Ο θεός της Σφαγής * 2η κριτική

Written by

ÐÑÅÌÉÅÑÁ ÔÇÓ ÐÁÑÁÓÔÁÓÇÓ''Ï ÈÅÏÓ ÔÇÓ ÓÖÁÃÇÓ'' ÓÔÏ ÈÅÁÔÑÏ ÁÈÇÍÙÍ

Δύο ζευγάρια συναντώνται ως πολιτισμένοι ενήλικες για να συζητήσουν με ποιον τρόπο θα βρουν λύση σ” ένα θλιβερό συμβάν που έλαβε χώρα ανάμεσα στα δύο αγόρια τους. Το ένα χτύπησε το άλλο μ” ένα ξύλο και του έσπασε δύο δόντια. Οι τέσσερις ενήλικες είναι αποφασισμένοι να διαχειριστούν το θέμα με ειρηνικό τρόπο. Αρχικά. Όσο όμως το έργο εξελίσσεται βλέπουμε τις πολλαπλές ανατροπές αυτής της απόφασης. Μέχρι που η απόφαση για πολιτισμένη διαχείρηση γίνεται εντελώς αδύνατη. Στο τέλος οι τέσσερις αυτοί ενήλικες μοιάζουν οι ίδιοι σαν τέσσερα μικρά παιδιά που έχουν επιτεθεί και βρίσει το ένα το άλλο με όλους τους δυνατούς και πιθανούς τρόπους. Βέβαια οι καταστάσεις που δημιουργούνται είναι πραγματικά ξεκαρδιστικές. Ένα πολυ έξυπνο κείμενο της Γιασμίνα Ρεζά ( σε μετάφραση του Γιώργου Βούρου) που πλησιάζει το θέμα της βίας στις ανθρώπινες σχέσεις με πολύ κωμικό αλλά και ταυτόχρονα καυστικό τρόπο.

Το έργο πριν ανέβει στη Θεσσαλονίκη παίχτηκε με μεγάλη επιτυχία στην Αθήνα για δύο χρόνια κι απέσπασε πολλαπλά βραβεία. Όταν κάποιος το παρακολουθήσει καταλαβαίνει το γιατί.
Σκηνοθετικά ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης ανέβασε το κείμενο στο επίπεδο μιας εξαιρετικά εφυιούς, πραγματικά μη-αναμενόμενης κωμωδίας. Το κείμενο ντύθηκε με λέξεις, παύσεις, σκέψεις και εκρήξεις που έκαναν αυτά τα τέσσερα πλάσματα να μοιάζουν απόλυτα ακραίοι και ταυτόχρονα απόλυτα ρεαλιστικοί τύποι. Η πρόθεση της σκηνοθεσίας να μας δείξει ότι ο σημερινός άνθρωπος, πέρα από τα κινητά και την επίφαση της πολιτισμένης συμπεριφοράς, παραμένει ακόμη ένας άνθρωπος των σπηλαίων που θέλει να επιβληθεί δια της βίας στον απέναντι, ήταν πολύ ξεκάθαρη και τονίστηκε με όλα τα δυνατά σκηνικά και υποκριτικά μέσα. Ο Θεός της Σφαγής ήταν παρών καθ” όλη τη διάρκεια της παράστασης.

Το σκηνικό της Αθανασίας Σμαραγδή τόνιζε με πολύ κομψό και ταυτόχρονα στοχευμένο τρόπο αυτήν την πρόθεση. Όλη η σκηνή ήταν ντυμένη με τραχιά, ελαφρώς ακατέργαστη “πέτρα” . Ακόμη και στο πάτωμα βρίσκονταν πεταμένες πέτρες , εκτός από ένα σημείο στη μέση όπου τοποθετήθηκε μια πλατφόρμα όπου ήταν το σαλόνι του ενός ζευγαριού και συνέβαινε η δράση. Παρόλα αυτά είχες την εντύπωση ότι κάποιοι είχαν σκάψει σε μια σπηλιά, την είχαν ντύσει με σύγχρονα αντικείμενα και μπήκαν να κατοικήσουν σ” αυτήν. Έμοιαζε σαν οι άνθρωποι των σπηλαίων να άλλαξαν απλά διακόσμηση και ρούχα και να προχώρησαν στους αιώνες.

Αυτό βέβαια που ήταν η πιο ευχάριστη έκπληξη ήταν η υποκριτική δεινότητα των ηθοποιών.
Οι τέσσερις ηθοποιοί: Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης, Στεφανία Γουλιώτη, Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος και Λουκία Μιχαλοπούλου ήταν σαν ένα κουρτέτο από καλοκουρδισμένα βιολιά που παρήγαγαν καλοδουλεμένη και όμορφη μουσική. Οι χαρακτήρες που παρουσίασαν ήταν ξεκάθαροι, ολοκληρωμένοι, ο καθένας με τη δική του ιδιαιτερότητα και “τρέλα”. Ο καθένας ξεχωριστά και όλοι μαζί δημιούργησαν έναν παρανοϊκό κόσμο που έμοιαζε απόλυτα ρεαλιστικός και δεν σ” αφηνε στιγμή να πάρεις τα μάτια σου από πάνω του. Κέντησαν το ρόλο τους με απίστευτη μαεστρία. Άπειρες μικρές λεπτομέρειες που χρειάζεται πολλή δουλειά για να τις κάνεις να φαίνονται φυσικές και απλές. Οι ηθοποιοί πια φαίνεται να χάνονται σ” αυτό το δύσκολο πράγμα που κάνουν με την ευκολία ενός βιρτουόζου ηθοποιού.

Μια ευτυχής στιγμή για τα θεατρικά πράγματα της πόλης μας. Ένα επίπεδο παράστασης που σπάνια έχουμε την ευχαρίστηση να απολαύσουμε.

cityculture.gr/ γράφει η Σωτηρία Ζάνταλη


Σας αρέσει η σελίδα μας; Κάντε Like!