κώδικα του Ιουστινιανού είχε περιληφθεί πλήρης απαγόρευση (του έτους 529) των τυχερών παιχνιδιών και των στοιχημάτων, με εξαίρεση πέντε συγκεκριμένων παιχνιδιών, στα οποία όμως και πάλι δεν επιτρεπόταν να παιχθεί ποσό μεγαλύτερο του ενός χρυσού νομίσματος. Τα κέρδη που εξασφάλιζε ο νικητής ήταν υποχρεωμένος να τα επιστρέψει στην περίπτωση που γινόταν γνωστή η προέλευσή τους. Ο Ιωάννης Μαλάλας, που αναφέρθηκε πιο πάνω, φέρνει τη μαρτυρία ότι υπήρξαν περιπτώσεις κατά τις οποίες ο νόμος εφαρμόστηκε με αυστηρότητα: Στα χρόνια του Ιουστινιανού ορισμένα άτομα που συνελήφθησαν με την κατηγορία ότι έπαιζαν τυχερά παιχνίδια «χειροκοπήθησαν» και διαπομπεύθηκαν.
Σύμφωνα με τη νομοθεσία, ο «υποδοχεύς» ή «ταβλοδόχος», εκείνος δηλαδή που διέθετε τον χώρο για τη διεξαγωγή των παιχνιδιών, εθεωρείτο ως ο κύριος υπεύθυνος και για τον λόγο αυτόν μπορούσε να τον δείρει ή γενικότερα να τον «ζημιώσει» όχι μόνο ο παίκτης που είχε χάσει αλλά και οιοσδήποτε άλλος χωρίς να έχει συνέπειες για την πράξη του αυτή. Ιδιαίτερα βαριά ήταν η προβλεπόμενη ποινή για όποιον εξανάγκαζε κάποιον να λάβει μέρος σε παιχνίδι ή να συνεχίσει το παιχνίδι επειδή ο ίδιος έχανε και ήλπιζε σε αλλαγή της τύχης του: Υποχρεωνόταν σε καταβολή προστίμου ¬ που ήταν και το λιγότερο ¬ ή καταδικαζόταν σε καταναγκαστική εργασία σε λατομείο ή σε φυλάκιση.
Αρκετά συχνά στον πειρασμό της δοκιμής της τύχης, της διασκέδασης και του εύκολου κέρδους υπέκυπταν και κληρικοί. Αυτό μαρτυρεί η ειδική απαγόρευση (του έτους 534) που περιλαμβάνεται στον Ιουστινιάνειο Κώδικα, την οποία μάλιστα ανανέωσε λίγα χρόνια αργότερα ο ίδιος αυτοκράτορας με νεαρά του (του έτους 546). Με την τελευταία απαγόρευε «τοις οσιοτάτοις επισκόποις και πρεσβυτέροις και διακόνοις… ταβλίζειν ή των τα τοιαύτα παιζόντων κοινωνούς ή θεωρητάς γίνεσθαι ή εις οιανδήποτε θέαν του θεωρήσαι χάριν παραγίνεσθαι. Ει δέ τις εξ αυτών τούτο αμάρτοι,… τούτον επί τρεις ενιαυτούς από πάσης ευαγούς υπηρεσίας κωλύεσθαι και μοναστηρίω εμβάλλεσθαι…». Η απαγόρευση αυτή επαναλαμβάνεται σε νομοθετήματα των επόμενων αιώνων, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι δεν είχε εξαλειφθεί το πρόβλημα. Σε γενικές γραμμές οι διατάξεις κατά των τυχερών παιχνιδιών παρέμειναν σε ισχύ επί αιώνες.
Γενικά λοιπόν το βυζαντινό δίκαιο απαγόρευε το «παίζειν επί χρήμασι» και το «συνθηκίζειν», δηλαδή τα στοιχήματα, καθ” όλη τη διάρκεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Εξαίρεση αποτελούσαν ¬ στους πρώτους κυρίως αιώνες, όταν η ρωμαϊκή παράδοση ήταν ιδιαίτερα ζωντανή ¬ ορισμένες ημέρες του έτους, κατά τις οποίες τα τυχερά παιχνίδια ήταν ελεύθερα. Στις ημέρες αυτές ανήκε πρώτη από όλες η Πρωτοχρονιά και για τον λόγο αυτό και η σημερινή συνήθεια να δοκιμάζει κανείς την τύχη του τη νύχτα της Πρωτοχρονιάς πιθανότατα ανάγεται στην εποχή εκείνη.

cityculture.gr / γράφει ο Παναγιώτης Καμπάνης*

* Ο Παναγιώτης Καμπάνης είναι Δρ. Αρχαιολόγος-Ιστορικός, Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού, Μεταδιδακτορικός ερευνητής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης