H Αγριόπαπια σε σκηνοθεσία Δημήτρη Τάρλοου – κριτική της παράστασης

Written by

Ο Δημήτρης Τάρλοου σκηνοθετεί στο θέατρο Πορεία το εμβληματικό έργο του Ε. Ίψεν Η Αγριόπαπια. Ο Γκραίγκερς γυρίζει στην πατρίδα του έπειτα από χρόνια απουσίας σ’ ένα ερημικό μέρος, όπου ανέπτυξε τη φιλοσοφία του για τη ζωή, την οποία αποκαλεί «επιταγή του ιδεώδους». Εκεί ξανασυναντά τον παιδικό του φίλο, Γιάλμαρ Έκνταλ, και επιχειρεί να οδηγήσει αυτόν και την οικογένειά του στη συνειδητοποίηση της ψευδαίσθησης της οικογενειακής τους γαλήνης και της συζυγικής ευτυχίας

Το «αναρριχητικό φυτό»

Η ψυχρή λευκότητα που κυριαρχεί στο σκηνικό της παράστασης σε συνδυασμό με τις καθαρές γραμμές των σκηνικών αντικειμένων, αλλά και με την υποκριτική των ηθοποιών, μεταδίδουν στον θεατή την αίσθηση ενός περιβάλλοντος αποστειρωμένου και κυρίως μίας επίπλαστης καθαρότητας. Το αυστηρά στυλιζαρισμένο σκηνικό παράλληλα με τη στυλιζαρισμένη κινησιολογία και υποκριτική, μα και την επιλογή των κοστουμιών που λειτουργούν ως καθρέφτες μιας εξωτερικά καλογυαλισμένης και απαστράπτουσας αστικής τάξης, φαντάζουν σαν μία ισχυρή προσπάθεια συγκάλυψης του πυρήνα· διότι η ουσία καθίσταται ανύπαρκτη και η αλήθεια παραμορφωμένη, σα να έχει υποστεί έναν ζωτικό βιασμό.
Και αυτός ακριβώς ο βιασμός της αλήθειας και της ουσίας συντελούν στην καλλιέργεια και την επικράτηση του λεγόμενου «ζωτικού ψεύδους», το οποίο και σφραγίζει την ποιότητα της αστικής οικογένειας. Το ψεύδος αυτό μοιάζει με ένα αναρριχητικό φυτό, το οποίο διαρκώς υψώνεται, κυκλώνοντας με ολοένα και πιο ασφυκτική ένταση τους ήρωες, με αποτέλεσμα ο επερχόμενος πνιγμός τους να φαντάζει αναπόφευκτος.αγριοπαπια 2

Συγκάλυψη και όχι εξουδετέρωση: οι συνέπειες

Διότι παρά τη διαρκή ενδυνάμωση και την κυκλωτική λειτουργία του ζωτικού αυτού ψεύδους, δεν κατορθώνει να αποκρυσταλλωθεί, αλλά μονάχα να ιζηματοποιηθεί [1]. Η αδυναμία αυτή της κρυστάλλωσης, συντελεί στην αδυναμία δημιουργίας ενός εδάφους στέρεου και συμπαγούς, αλλά ενός εδάφους τρεμάμενου, στηριζόμενο σε κινούμενη άμμο. Διότι τα θεμέλια είναι σαθρά και άρα το οικοδόμημα υπόλογο σε μία προσεχή κατάρρευση. Άρα, στον πυρήνα του υπάρχει ένα κενό, μία έλλειψη, η οποία καθίσταται απειλητική. Πρόκειται για την κεκαλυμμένη και όχι εξουδετερωμένη ύπαρξη της αλήθειας· η ανάδυση της οποίας λειτουργεί ως η αιτία δημιουργίας μίας ανατροπής: η χρόνια επαναλαμβανόμενη καθημερινότητα γνωρίζει ξαφνικά μία βίαιη διακοπή, εφόσον το σύνολό της τίθεται υπό αμφισβήτηση. Το ζωτικό οικοδόμημα καταρρέει, συντελώντας και ξάφνου οι ήρωες μοιάζουν να αιωρούνται στο κενό.

Η λύτρωση

Καταλυτικό ρόλο στη δημιουργία των μετέωρων αυτών υπάρξεων διαδραματίζει η παρουσία ενός χαρακτηριστικού ιψενικού μοτίβου, του μοναχικού ήρωα, ο οποίος δημιουργεί το σχήμα: ένας έναντι όλων, το οποίο παραπέμπει σε μεσσιανικού τύπου σχήμα. Αυτή η μεσσιανική χροιά υποδεικνύεται στην παράσταση μέσα από την επιτέλεση του αυτομαστιγώματος που πραγματοποιεί ο Γκραίγκερς, το οποίο σφραγίζει αυτόματα τον ήρωα με την αύρα του μάρτυρα, που θυσιάζεται με σκοπό την επίτευξη ενός ανώτερου ιδανικού. Η συγκεκριμένη πράξη εμπεριέχει την έννοια της τιμωρίας, του βασανιστηρίου μα και της λύτρωσης, η οποία επέρχεται μέσω του «εξαγνισμού». Πρόκειται για το είδος της λύτρωσης– απελευθέρωσης, την επίτευξη της οποίας μετατρέπεται στον ζωτικό στόχο του Γκραίγκερς, ο οποίος και θα επιτευχθεί μέσω της εξουδετέρωσης της υποκρισίας. Η διαδικασία αυτή όμως δεν είναι αναίμακτη· πρόκειται για μια διαδικασία επώδυνη, καθώς απαιτεί την πραγμάτωση μιας μετάβασης.

Η διπλή αντιφατική ιδιότητα

Απαραίτητο συνεπώς στοιχείο για την επίτευξη αυτής της μετάβασης–μετακίνησης αποτελεί η φόνευση των παλαιών νοοτροπιών και η αντικατάστασή τους από έναν καινούργιο και διαφορετικό τρόπο ύπαρξης. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός πως στο έργο το στοιχείο που φονεύεται, λειτουργώντας ως το σύμβολο έναρξης ενός επαναπροσδιορισμού και προσπάθειας αλλαγής της ζωτικής κατεύθυνσης, κατέχει μία διπλή αντιφατική ιδιότητα: αφενός αποτελεί τον φορέα–σύμβολο της παλιάς, κίβδηλης ποιότητας ζωής, όντας ο καρπός της και αφετέρου λόγω της ηλικιακής νιότης συμβολίζει παράλληλα τον ερχομό του νέου–καινούργιου. Έτσι, παρατηρούμε την ταυτόχρονη θανάτωση τόσο του παλαιού, όσο και του νέου. Διότι στην ουσία το νέο αδυνατεί να υπάρξει ανεξάρτητο και αποκομμένο από την ύπαρξη του παλαιού, συνεπώς το αίτημα–ανάγκη για μία καθολική ρήξη και αντικατάσταση της κατεστημένης υπάρχουσας νοοτροπίας, καθίσταται χιμαιρικό.αγριόπαπια 3

Επιβίωση και όχι επιζωή;

Η αγριόπαπια εμφανίζεται στην παράσταση μέσω του video wall, δηλαδή ενός διαφορετικού κώδικα, πραγματοποιώντας μία αντίθεση με την υλικότητα του θέατρου. Έτσι, η εμφάνιση της αγριόπαπιας λειτουργεί σαν μία μεταφορά του εσωτερικού κόσμου του Γιάλμαρ Έκνταλ. Και ο ίδιος στην ουσία ραμφίζει με μανία το στήθος του όπως ακριβώς μία αγριόπαπια πριν τον θάνατό της. Διότι καταρχήν ο Γιάλμαρ ήδη από την έναρξη του έργου βρίσκεται εν αγνοία του μπλεγμένος στο θανατηφόρο κυνήγι ενός αόρατου κυνηγού. Ο πρώτος θάνατος–κατάρρευση του Γιάλμαρ θα πραγματοποιηθεί εξίσου βίαια και ξαφνικά, όπως όταν τα σκάγια του κυνηγού πετυχαίνουν την αγριόπαπια. Παρατηρούμε συνεπώς μία σύγκλιση του ανθρώπινου και του μη ανθρώπινου ζώου, καθώς μέσω του Γιάλμαρ δημιουργείται η αίσθηση της ζωοποίησης του ανθρώπινου. Εν τέλει όμως το μη ανθρώπινο ζώο είναι αυτό που κατορθώνει να επιβιώσει. Να επιζήσει όμως;
Η ατμόσφαιρα του ιψενικού έργου αναδύθηκε με εξαιρετική επιτυχία μέσα από την προσεκτικά επεξεργασμένη σκηνοθεσία του Δημήτρη Τάρλοου, ο οποίος δημιούργησε ένα υφάδι, κεντημένο με ιδιαίτερη προσοχή στη λεπτομέρεια, δημιουργώντας έτσι μία σύνθεση άρτια. Στο ίδιο ποιοτικά επίπεδο κυμαίνονται τα σκηνικά και τα κοστούμια της Ελένης Μανωλοπούλου. Σημαντική συνεισφορά στην τελική αύρα της παράστασης οι φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου.

[1] Όρος που χρησιμοποιεί ο Καστοριάδης, εννοώντας την ενδιάμεση κατάσταση ανάμεσα στην κρυστάλλωση και στην ρευστότητα.

cityculture.gr/ γράφει η Ιφιγένεια Καφετζοπούλου