Με ένα μαστραπά και μία λεκάνη….

Written by

???

Κάπου εκεί στα μέσα της δεκαετίας του 1960 οι γονείς μου αγόρασαν ένα διαμέρισμα στην Άνω Πόλη. Ήταν η πρώτη πολυκατοικία της γειτονιάς, αλλά δεν ήταν από αυτές τις μοντέρνες με ασανσέρ και κεντρική θέρμανση. Ανεβαίναμε με τα ποδαράκια μας και ζεσταινόμασταν με την σόμπα.

Κάθε Σάββατο απόγευμα, από νωρίς, η μαμά έβαζε μία τεράστια αλουμινένια κατσαρόλα πάνω στην σόμπα, γεμάτη με νερό. Δεν την έβαζε στο πετρογκάζ για να μη ξοδεύει αέριο. Όλοι ξέραμε τι επρόκειτο να συμβεί. Ήταν η ώρα για το εβδομαδιαίο μπάνιο. Η μαμά έκλεινε όλες τις πόρτες των δωματίων για περισσότερη ζέστη.

Πρώτα έβαζε εμένα στο μάτι. Ήμουν η μικρότερη.

Φυσικά δεν υπήρχε μπανιέρα, ούτε καν μια υποτυπώδη ντουζιέρα. Εκεί, στην μέση του μπάνιου έβαζε την μεγάλη αλουμινένια λεκάνη, αυτή που χρησιμοποιούσε για την μπουγάδα, και το κανατί για το ξέβγαλμα. Μαστραπά το έλεγε. Με γράπωνε από τον σβέρκο, κανονικό κεφαλοκλείδωμα σας λέω, και με έτριβε μέχρι να αλλάξω δέρμα. Με τύλιγε σε μία τεράστια πετσέτα, με έβαζε μπροστά στην σόμπα και με έτριβε μέχρι να κοκκινίσω σαν αστακός….

Και μετά το μαρτύριο. Με έντυνε με εκείνες τις μάλλινες τις μπλούζες που τσιμπούσαν σαν διάολοι. Μέχρι να το συνηθίσω το τσίμπημα καθόμουν ακίνητη, σαν τα ινγκουάνα στον ήλιο. Μετά ήταν και εκείνη η ταμπελίτσα πίσω στον σβέρκο που με τρυπούσε. Μια μέρα όμως πήρα την εκδίκησή μου. Χωρίς να βγάλω την μπλούζα, ήταν επίπονη διαδικασία, πήρα το ψαλίδι, τράβηξα της ετικέτα και χρακ τραβάω μια ψαλιδιά. Φυσικά και έκοψα και κομμάτι από την μπλούζα. Την βλέπει η μαμά, και με τραβάει ένα χέρι ξύλο. Την μπλούζα μας την είχε στείλει από την Γερμανία μία φίλη της που πήγε για δουλειά. Και ήταν από καλό μαλλί. Δεν με ένοιαξε το ξύλο. Εγώ ξεφορτώθηκα αυτό το πράγμα που τσιμπούσε σαν διάολος.

Γιατί τα θυμήθηκα όλα αυτά;

Να τώρα με την Αριάδνη, μάθαμε και εμείς να ονομάζουμε τις χιονοθύελλες σαν τους τυφώνες στην Αμερική, οι σωλήνες πάγωσαν και δεν έχουμε ζεστό νερό. Βλέπεις μετά από δεκαετίες εκσυγχρονιστήκαμε. Βάλαμε φυσικό αέριο, και πετάξαμε τους θερμοσίφωνες. Και αντί για μία φορά την εβδομάδα, νιώθουμε άβολα αν δεν κάνουμε ένα ντουζάκι κάθε μέρα. Οι σωλήνες πάγωσαν το Σάββατο, σήμερα Τετάρτη, και άντε να βρεις υδραυλικό να έρθει να στο φτιάξει μέσα σε μια πόλη παγωμένη, που όλοι έχουν το ίδιο πρόβλημα. Και μάλιστα πολλοί δεν πρόλαβαν ούτε τους σωλήνες της θέρμανσης και φυσικά έχουν προτεραιότητα.

Έτσι σήμερα, το πήρα απόφαση. Κατέβασα την λεκάνη, όχι όχι την παλιά της μαμάς, είχαμε την φαεινή ιδέα ότι δεν θα μας ξανά χρειαστεί και την δώσαμε. Μια άλλη μικρότερη και πλαστική. Έβαλα στον βραστήρα νερό, τέσσερις φορές, πήρα και το μεγάλο το μπρίκι και έκανα ένα ωραιότατο μπάνιο. Το μόνο που έλειπε ήταν το κεφαλοκλείδωμα της μαμάς.

Α, ναι, και εκείνη η μάλλινη μπλούζα, κόκκινη ήτανε, που τσιμπούσε σαν διάολος.

Υ.Γ. στην φωτογραφία η αφεντιά μου, στην γειτονιά, τώρα είναι μεγάλος δρόμος. Δεν ξέρω μόνο αν φοράω την μάλλινη μπλουζίτσα. Μάλλον όχι, μοιάζω χαρούμενη…….