Μπροστά στα τείχη της Κτησιφώντος

Written by

«Πρέπει να ειδοποιήσουμε τον Βασίλειο …. απέτυχα, απέτυχα, απέτυχα». Τρομαγμένοι οι ομοϊδεάτες του, τον έκρυψαν πίσω από τις ασπίδες τους στην πρώτη σειρά της λεγεώνας που στέκονταν στην εφεδρεία μακριά από τη συμπλοκή. Δεν θα αργούσαν οι άνθρωποι της φρουράς του αυτοκράτορα να σαρώσουν το στρατόπεδο για να πιάσουν ζωντανό , εάν μπορούσαν, τον προδότη εκείνον που προσπάθησε να σκοτώσει τον δικό τους Αύγουστο. Κι’ αυτός φώναζε!!! Θα τους έπιαναν και θα τους σφαγίαζαν όλους εξαιτίας του. Ο θόρυβος ήταν φοβερός. Οι αξιωματικοί του Ιουλιανού ούρλιαζαν διαταγές κραδαίνοντας τα ξίφη τους. Οι Πέρσες είχαν εδώ και αρκετή ώρα αποσυρθεί μετά την παράτολμη επίθεσή τους στην οπισθοφυλακή του ρωμαϊκού στρατεύματος. Ότι όμως δεν ονειρεύονταν καν πως θα πετύχουν, να που το τόλμησαν οι εξωμότες των εχθρών τους. Ο φονιάς έφυγε γρήγορα από τον ανίερο χώρο της σφαγής και όταν οι αλαφιασμένοι σωματοφύλακες του Αύγουστου κατάλαβαν από πού τους ήρθε η συμφορά, έστρεψαν τα δόρατά τους προς την κατεύθυνση του στρατοπέδου και λυσσασμένοι από ιερό μένος αναζητούσαν τον δειλό λεγεωνάριο.

Ο Μερκούριος έβγαλε την πανοπλία του, την έδωσε στους συνεργάτες του και φόρεσε τα κουρέλια που του πέταξαν. Βγήκε από τις γραμμές και προσπάθησε να δείξει τρομοκρατημένος από την είδηση του θανάσιμου τραυματισμού του αυτοκράτορα. Περπατώντας κατευθύνθηκε πίσω προς τον καταυλισμό των βοηθητικών. Ένας έφιππος αξιωματικός πέρασε καλπάζοντας δίπλα του τρομάζοντας τον τόσο που (τόσο το καλύτερο για αυτόν) έπεσε με το πρόσωπο στις λάσπες. Οι κατάφρακτοι λεγεωνάριοι που ακολουθούσαν το άλογο τρέχοντας δεν έδωσαν καμιά σημασία στον πεσμένο στη λάσπη κουρελή. Ο φονιάς που έψαχναν θα έπρεπε να ήταν κάποιος άγριος, γενειοφόρος ίσως, τρομερός Πέρσης πολεμιστής. Αλλιώς πώς θα προσέγγιζε τον εξαιρετικό μαχητή Ιουλιανό. Έτσι σκέφτηκαν στην αρχή. Αργότερα, όταν διαπίστωσαν πως κανένας Πέρσης δεν είχε περάσει τις ρωμαϊκές γραμμές, ούτε κάποιο πτώμα βαρβάρου κείτονταν δίπλα στον τόπο της απόπειρας, τότε για πρώτη φορά υποψιάστηκαν πως ο ιερόσυλος ήταν λεγεωνάριος. Το βράδυ έμαθαν πως το ακόντιο που τον πλήγωσε ήταν ρωμαϊκό!!! Η ντροπή όλων τους ήταν αφάνταστη.
Στην υπερυψωμένη άκρη του στρατοπέδου η σκηνή του αυτοκράτορα έμοιαζε με μεταλλικό πλοίο. Οι στρατιώτες την είχαν περιτριγυρίσει με τις πορφυρές ασπίδες τους και με προτεταμένα τα ξίφη τους κρατούσαν τους πάντες μακριά. Η διαταγή του Αμμιανού Μαρκελλίνου ήταν σαφής και η ποινή για την παρακοή της επίσης: θάνατος. Κανένας δεν έπρεπε να πλησιάσει τη σκηνή. Μόνο όταν θα έφερναν τον φονιά μπροστά στη Νέμεση του. Κανένας δεν έπρεπε να μάθει πως δεν αναζητούσαν τον «φονιά» αλλά τον … επίδοξο φονιά. Γιατί ο Ιουλιανός ζούσε ακόμη. Πληγωμένος βαριά με μια αιμορραγία που τον εξάντλησε και αποκαμωμένο τον καθήλωσε στην κλίνη του, χωρίς δύναμη να κινηθεί ή να μιλήσει καν. Ο Ορειβάσιος περιποιείται την πληγή του. Αποθέτει με προσοχή πάνω στην αίμουσα πληγή στα πλευρά του τους ποτισμένους με τα βάμματα των βοτάνων επιδέσμους (που χρόνια συγκεντρώνει ο ίδιος). Το βλέμμα του Ιουλιανού του λέει πως οι επίδεσμοι του απαλύνουν τους πόνους. Και να σκεφτείς πως όταν τον χτύπησαν ο ίδιος καθησύχασε τους συμπολεμιστές τους λέγοντας πως δεν είναι τίποτε σπουδαίο!!! Γύρω από την κλίνη του όλοι οι φίλοι του, ο σωματοφύλακας του Κάλλιστος, ο Ορειβάσιος ο γιατρός του, ο Μάξιμος και ο Πρίσκος οι φιλόσοφοι δάσκαλοι του, ο αδελφικός του φίλος Σαλλούστιος και ο Λιβάνιος.
«Ίσως και ας με συγχωρέσουν οι Θεοί γιατί αυτοί μόνο ξέρουν πως το λέω, ίσως λέω, εάν ο Ιουλιανός ζήσει μετά το δολοφονικό μαχαίρι. Ίσως τότε μόνο αλλάξει και δει επιτέλους την αληθινή ψυχή των Γαλιλαίων». Ο Ορειβάσιος ήταν σίγουρος πως ο Ιουλιανός τον άκουσε. Δεν ήθελε να τον ταράξει αλλά ως κορυφαίος γιατρός που ήταν, ήξερε, μόνο αυτός αυτή τη στιγμή, πως ο αυτοκράτορας θα νικούσε και σε αυτή τη μάχη, στη μάχη για τη θνητή ζωή του.
«Μπορώ να ξετρυπώσω όλους τους χριστιανούς που κρύβονται στις λεγεώνες μας καίγοντας υποκριτικά λιβάνι στους Θεούς. Πρέπει να τους εξοντώσουμε όλους» Με τα μάτια θολά από τα δάκρυα και με αίματα ακόμη στα γένια και στα χέρια του από τους Πέρσες που κάτεκοψε αλλά και τον «ιχώρα» του τραυματισμένου Αύγουστου που μετέφερε από το μέτωπο της μάχης στη σκηνή, ο Κάλλιστος ξέσπασε την οργή του που ξεχείλιζε. Μόνο το αίμα των Γαλιλαίων και ας ήταν λεγεωνάριοι, θα ηρεμούσε την ανταριασμένη του καρδιά. Ο Λιβάνιος του έπιασε το μπράτσο και του ψιθύρισε σχεδόν δαγκώνοντας το αυτί του:
«Ο Ιουλιανός πρέπει να ζήσει, αλλά πρέπει να κλάψει πρώτα η οικουμένη για το θάνατό του. Πρέπει να κλάψει για να εξιλεωθεί. Πρέπει να ματώσει από το ξίφος του Πέρση για να τιμωρηθεί και πρέπει να δει τους Γαλιλαίους όπως είναι…..»
«Ψεύτες, υποκριτές, επίορκοι, φονιάδες, δειλοί, προδότες, αυτοί είναι», ούρλιαξε ο Κάλλιστος.
«Είναι όλα αυτά. Αυτό όμως δεν πρέπει να το πούμε εμείς στους λαούς. Πρέπει να το νοιώσουν μόνοι τους. Θα πονέσουμε μαζί τους, θα ματώσουμε αλλά ….πρέπει να νοιώσουν». Ο Λιβάνιος είπε αυτά τα λόγια γυρίζοντας προς όλους όσους ήταν στη σκηνή κοιτάζοντας τους έντονα και με νόημα.
Τα παραπετάσματα της σκηνής άνοιξαν και ο μόνος που θα μπορούσε να περάσει από τους οργισμένους στρατιώτες, μπήκε στη σκηνή, ο Αμμιανός Μαρκελλίνος, ο ακατάβλητος χιλίαρχος που τόσο σέβονταν και ο ίδιος ο Ιουλιανός.
«Πρέπει να βγούμε όσο πιο γρήγορα γίνεται και να ανακοινώσουμε πως ο Αύγουστος ζει. Οι λεγεώνες πιστεύουν πως πεθαίνει και δεν θα αργήσουν να ανεβάσουν στην ασπίδα κάποιον. Οι χριστιανοί μάλιστα φαίνεται πως τραβολογάνε έναν μπεκρή τον Ιοβιανό. Πρέπει να δράσουμε. Αποφασίστε γρήγορα». Ο Λιβάνιος τον τράβηξε κοντά του στην άκρη στης σκηνής και τον ενημέρωσε για τα σχέδια της κοινότητας.
Όταν ο Αμμιανός βγήκε από τη σκηνή για να εκτελέσει τις διαταγές ο Ορειβάσιος γύρισε προς τους φίλους του και τους είπε:«Ο Ιουλιανός δεν θα πεθάνει. Δεν θα μιλήσει όμως για αυτό κανείς σας μέχρι να περάσουν τρεις μέρες. Δεν θα πεθάνει αλλά θα «αναστηθεί». Ο κόσμος χρειάζεται το θαύμα της «ανάστασης» του. Δεν πρέπει όμως και να τον κοροϊδέψουμε. Αυτό δεν θα το ήθελε και ο ίδιος ο Ιουλιανός. Θυμηθείτε όσα έγραψε στο «Κατά Γαλιλαίων». Θα τον δώσουμε στην ανθρωπότητα σε τρεις μέρες. Μέχρι τότε θα κλάψουμε και …….θα δράσουμε».
Στο στρατόπεδο που κόχλαζε, οι πραιτωριανοί με τα μάτια υγρά από το κλάμα για τον πληγωμένο τους ηγέτη, άρπαζαν όποιον τους υποδείκνυαν πως ήταν χριστιανός και με χτυπήματα, φτυσίματα και βρισιές τον έσπρωχναν προς το κέντρο του καταυλισμού όπου σύντομα θα στήνονταν τα στρατιωτικά δικαστήρια που ήταν πλέον ξεκάθαρο πως θα καταδίκαζαν σε βασανιστικό θάνατο όλους τους χριστιανούς του στρατεύματος αδιακρίτως από τη συμμετοχή τους ή όχι στην πιθανή συνομωσία. Ένα μόνο πράγμα έμενε στον Μερκούριο να κάνει. Μαζί με τους πιστούς του συνεργάτες έπραξαν αυτό που τόσο προνοητικά τους είχε συμβουλεύσει ο Βασίλειος….. Λιντσάρισαν τους συνθρησκευτές τους. Αιφνιδιασμένοι αυτοί και πριν προλάβουν να αντιληφθούν τι γίνεται, έπεσαν στα χέρια των μέχρι χθες ομοτράπεζων τους που τους χτύπησαν με απίστευτη βιαιότητα που αρχικά ξάφνιασε και τους ίδιους τους εθνικούς λεγεωνάριους. Με βρισιές οι συνωμότες τους οδήγησαν στους δήμιους ουρλιάζοντας πως θα πρέπει να εκτελεστούν αμέσως, χωρίς δίκη ή απολογία. Η αστραπιαία αντίδραση των συνωμοτών της ομάδας στήριξης του Μερκούριου τους έσωσε, έστω προσωρινά, αφού οι χριστιανοί λεγεωνάριοι μετά το πρώτο σάστισμα από την επίθεση που δέχθηκαν, άρχισαν να διαμαρτύρονται, να ομολογούν και να καταδίδουν τους ηγέτες της προδοσίας.. όμως ο χρόνος που τους εξασφάλισε η «αγιασμένη» συμβουλή ήταν πολύτιμος και η μικρή ομάδα των προδοτών που γλίτωσε τη σύλληψη και τον προπηλακισμό, κατόρθωσε να σελώσει τα άλογά της και να δραπετεύσει από το ανάστατο στρατόπεδο.
Ο Αμμιανός κατέφθασε σύντομα από την αυτοκρατορική σκηνή στον χώρο όπου είχαν συγκεντρωθεί οι κακοποιημένοι χριστιανοί που τώρα στέκονταν γονατιστοί και προσεύχονταν στον Γαλιλαίο να σώσει τον Ιουλιανό!!! Έναν Αύγουστο που και οι ίδιοι αγαπούσαν καθώς ποτέ δεν τους καταδίωξε για την πίστη τους αλλά και μιλούσε μαζί τους όποτε μπορούσε προσπαθώντας να τους πείσει για το όραμα του για ένα νέο Κόσμο. Νατους πείσει!!! Έτρεμαν στην ιδέα πως εάν ο Αύγουστος πέθαινε οι απαρηγόρητοι πιστοί του λεγεωνάριοι θα ξεσπούσαν όλη την οργή και τη θλίψη τους πάνω τους. Και ας μην είχαν αυτοί ούτε ιδέα για τα σχέδια του Μερκούριου και της δράκας των συνωμοτών του. Με το στόμα γεμάτο αίμα και σπασμένα δόντια ο χριστιανός εκατόνταρχος είπε στον Αμμιανό το όνομα του Μερκούριου, αυτού του «πιστού» σωματοφύλακα του Ιουλιανού, και έδειξε προς την νότια πύλη του στρατοπέδου όπου ακόμη φαινόταν ο κουρνιαχτός από τα άλογα των προδοτών που κάλπαζαν προς τα σκοτεινά βουνά της Κιλικίας.
Ο χιλίαρχος βροντοφώναξε εντολές για να τους κυνηγήσουν αλλά και να μην αγγίξουν τους κρατούμενους. Κανένας δεν μπορούσε να αμφισβητήσει τον χιλίαρχο που τον σέβονταν όλοι οι λεγεωνάριοι, τόσο για τις ηγετικές του ικανότητες και την ανδρεία του όσο και την αίσθηση του δικαίου που τον χαρακτήριζε. Οι χριστιανοί μπορούσαν να είναι ήσυχοι πως όποια και αν ήταν η εξέλιξη του τραυματισμού του Ιουλιανού κανένας δεν θα τους θανάτωνε χωρίς δίκη. Ο Αμμιανός τώρα στις σκηνές των χριστιανών όπου πληροφορήθηκε πως κάποιοι ετοιμάζονταν να στέψουν νέο Αύγουστο. Γύρισε και μίλησε στους υπασπιστές του:
«Τώρα είναι η ώρα της δράσης. Τέρμα οι ολιγωρίες, οι ενδοιασμοί, οι ανόητες ευαισθησίες. Θα χύσουμε σήμερα λίγο αίμα για να στερέψουνε τα ποτάμια που ετοιμάζει η εκκλησία των Γαλιλαίων για να αρδεύσει τους λειμώνες της». Έδωσε εντολή στους λογχοφόρους του να συλλάβουν τον άτυχο Ιοβιανό που κάποιοι έσπευσαν αλόγιστα να ανεβάσουν στην ασπίδα. Οι φωνές των χριστιανών λεγεωνάριων που ζητωκραύγαζαν κόπηκαν κυριολεκτικά με το μαχαίρι μαζί με τους λαιμούς που τις έβγαζαν. Ο Αμμιανός κοίταξε γύρω του με σταθερό και αποφασιστικό βλέμμα και φώναξε:
«Η Αυτοκρατορία έχει Αύγουστο και είναι ο Ιουλιανός». Οι λεγεώνες τον αποθέωσαν.
Το ξημέρωμα βρήκε τον Μερκούριο και τους συνεργάτες του εξαντλημένους και κάθιδρους πάνω στα ετοιμοθάνατα άλογά τους. Το μοναστήρι του Βασιλείου ήταν ακόμη πολύ μακριά στα άγρια βουνά της Καππαδοκίας. Ένοιωθε όλο το βράδυ πως έτρεχε στην κόψη ενός τεράστιου καλοακονισμένου σπαθιού. Δεν ήξερε καν αν την επαύριο θα ήταν ένας δοξασμένος επίσκοπος ή ένας «άγιος» όπως του είχε υποσχεθεί ο Βασίλειος ή θα πλησίαζε το ντροπιαστικό του τέλος στα χέρια του δήμιου όπως ίσως και να του άξιζε. Σε αυτόν έναν δειλό λιποτάκτη που χτύπησε πισώπλατα τον πιο μειλίχιο ηγεμόνα που γνώρισε ο κόσμος. Άφησε τους εμβρόντητους συνωμότες και γύρισε το άλογο του προς τα πίσω. Κλαίγοντας προσευχήθηκε στον Γαλιλαίο να σωθεί ο θείος Ιουλιανός και κάλπασε με εμπιστοσύνη προς τον Ήλιο της δικαιοσύνης του. Ο Βασίλειος περίμενε με αγωνία τα νέα της διπλής προδοσίας.
Ο ήλιος πλημμύρισε με το φως του το στρατόπεδο που είχε μείνει άϋπνο το προηγούμενο βράδυ. Ο Αμμιανός βγήκε από την αυτοκρατορική σκηνή και στάθηκε μπροστά στις λεγεώνες. Τίποτε δεν έπρεπε να ξεστρατίσει το στράτευμα από τον δρόμο του πολέμου που άνοιξε ως νέος Μέγας Αλέξανδρος, ο Ιουλιανός. Οι κατατρομαγμένοι από την ορμή του νεαρού Ρωμαίου στρατηλάτη Πέρσες του Σαπώρ δεν έπρεπε να βρουν στιγμή ησυχία. Με δυνατή και σταθερή φωνή ο σκληροτράχηλος στρατιωτικός έδωσε εντολές για επανασύνταξη των λεγεώνων. Η μέρα χάραζε. Τα τείχη της Κτησιφώντας φάνταζαν μέσα στο λυκαυγές τόσο αιθέρια όσο αποδείχθηκαν και το ίδιο κιόλας απόγευμα.
Ο Ιουλιανός ήταν στην κλίνη του αλλά και μέσα σε κάθε λεγεωνάριο. Κρατούσε το ξίφος και την ασπίδα όλων των πολεμιστών. Έτσι ένοιωθαν όλοι εκείνο το πρωϊ. Ο κόσμος είχε γεμίσει Ιουλιανούς και το μέλλον του δεν θα ήταν ποτέ ξανά το ίδιο με το παρελθόν.

cityculture.gr/ γράφει ο Γιάννης Μπαχάς Εκπαιδευτικός-συγγραφέας


Σας αρέσει η σελίδα μας; Κάντε Like!