ΧΟΛΙ: Η γιορτή των χρωμάτων

Written by

mera ton xromaton

Είναι γνωστό ότι οι Έλληνες «μαϊμουδίζουμε». Μετά από την πάροδο αιώνων δημιουργίας, δυστυχώς φτάσαμε σε ένα βαθμό κορεσμού και αποφασίσαμε ότι είναι καλύτερα να υιοθετούμε πολιτισμό από άλλους λαούς, παρά να παράγουμε.

Την Κυριακή 10 Σεπτεμβρίου 2017 οι νεοέλληνες Θεσσαλονικείς θα γιορτάσουν για μια ακόμη φορά τη διεθνή Ημέρα των Χρωμάτων, χωρίς να γνωρίζουν τι γιορτάζουν. Άραγε τους ενδιαφέρει κιόλας; Δυνατή μουσική, ποτό και έντονα χρώματα και κυρίως καλή παρέα, θα τους βοηθήσουν να ξεφύγουν, έστω και για λίγο, από την άχρωμη πραγματικότητα και να δουν το μέλλον πιο διασκεδαστικό και πολύχρωμο. Πολλοί υποστηρίζουν ότι η νέα γενιά δεν θα έχει μέλλον. Εγώ υποστηρίζω πως δεν θα έχουν παρελθόν, γιατί πολύ απλά δεν μπορούν να το δημιουργήσουν στο παρόν τους. Επομένως καλή διασκέδαση σε όλους!!!!!!!!!

Η γιορτή των χρωμάτων, γνωστή ως Χόλι, αλλά και ως Ντχούλι στα σανσκριτικά, είναι μια ινδουιστική θρησκευτική τελετή η οποία πραγματοποιείται στις αρχές της άνοιξης. Η γιορτή αυτή λαμβάνει χώρα κυρίως στην Ινδία, το Μπαγκλαντές, το Πακιστάν και το Νεπάλ, αλλά και σε χώρες όπου υπάρχει διασπορά Ινδών και πληθυσμών οι οποίοι έχουν ως θρησκεία τον Ινδουισμό.

Κεντρικά σημεία όλων των εκδηλώσεων θεωρούνται οι πόλεις Μαθούρα και Βρινταβάν στην περιοχή του Μπράζ, η οποία σχετίζεται άμεσα με το θεό Κρίσνα. Κατά την ινδουιστική παράδοση, ο Κρίσνα ήταν η όγδοη θεία μετενσάρκωση (άβαταρ) του θεού Βισνού. Ο μπλε θεός Κρίσνα συνήθως απεικονίζεται με τη μορφή παιδιού που παίζει φλάουτο ή ως νεαρός πρίγκιπας από σκηνές του Μπαγκαβάτ Γκίτα. Ο Κρίσνα γεννήθηκε, με βάση αστρολογικούς υπολογισμούς στις 18 Ιουλίου του 3228 π.Χ. Ο Κρίσνα έγινε ευρύτατα γνωστός και εκτός των Ινδουιστών μετά το 1966, όταν το κίνημα των Παιδιών των Λουλουδιών ή Χίπις διέδωσαν την λατρεία του στο Δυτικό Κόσμο.

nearos indosΝεαρός Ινδός βαμμένος στα χρώματα του θεού Κρίσνα

Η γιορτή Χόλι έχει τις ρίζες της στο σανσκριτικό δράμα Ρατναβάλ γραμμένο τον 7ο μ.Χ. αιώνα.
Παραμονή της γιορτής ανάβουν φωτιές οι οποίες ονομάζονται Χολίκα Δαχάν και κατά την εορτή οι πιστοί πετούν σύμφωνα με το έθιμο ο ένας στον άλλο χούφτες με πολύχρωμη σκόνη γεμίζοντας τον αέρα με μία πανδαισία χρωμάτων. Τα παλιά τα χρόνια, τα χρώματα τα έφτιαχναν οι ίδιοι οι συμμετέχοντες από κόκκινα και πορτοκαλί άνθη που εμποτίζονταν σε νερό μέχρι να εκχειλιστούν οι χρωστικές. Σε άλλες περιπτώσεις χρησιμοποιούσαν το aabir, ένα φυσικά χρωματισμένο ταλκ.

Χολίκα Δαχάν

Χολίκα Δαχάν

mera xromaton

Πανδαισία χρωμάτων γεμίζουν τον αέρα

louloudia gia mera xromaton

Λουλούδια για παραγωγή χρωμάτων

koskinisma

Το κοσκίνισμα των λουλουδιών για την παραγωγή aabir

Υπάρχουν δυο παραλλαγές για τη δημιουργία των εορταστικών εκδηλώσεων, οι οποίες πέρα από το θρησκευτικό τους μέρος, έχουν καθιερωθεί ως ο επίσημος αποχαιρετισμός του χειμώνα και το καλωσόρισμα της πολύχρωμης άνοιξης.
Σύμφωνα με τον πρώτο μύθο, «ο Χιρανιακασίπου, ο βασιλιάς των δαιμόνων, είχε λάβει ευλογία από τον θεό Μπράχμα ώστε να παραμένει αθάνατος και κανείς να μην μπορεί να τον σκοτώσει. Σύντομα όμως ο Χιρανιακασίπου έγινε αχάριστος και αλαζόνας, απαρνήθηκε τους θεούς και απαγόρευσε με απειλές στους πιστούς τη λατρεία τους. Ωστόσο ο γιος του δαίμονα, Πραχάλντα ήταν πιστός στο θεό Βισνού και παρά τις προσπάθειες του εξοργισμένου πατέρα του να τον σκοτώσει, ο Πραχάλντα πάντα επιβίωνε και συνέχιζε να λατρεύει τον Βισνού. Τότε ο Χιρανιακασίπου τον έριξε σε φωτιά να καεί, ωστόσο η αδελφή του Χιρανιακασίπου, Χολίκα προστάτευσε τον ανιψιό της και πήρε τη θέση του στη φωτιά σώζοντάς τον. Το Χόλι, είναι αφιερωμένο στην αυτοθυσία της Χολίκα και γίνεται κάθε Άνοιξη».

krisna

Ο Κρίσνα, η Ράντα και τα κορίτσια Γκιπούς ρίχνοντάς τους χρώματα

poli mathoura

Στην πόλη Μαθούρα που ήταν η γενέτειρα του θεού Κρίσνα, οι εορτασμοί κρατούν 16 ημέρες και είναι αφιερωμένοι στην αγάπη της θεάς Ράντα για τον Κρίσνα.

«Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε στις πεδιάδες του Ινδουστάν ένας νεαρός πρίγκιπας που κυβερνούσε μια φυλή αγελαδοτρόφων. Το όνομά του ήταν Κρίσνα και ήταν, όπως λένε οι μύθοι, υπερβολικά ωραίος. Το σώμα του είχε το χρώμα του λυκόφωτος, το πρόσωπό του ήταν λαμπερό σαν τη σελήνη, και ήταν και δεξιοτέχνης μουσικός: έπαιζε ένα μαγικό αυλό που αιχμαλώτιζε τις καρδιές των ανθρώπων και των ζώων, ακριβώς όπως οι ύμνοι των θηλυκών κενταύρων κατακτούν τη θάλασσα και τον ουρανό, ή οι δονήσεις της ετοιμοθάνατης βροντής υποδουλώνουν τις καρδιές των μεγάλων βουνών.
Όλες οι νέες γυναίκες της ευλογημένης εκείνης γης παρακαλούσαν μέσα τους βαθιά να γίνουν οι αγαπημένες του. Όταν του κρατούσαν συντροφιά είχαν τα μαλλιά τους στεφανωμένα με ευωδιαστό γιασεμί, τους λαιμούς τους στολισμένους με τους κίτρινους ανθούς της κασσίας, και στα χέρια τους κρατούσαν γλυκούς λωτούς, που μέσα στην απόλυτα λευκή τους άνθιση έμοιαζαν αθώοι, όπως κι οι ευγενικές τους οι καρδιές, οι οποίες ξεχείλιζαν από αγάπη.
Τη Ράντα, μια χαριτωμένη υπηρέτρια, επέλεξε τελικά για νύφη του ο Κρίσνα. Η πίστη της σ’ αυτόν ήταν τόσο βαθιά λέει, που μπορούσε να τη δει, όπως κάποιος άλλος θα μπορούσε να νιώσει το άρωμα ενός λουλουδιού απλά κοιτώνας τη γύρη του. Την παντρεύτηκε λοιπόν και την πήρε να ζήσει μαζί του σ’ ένα όμορφο παλάτι, όπου οι ταράτσες ήταν στρωμένες με μαγευτικά κρύσταλλα και περικυκλωμένες από γαλήνιες λίμνες που αντανακλούσαν τα αστέρια.
Κάποια μέρα μια γριά γυναίκα, ζαρωμένη και κατάκοπη, πήγε και χτύπησε την πόρτα του παλατιού του Κρίσνα. Με το που μπήκε μέσα ρώτησε κατά πόσο θα μπορούσε να πιάσει δουλειά εκεί, μια και ήταν πεινασμένη και φτωχή και δεν είχε που αλλού να πάει. Η καλόψυχη Ράντα τη λυπήθηκε. Της έδωσε λοιπόν ρούχα και φαγητό και την προσέλαβε για να κάνει τις δουλειές του σπιτιού. Εκείνο που δεν ήξερε η καημένη η κοπέλα είναι ότι η γριά στην πραγματικότητα ήταν μια μάγισσα, που μπορούσε ν’ αλλάζει μορφή, κι η οποία καθηλώθηκε από την ομορφιά του Κρίσνα, κι αποφάσισε να πάρει τη θέση της σαν γυναίκα του.
Πέρασαν λίγες μέρες, στη διάρκεια των οποίων η γριά απέκτησε πολύ καλή γνώση των τρόπων και των συνηθειών του παλατιού. Και έτσι σκέφτηκε ότι είχε φτάσει πια η κατάλληλη στιγμή για να πραγματοποιήσει την επιθυμία της. Είχε καταστρώσει ένα σατανικό σχέδιο, σύμφωνα με το οποίο τη Ράντα θα τη σκότωνε ο ίδιος ο Κρίσνα. Πήγε λοιπόν και έσφαξε μια κατσίκα και τη νύχτα μπήκε κρυφά στο δωμάτιο όπου κοιμόταν η κοπέλα και έβαψε το πρόσωπό της με το αίμα του ζώου. Μετά κάθισε και περίμενε μέχρι να ξημερώσει. Με το που βγήκε το πρώτο φως της μέρας πήγε και βρήκε τον Κρίσνα και τον προσκάλεσε να πάει μαζί της για να δει, ότι η γυναίκα που παντρεύτηκε ήταν στην πραγματικότητα ένας δαίμονας, ο οποίος έτρωγε τους ανθρώπους και τα ζώα ενώ ήταν ακόμη ζωντανά. Ο Κρίσνα, βλέποντας το αίμα στο πρόσωπο της Ράντα, πίστεψε στ’ αλήθεια ότι είχε όντως παντρευτεί ένα δαίμονα και, τραβώντας το σπαθί του, τη σκότωσε και την έκοψε κομματάκια, τα οποία έθαψε στο πυκνό δάσος.
Η ψυχή της κοπέλας όμως ήταν καθαρή και καθαγιασμένη σαν ένα ναό, έτσι, μετά το φονικό, μεταμορφώθηκε σ’ ένα μεγαλοπρεπές παλάτι. Τα χέρια και τα πόδια της έγιναν επιβλητικές κολώνες, σμιλεμένες από το καλύτερο μάρμαρο. Το κεφάλι της έγινε ένας εκπληκτικός τρούλος, πάνω στον οποίο οι μαύρες της κοτσίδες, οι στεφανωμένες με λουλούδια, χάραζαν την πορεία τους σαν όμορφα αναρριχητικά, ενώ το υπόλοιπο διαμελισμένο της κορμί μετατράπηκε σε μια λίμνη από καθάριο κρυστάλλινο νέκταρ, όπου ολάκερος ο ναός αναπαυόταν. Και τα μάτια της μεταμορφώθηκαν σ’ ένα ζευγάρι περιστέρια, τα οποία κάθονταν στη βεράντα εκείνου του φανταστικού κτηρίου μέσα στην ερημιά, γουργουρίζοντας απαλά όλη μέρα.
Ο Κρίσνα, κάποια φορά, πήγε στο δάσος για κυνήγι, κι έχοντας απομακρυνθεί απ’ τους συντρόφους του, χάθηκε ανάμεσα στην πυκνή και μπερδεμένη βλάστηση που τον περιτριγύριζε. Καθώς έπεφτε το βράδυ συνέχισε την περιπλάνησή του μέχρι που, με μεγάλη του έκπληξη, είδε ένα πανέμορφο ναό να αναδύεται μέσα από την ομίχλη του κατά τα άλλα έρημου εκείνου τόπου. Του άρεσε τόσο πολύ ώστε σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να αναπαυτεί εκεί μέχρι την επόμενη μέρα. Έδεσε λοιπόν το άλογό του σ’ ένα δέντρο, του έδωσε καμπόσο σανό για να φάει, και μάζεψε κι ο ίδιος αρκετά φρούτα με τα οποία δείπνησε. Μέτα πήγε και ξάπλωσε κάτω από τη βεράντα του ναού για να κοιμηθεί. Δεν πρόλαβε όμως καλά- καλά να κλείσει τα μάτια του όταν ξαφνικά άκουσε φτερουγίσματα πάνω από το κεφάλι του. Ανοίγοντας τα μάτια είδε δύο ευγενικά περιστέρια να έρχονται και να κάθονται το ένα δίπλα στο άλλο πολύ κοντά του, και να πιάνουν κουβέντα:
«Αυτός είναι ο άκαρδος άντρας που έκοψε τη γυναίκα του κομματάκια», άκουσε το αρσενικό περιστέρι να λέει, «απλά και μόνο επειδή μια κακιά μάγισσα πήγε και του είπε ένα ψέμα».
«Ναι, αλλά δεν μπορεί να βρει τη γυναίκα του ξανά;» ρώτησε το θηλυκό. «Απλά ήταν εύπιστος. Τον εξαπάτησαν, κι έτσι το φταίξιμο δεν είναι αποκλειστικά δικό του».
«Δίκιο έχεις, δεν φταίει μόνο αυτός», απάντησε το αρσενικό. «Πράγματι εξαπατήθηκε. Και ίσως να μπορεί να βρει τη γυναίκα του, αλλά δεν ξέρει πως».
«Πες μου λοιπόν. Πώς μπορεί να τη βρει;» ρώτησε απαιτητικά το θηλυκό, μ’ ένα ύφος που έσταζε ευσπλαχνία.
«Καλά, θα σου πω», αποκρίθηκε το αρσενικό. «Η γυναίκα του και η συντροφιά της έρχονται για μπάνιο στη λίμνη με το νέκταρ τα μεσάνυχτα. Αυτή φοράει ένα κατακόκκινο σάρι, ενώ οι υπηρέτριές της φοράνε ρόμπες στο χρώμα του κρόκου. Αν πάει και κλέψει τα ρούχα τους και αρχίσει να τις πειράζει, η γυναίκα του θα καταλάβει από τα παιχνιδιάρικά του κόλπα ότι είναι ο άντρας της και θα επιστρέψει κοντά του ξανά».
Ο Κρίσνα άκουσε προσεκτικά κάθε λέξη που είπε το αρσενικό. Έτσι παρέμεινε ξαπλωμένος εκεί, υπολογίζοντας ανήσυχα και ανυπόμονα το χρόνο, μέχρι που έφτασαν επιτέλους τα μεσάνυχτα. Τότε πήγε και κρύφτηκε πίσω από τις πύλες του ναού, και όντως πολύ σύντομα είδε τη Ράντα με τις υπηρέτριές της να έρχονται, γελώντας δυνατά και λέγοντας τραγούδια. Μόλις έφτασαν στη λίμνη με το νέκταρ, ξέδεσαν τις ζώνες τους, έβγαλαν τα σάρι τους και πετώντας τα ανέμελα στο έδαφος, βούτηξαν στα γαληνεμένα νερά. Ο έρωτας ξύπνησε τον πόθο στα σωθικά του Κρίσνα, ο οποίος πήγε σιγοπατώντας στις όχθες της λίμνης, μάζεψε βιαστικά τις ρόμπες και στη συνέχεια σκαρφάλωσε μαζί τους σ’ ένα δέντρο που βρισκόταν εκεί κοντά. Τότε έβγαλε τον αυλό του και άρχισε να παίζει και με τις μελωδίες του κατάφερε να γοητεύσει τις καρδιές των γυναικών που τον κοιτούσαν έκπληκτες, με θαυμασμό αλλά και με ντροπή. Δεν άργησαν ν’ αναγνωρίσουν τον Κρίσνα, τον αγαπημένο τους.
Με ενωμένα τα χέρια σε μια ικεσία και τα μάτια χαμηλωμένα από τη ντροπή, με δειλά χαμόγελα στα χείλη, άρχισαν να τον εκλιπαρούν: «Ω, δώσε μας πίσω τα ρούχα μας, τα οποία κρέμασες στα κλαδιά του δέντρου, αγαπημένε!»
Αυτός, αντί να τις εισακούσει, τους πέταξε τρυφερά κλαδάκια και συνέχισε να τις πειράζει, παίζοντας στον αυλό του ακατανόητους μικρούς σκοπούς.
«Ω, δώσε μας πίσω τα ρούχα μας, αγαπημένε, και θα σου χαρίσουμε την αγάπη μας», ξεφώνισαν όταν κατάλαβαν ότι είχε όρεξη για παιχνίδια.
«Ένα φιλί από κάθε υπηρέτρια είναι τα λύτρα που ζητώ, ενώ τη Ράντα τη θέλω για να την παντρευτώ και πάλι», τους απάντησε τραγουδιστά.
Οι ζώνες των γυναικών κουδούνιζαν καθώς χόρευαν, και τα χέρια τους δεν κουράζονταν να επιδίδονται στα παιχνίδια της αγάπης, καθώς η μια μετά την άλλη στη διάρκεια της φεγγαρολουσμένης νύχτας, άρχισαν να πληρώνουν τα λύτρα του ενός φιλιού στον Κύριό τους, προτού τον δουν να παντρεύεται με τη Ράντα για μία ακόμη φορά».

cityculture.gr/ γράφει ο Παναγιώτης Καμπάνης*

* Ο Παναγιώτης Καμπάνης είναι Δρ. Αρχαιολόγος-Ιστορικός, Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού, Μεταδιδακτορικός ερευνητής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
rantaxromatamera twn xromaton


Σας αρέσει η σελίδα μας; Κάντε Like!