«Τακίμ», αμάν και όχι μόνο … Για μια ελληνική (μουσική) απόλαυση

Written by

Takim-Aman

Οι Τακίμ είναι αναμφίβολα, σήμερα, το καλύτερο συγκρότημα του είδους. Όχι μόνο διότι αποτελούνται από εξαιρετικούς σολίστες (Μουσικούς με το Μ κεφαλαίο, όπως ο Αλέξ. Αρκαδόπουλος στο κλαρίνο, ο Γ. Μαρινάκης στο βιολί, ο Κ. Μερετάκης στα κρουστά κλπ), αλλά και διότι (πέραν των αναγκαίως ατομικών εμφανίσεων και συμμετοχών εκάστου) δουλεύουν μαζί ως σύνολο («τακίμι»), με κοινές πρόβες και κοινούς καλλιτεχνικούς στόχους, εδώ πολλά χρόνια. Αυτό είναι μεγάλο σύν για ένα μουσικό-καλλιτεχνικό σύνολο – θυμίζω το παράδειγμα των μαύρων πουλιών. Διότι υπάρχουν και άλλοι σημαντικοί σολίστες του είδους, οι οποίοι όμως παίζοντας με διαφορετικούς συνεργάτες κάθε φορά (τους οποίους μάλιστα γνωρίζουν συχνά ακόμα και πάνω στο πατάρι στην ώρα της δουλειάς!) αδικούνται από το συνολικό αποτέλεσμα. Υπέροχο, λοιπόν, να υπάρχουν σήμερα μουσικά σχήματα όπως οι Τακίμ. «Φτιάχνουμε μικρές μουσικές ιστορίες», λένε οι ίδιοι. Αντλώντας «από την παράδοση του απλού λαού και τους παλιούς ξεχασμένους και ανώνυμους πια μουσικούς του παρελθόντος». Όμως οι ιστορίες των Τακίμ δεν είναι μουσειακές, αλλά σύγχρονες και διαχρονικές, καθώς –όπως έκαναν πάντα οι σημαντικοί δημιουργοί του δημοτικού ρεπερτορίου- ενσωματώνουν (με γνώση, μέτρο, σεβασμό και καλλιτεχνικά άψογο τρόπο) στοιχεία από τις μουσικές γλώσσες των γειτονικών (αλλά και μακρινών) μας λαών.

«Τακίμ -Ελληνική απόλαυσις- καφέ Αμάν» έγραφε η στρόγγυλη σφραγίδα της αφίσας, που προανήγγειλε τη συναυλία στο Μέγαρο μουσικής Θεσσαλονίκης στις 17.3.2017 (και τελικά μετά από το sold out και στις 16.3.’17):

Τακίμ το συγκρότημα.

Ελληνική απόλαυσις ο τίτλος, που δανείστηκε η συναυλία από τον πρώτο δίσκο του Γιώργου Κατσαρού στις  ΗΠΑ του 1919.

Τραγούδια από τα καφέ Αμάν το ρεπερτόριο της συναυλίας, σύμφωνα με την ιδέα και τις απόψεις του Λ. Λιάβα, που ήταν και συμπαρουσιαστής επί σκηνής.

Πρόθεση του εμπνευστή της συναυλίας ήταν να μας μεταφέρει στο κλίμα και την ατμόσφαιρα των καφέ-Αμάν ένθεν κακείθεν του Αιγαίου, αλλά και του Ατλαντικού. Έτσι η συναυλία ξεκίνησε με τον Γιάννη Νιάρχο να τραγουδά και να υποδύεται, μόνος επί σκηνής, τον Γιώργο Κατσαρό με την τσιμπητή κιθάρα του. Μετά οι Τακίμ εν πλήρει συνθέσει ξεκινώντας από τον γυαλί καφενέ στα Γιάννενα μας πέρασαν από τα 45 βαλκανικά χάνια και μας πήγαν ως το Βουκουρέστι. Και από εκεί μας ταξίδεψαν ως την Πόλη και τη Σμύρνη. Οι μουσικοί ταξιδεύουν και οι μουσικές τους μας ταξιδεύουν. Εκπληκτικό το ουγγρορουμάνικο σόλο στο βιολί του Γιώργου Μαρινάκη και κυριολεκτικά ανεπανάληπτο το μαστόρικο σόλο το οποίο λεπτοκέντησε στο κλαρίνο (χωρίς συνοδεία ορχήστρας), ο Αλέξανδρος Αρκαδόπουλος-(Σουκρή)-μπέης.

Οι συνεχείς αναφορές του Λ. Λιάβα στους ογκόλιθους των καφέ-Αμάν προσκαλούσε την  Κατερίνα Τζιβίλογλου να μας θυμήσει την Ρόζα ή την Ευθαλία, τον Θωμά Κωνσταντίνου τον Μπατζανό κοκ. Και βέβαια η αναμέτρηση με τέτοια ιερά τέρατα δεν είναι ποτέ εύκολη υπόθεση… Προσωπικά μου άρεσαν οι στιγμές όπου οι Τακίμ τραγούδησαν όλοι μαζί, διότι, όπως όλοι οι μεγάλοι του δημοτικού ρεπερτορίου (Καρακώστας, Σαλέας, Σούκας κλπ), οι σολίστες τραγουδούν όμορφα και μοναδικά. Στην συνέχεια περάσαμε και πάλι τον Ατλαντικό για να θυμηθούμε την Μαρίκα Παπαγκίκα, την Αμαλία Βάκκα κλπ. Παράλειψη θεωρώ τη μη αναφορά στα περίφημα καφέ-αμάν του Αγρινίου και της Πρέβεζας, όπου έδρασαν κολοσσιαίοι σολίστες του δημοτικού ρεπερτορίου, οι επίγονοι των οποίων (περιφρονημένοι από τα αστικά γούστα…) συνεχίζουν να δημιουργούν ως τις μέρες μας.

Το σκηνικό, λιτό, με βαλίτσες Ελλήνων μεταναστών στα γκαί προς το Αμέρικα. Οι wall photos εποχής, που παρακολουθούσαν το πρόγραμμα, ασπρόμαυρες, όμορφες και δυνατές. Ωστόσο η ομάδα που ανέλαβε να αποδώσει εδώ χορευτικά τα τραγούδια (παρά τις επιμέρους καλές στιγμές της) δεν κατόρθωσε να μας μεταδώσει την δέουσα συγκίνηση συνολικά. Επίσης οι επιλογές των ασμάτων και των σχολίων δεν ήταν πάντα οι καλύτερες δυνατές, ενώ στα πλαίσια ενός political correct μεϊνστρινισμού δεν αποφεύχθηκαν συγκεκριμένες εμμονές και υπερτονισμοί. Έτσι το πρόγραμμα εμφάνιζε στοιχεία τηλεοπτικής ευπεψίας, μεροληπτώντας υπέρ του λεγομένου μέσου ακροατή-θεατή-καταναλωτή.

Ευχάριστη έκπληξη το διήμερο sold out της συναυλίας των Τακίμ. Ενδεικτικό ίσως του ότι το κοινό μπορεί να στηρίξει και σπουδαία μουσικά σύνολα του είδους. Μακάρι αυτό να μην αφορά μόνο την αμάν και α λα Τούρκα προδιάθεση μερίδας του αστικού ακροατηρίου. Μακάρι, δηλαδή, να ξαναδούμε να γεμίζει η αίθουσα του μεγάρου και με καθαρά δημοτικό-παραδοσιακό ρεπερτόριο, το οποίο οι Τακίμ έχουν όλα τα εχέγγυα να αποδώσουν με την απαιτούμενη ευαισθησία, δεξιοτεχνία, γνώση και σεβασμό. Ακολουθώντας πιστά τους παλιούς μαστόρους, αλλά και αυτοσχεδιάζοντας ελεύθερα το μέλλον. Το μέλλον μιας νέας Ελληνικής απολαύσεως. Διότι όπως είπε κάποτε ο Αλ. Αρκαδόπουλος η παράδοση είναι σαν το αυτοκίνητο. Πρέπει να κοιτάς πίσω (με τους καθρέφτες), αλλά να οδηγείς σταθερά προς τα μπροστά. Με άλλα λόγια, θα έλεγα ότι η παράδοση είναι χρόνου παρόντος και μέλλοντος, όχι παρατατικού και αορίστου.

Έτσι πολύ εύστοχα και επιτυχημένα η συναυλία περιείχε και ένα σύγχρονο υστερόγραφο : Μετά το (απρόσμενο;) take five στο ούτι, στα τελευταία λεπτά της, παίχτηκαν αποσπάσματα από σχετικά τραγούδια των Διονύση Σαββόπουλου, Μανώλη Ρασούλη και Θανάση Παπακωνσταντίνου.

«Τακίμ -Ελληνική απόλαυσις». Να ‘ταν κι άλλο…

cityculture.gr/ γράφει ο Γιάννης Βρύζας*

*O Γιάννης Βρύζας είναι (δικηγόρος, δρ Νομικής & ΔΜΣ ποινικού δικαίου, αλλά και) αυτοδίδαχτος μουσικός και τραγουδοποιός. Έγραψε τραγούδια και μουσικές πάνω σε ποίηση διαφόρων, αλλά και σε δικούς του στίχους. Δημοσίευσε άρθρα και μελέτες του (σε εφημερίδες και νομικά περιοδικά), καθώς και ποιήματά του. Ο πρόσφατος δίσκος του «Όταν γελάσει το νερό…» σε ποίηση της Αγγέλας Μάντζιου υλοποιήθηκε με την καθοριστική συμμετοχή των Θανάση Μπιλιλή, Κώστα Πρατσινάκη και 13 ακόμα μουσικών από την Ελλάδα, την Ιταλία και το Περού.


Σας αρέσει η σελίδα μας; Κάντε Like!