Καλοκαιρινά ελληνικά τοπία

Written by

xorio

Τα κεραμίδια είναι παλιά, γεμάτα λειχήνες και σκοτεινές κηλίδες από βροχές και χιόνια περασμένων καιρών. Αλλού τα συγκρατούν μεγάλες πέτρες για να μην τα σηκώσουν οι αέρηδες.

Πέρα μακρυά βλέπεις τους ανεμόμυλους χωρίς πανιά να γυρίζουν στη φορά του ανέμου. Αλλά ο αέρας ακούγεται να διαπερνά τον όγκο τους, μέχρι να φτάσει στα σπίτια και στις εκκλησίες για να χορδίσει τις μικρές και μεγάλες καμπάνες.

Οι όγκοι των βουνών διαγράφονται στο πρώτο φως και αχνίζουν σαν γαλάζια συμπυκνωμένη σκόνη στο δειλινό εσπερινό σβήσιμο μέσα στη νύχτα.
Στις πλατείες ακούγονται φωνές και μουσικές συμπληρώνουν κύκλους χορών και ιστορίες τραγουδισμένων επών. Τα δέντρα ακούν και τα τζιτζίκια σιγοντάρουν τα παμπάλαια δοξαστικά.

Στην άχνα του μεσημεριού μεγαλώνουν οι σκιές και ο ασβέστης κρατάει τη δροσιά της περασμένης νύχτας, σαν χοντρό υφαντό σεντόνι απλωμένο απάνω του.

Νερά τρέχουν και κοκκινίζουν οι ροδιές το σφυγμό του νέου αίματος. Φύλλα πέφτουν από ψηλά καθώς τα φυσούν οι αέρηδες. Πέφτουν στις στέρνες, στα σπίτια, στους δρόμους. Πέφτουν στα μαλλιά και τα τινάζεις σαν να διώχνεις μια μέλισσα που στριφογυρίζει δίπλα σου για ώρα.

Βελάσματα ακούγονται και κουδούνια. Καμπάνες χτυπούν και οι παρακλήσεις ξετυλίγονται σαν αρχέγονες ικεσίες, γραμμένες σε σκούρα ρούχα και στο φως των αναμμένων κεριών με τις λεπτές φλόγες να τρεμοπαίζουν στο ρεύμα του αέρα.

Πηγαίνεις στο πανηγύρι και φοράς το καινούργιο σου φόρεμα και τα σανδάλια με τα λουράκια, όπως παλιά, στα παιδικά καλοκαίρια. Όταν έτρωγες παγωτό χωνάκι λιωμένο ανάμεσα στα δάχτυλα και στο μάγουλό σου. Όταν δοκίμαζες την πρώτη βουτιά με τη μάσκα και τα βατραχοπέδιλα εφεδρεία. Όταν χειροκροτούσες τα άλματα, με τους φίλους σου να γελούν με μεγάλα χαχανητά και χειρονομίες.

Ένα καράβι περνά ξυστά στα δελφίνια και τα αμπέλια χλωρά στάζουν χυμούς. Ελιές και κυπαρίσσια ανακατεύονται στον ύπνο σου γεμάτον αερικά στο όνειρο.

Φραγκόσυκα κοκκινίζουν και ένας γάιδαρος γκαρίζει στο πέρα λιβάδι, εκεί που βόσκει μοναχός και δεμένος μέσα στο μεσημέρι. Παράθυρα χτυπούν και τα σκυλιά γαυγίζουν επίμονα.

Μυρίζουν τηγανητά ψάρια και γεμιστά και κομμένο καρπούζι και μαστίχα λικέρ και αρμπαρόριζα και φρεσκοκομμένη σαλάτα.
Ένα ‘ξωκκλήσι γιορτάζει και το πέλαγος αφρίζει μαύρο και μπλαβί και μυρίζει κολώνια και θυμίαμα. Κάθεσαι στο πεζούλι και βλέπεις τον όγκο των πραγμάτων στη γεωμετρία του οκτάεδρου και στα ονόματα των ανέμων λουλούδια.

Σιτάρι και λάδι και κρασί και μέλι για τις ψυχές των νεκρών που έγιναν άστρα, αστερισμών συμπλέγματα και μύθων ιστορίες, για όσους μένουν για να θυμούνται. Ανοίγει ο κύκλος και κλείνει και σταγόνες βροχής πέφτουν στους χωμάτινους δρόμους και στα παλιά μονοπάτια με τις μεγάλες πέτρες οδοδείκτες και τα διάσπαρτα μελίσσια.

Κοιτάς ώρα πολλή τις σφηκοφωλιές καμωμένες με λάσπη και τα μυρμήγκια στη γραμμή, όπως οδεύουν για τις μικρές τρύπες τους, τις μερμηγκοφωλιές, κουβαλώντας άχυρα, ξυλάκια και φύλλα. Κουβαλώντας ψίχουλα που έπεσαν από το τραπέζι των ανθρώπων.

Άρτος επιούσιος, ψίχουλα επιστροφής όπως στα παραμύθια.
Περνάει ο καιρός και μέσα στα καλοκαιρινά ελληνικά τοπία είναι όλα όσα η ζωή απαιτεί και όσα το θαύμα της ύπαρξης αναγγέλει ανέλπιστα.

cityculture.gr/ γράφει ηΆγγελα Μάντζιου