Οι επιδράσεις της Φωτογραφίας στη Ζωγραφική του 19ου αιώνα: Ρεαλιστές – οι πρώτοι υποστηρικτές της Φωτογραφίας

Written by

Courbet Atelier 1854

Ο Ρεαλισμός είναι το πρώτο κίνημα που συνδέθηκε ουσιαστικά με τη φωτογραφία. Ο κοινωνικοοικονομικός μετασχηματισμός και ο Θετικισμός του 19ου αιώνα, απαιτούσε μία νέα συνείδηση της πραγματικότητας. Το έργο τέχνης, έπρεπε να είναι μία πιστή αναπαραγωγή της πραγματικότητας, που διακρίνεται από αντικειμενική ακρίβεια.

Οι Ρεαλιστές αποδοκιμάζουν τη φαντασία των Ρομαντικών και του Baudelaire, ως ψευδή και μη αντικειμενική. Στρέφουν το βλέμμα τους στη πραγματικότητα, όπως την αντιλαμβανόμαστε εμπειρικά, παραμερίζοντας αισθητικές, ηθικές και θρησκευτικές συμβάσεις. Αποποιούνται το τίτλο του διανοούμενου καλλιτέχνη και ως απλοί ζωγράφοι, επιτίθενται στο Εδώ και στο Τώρα, με σκοπό, να εδραιώσουν με τα έργα τους τη πραγματικότητα. Στόχος τους είναι να κάνουν μια τέχνη επαναστατική, που προτάσσει τη σημασία των απλών καθημερινών και ανεπιτήδευτων σκηνών και αποκηρύσσει τα μεγαλεπήβολα ιστορικά, μυθολογικά και θρησκευτικά θέματα. Ζωγραφίζουν τη φύση μακριά από τα σκοτεινά μουσεία και τα ατελιέ και την αντιμετωπίζουν απρόσωπα, δηλώνοντας: «Δεν μπορούμε να ζωγραφίζουμε παρά αυτό που βλέπουμε» [1] . Το μάτι των Ρεαλιστών γίνεται ένας φωτογραφικός φακός, δεν τους ενδιαφέρει η επινόηση εικόνων, ή η φυγή από την πραγματικότητα και δεν επικαλούνται τη θεία έμπνευση.
Η ηγετική μορφή των Ρεαλιστών, Gustave Courbet (1819-1877), όπως γράφει ο Argan «ρεαλιστής εκ πεποιθήσεως δεν πίστεψε ποτέ πως το ανθρώπινο μάτι βλέπει περισσότερο ή καλύτερα από το φακό, αντιθέτως δεν δίστασε να μεταφέρει ζωγραφικά εικόνες από φωτογραφίες»[2] , όπως στη περίπτωση του γυμνού μοντέλου στο Εργαστήριο του Ζωγράφου, (εικ. 1).

G. Courbet Το εργαστήριο του Ζωγράφου

1: G. Courbet, Το εργαστήριο του Ζωγράφου, 1854, Musee d’ Orsay, Παρίσι.

Ως γνήσιος μαρξιστής, αντιμετωπίζει τις συνθήκες γύρω του με ανεπηρέαστες αισθήσεις και δημιουργεί έργα μαρτυρίες, όπως το Οι εργάτες που σπάζουν πέτρες (εικ.2), το οποίο σώζεται δυστυχώς μόνο ως φωτογραφική αναπαραγωγή.

G.Courbet Εργάτες που σπάζουν πέτρες

2: G.Courbet, Εργάτες που σπάζουν πέτρες, 1849, Gemaldegalerie, Δρέσδη, (καταστράφηκε στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο).

Με τους σύγχρονούς του φωτογράφους μοιράζεται τη πίστη στο βάρος της πραγματικότητας και στην αυθεντικότητα της μαρτυρίας [3], θέλοντας να δώσει την εντύπωση, ότι αυτό που ζωγράφισε είναι αληθινό και ο ίδιος ήταν παρών στην απεικονιζόμενη σκηνή. Με τις μνημειακές μορφές και την απόλυτη ακρίβεια στη λεπτομέρεια, δημιουργεί ένα έργο-ντοκουμέντο, φόρο τιμής στο μόχθο της χειρωνακτικής εργασίας.

Ο Courbet διατηρούσε φιλικές σχέσεις με πολλούς φωτογράφους και εξέφραζε δημόσια την εμπιστοσύνη του στο έργο τους. Παρόλο που έλεγε, ότι επιτρέπει στο Nadar «να κάνει ό,τι θέλει πάνω του»[4] , πίστευε ότι η φωτογραφική μηχανή, δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη χειροπονία του πίνακα. Η δουλειά του ζωγράφου, η εργατική δύναμη, είναι αυτή που δίνει βάρος στο έργο τέχνης και το κάνει πραγματικό, όχι η οπτική του σύλληψη για τον Courbet.

Millet, Ο Σπορέας

3: J. F. Millet, Ο Σπορέας, 1862, Cliche verre, Victoria&Albert Museum, Λονδίνο

Millet, Ο Σπορέας 1850

4: J.F.Millet, Ο Σπορέας, 1850, Museum of Fine Arts, Βοστώνη.

Η Σχολή της Barbizon από το 1848 στρέφεται στη φύση και τις αγροτικές εργασίες, όχι με την πολιτική ματιά του Courbet, αλλά με μία τάση για “οπισθοδρόμηση” προς ένα ρομαντικό νατουραλισμό. Επιλέγουν περισσότερο ποιητικά θέματα, με μία τάση για μνημειακότητα, γι’ αυτό και δεν επιλέγουν να αποδώσουν τους εργάτες της σύγχρονης μεγαλούπολης, αλλά τους αγρότες, που είναι ακόμη δεμένοι με τη γη και τη φυσική παραγωγή. Πολλοί ζωγράφοι της σχολής, όπως ο Jean Francois Millet (1814-1875), χρησιμοποιούν τα cliche-verre (εικ. 3), μία ιδιαίτερα δημοφιλή μέθοδο, κατά την οποία ο καλλιτέχνης προετοιμάζει με το χέρι ένα γυάλινο αρνητικό, το οποίο εν συνεχεία τυπώνεται σε φωτογραφικό χαρτί.

cityculture.gr/ γράφει η Γιώτα Χρήστου

[1] Freud G., Φωτογραφία και Κοινωνία, μτφ. Μαυροειδή Ε., Εκδόσεις Περιοδικού ΦΩΤΟγράφος, Αθήνα, 1996,  σ. 65.
[2] Αργκάν Τζ. Κ., Η Μοντέρνα Τέχνη, μτφ. Παπαδημήτρη Λ., Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράλειο, 2002,  σ. 88.
[3] Faunce S., Courbet, Harry N. Ambams Publishers, New York, 1993, p. 21.
[4] Doesschate Chu P.T., (ed), Correspondance de Courbet, Flammarion, Paris 1996, p.544.