Λέσχη Γευσιγνωσίας του Φανταστικού Θεσσαλονίκης

Written by

Έπρεπε να το καταλάβω. Ω!!! πόσο, μα πόσο ανόητος είχα φανεί!!! Πώς ξεγελάστηκα από τα γλυκά της μάτια, από την εκμαυλιστική της εμφάνιση, από το κοριτσίστικο αλλά και πονηρό χαμόγελό της. Τώρα πια ήταν αργά, όχι μόνο για μένα αλλά για όλους εκείνους τους υπέροχους ανθρώπους που προσέλκυσε στη Λέσχη της. Κι΄ αν εγώ χτυπάω το ανόητο κεφάλι μου στους μαλακούς τοίχους του Ψυχιατρείου της Σταυρούπολης, αυτοί θα τρέφουν τώρα τα σκουλήκια στο χώμα. Αφού, βέβαια, πρώτα …….έθρεψαν αυτήν!!!

Στις ατέλειωτες ώρες της φωταγωγημένης φυλακής μου, που όμως τόσο πολύ αγαπώ καθώς με κρατάει ασφαλή από την ερεβώδη δίψα της, σκέφτομαι πως θα έπρεπε να φανώ πιο έξυπνος και να μην την πολεμήσω. Να την υπηρετήσω ως ένας νέος Ρένφιλντ, να προσκαλέσω τους ζουμερούς συμμαθητές μου στο ανίερο συμπόσιο που παραθέτει κάθε πρώτη Πέμπτη του μήνα στο στρωμένο (δήθεν με βιβλία) τραπέζι του πρώτου ορόφου της Δημοτικής Βιβλιοθήκης της Θεσσαλονίκης. Αλλά όχι, τον ρόλο αυτό υποδύεται με αφάνταστη επιτυχία ο υποτακτικός της, ο Κώστας Βόγδανος. Αντί για σερβίτσια μας έστρωνε βιβλία και μολύβια αντί για πηρούνια και για φαγητό ……….. τα μέλη της Λέσχης Φανταστικού!!!

Γιατί δεν άκουσα τη φωνή μέσα μου που έβγαλε μια τσιρίδα έκπληξης όταν η Ευλαμπία (καλύτερα Ευ-λαμία) πρότεινε ως πρώτο βιβλίο για μελέτη και συζήτηση την «Καρμίλα» του Σεριντάν Λε Φανού!!! Έπρεπε να την εμπιστευτώ. Τότε όμως την αγνοούσα επιδεικτικά όποτε μιλούσε. Πίστευα μάλλον πως ήμουν και λίγο πειραγμένος καθώς η φωνή στο κεφάλι μου δεν «έβαζε γλώσσα μέσα» όλη τη μέρα και μου πέρασε η υποψία μήπως περνούσα κάποια ψυχωτική κρίση. Είχα κόψει και τα χάπια που μου έγραφε εκείνος ο κομπογιαννίτης ο γιατρός μου και μάλλον είχα κάποιο στερητικό που θα περνούσε. Όμως, αυτή τη φορά η φωνή είχε δίκιο. Αυτή δεν ήταν πρόταση για βιβλίο, ήταν …….δημοσκόπηση!!! Ήθελε να ξέρει. Για αυτό  μας ζήτησε και να γράψουμε κάποιο μικρό κείμενο με έμπνευση την Καρμίλα. Για να μάθει η Λάμια τι σκεφτόμαστε για τους βρυκόλακες!!! Τους πιστεύουμε; Τους φοβόμαστε; Τους αγαπάμε; Μας γοητεύουν μήπως; Βλέπουμε ίσως όνειρα με αυτούς;

Σήμερα μου είπαν πως θα έχω επισκεπτήριο το Σάββατο. Δεν μπορώ να σκεφτώ ποιος άραγε νοιάζεται για μένα. Δεν έχω πια οικογένεια. Δεν παντρεύτηκα ποτέ και οι συγγενείς μου είτε πέθαναν είτε βρίσκονται πολύ μακριά. Πολύ πιθανόν να μην γνωρίζουν ούτε την ύπαρξη μου. Πάντως αυτή τη στιγμή δεν με απασχολεί ποιος θέλει να με δει. Ας έρθει. Σήμερα θέλω να τελειώσω την καταγραφή  της πλεκτάνης της οποίας έπεσα θύμα, μάλλον πέσαμε όλοι μας, ώστε να σώσω τους συμπολίτες μου από το μίασμα που καραδοκεί ανάμεσα στα ράφια της Δημοτικής Βιβλιοθήκης: την Ευλαμπία Τσιρέλη και την ….απόγονό της!!!

Στη δεύτερη συνάντηση μας, οι φωνές στο κεφάλι μου, ανδρικές και γυναικείες, συντονίστηκαν σε μια εφιαλτική χορωδία που ούρλιαζε:

«Φύγε ανόητε τώρα. Ήρθαν για να τραφούν. Βλέπουν το μενού και διαλέγουν ορεκτικό. Τι δεν καταλαβαίνεις βλάκα».

Η Ευλαμπία μας σύστησε την κόρη της, την Κορνηλία (ω, πόσο έμοιαζε με το Καρμίλα, έ;). Η μικροσκοπική κοπελίτσα της έμοιαζε εκπληκτικά. Στη «Συνέντευξη με ένα Βρυκόλακα» η βρυκολακίνα της παρέας ήταν μια μικρή παιδούλα που τη «γύρισαν» όταν ήταν μικρή με αποτέλεσμα να την καταδικάσουν σε αιώνια παιδικότητα. Όμως είχε δει τόσους αιώνες!!! Αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στο μυαλό. Η αιωνόβια κόρη της είχε μακριά ίσια κατάμαυρα μαλλιά που έπεφταν στους ώμους της καλύπτοντας, ήμουν σίγουρος, το σημάδι της λαίμαργης αγάπης της ψευτομαμάς της. Τα μάτια της όμως δεν μπορούσαν να κρύψουν τίποτα. Ήταν τεράστια και στο μακρόστενο πρόσωπο της θα έλεγε κανείς πως συνεχίζονταν και μετά τα όρια του και χάνονταν πίσω από τα μαλλιά της. Ίσως πάλι να έφταιγε το μακιγιάζ της. Ναι, η μικρή «γκοθού» ήταν έντονα μακιγιαρισμένη για να καλύψει, φυσικά και δεν έχαψα την κοκεταρία της, την αφύσικη χλωμάδα της. Τα κόκκινα στίγματα στα μάγουλα και τα πορφυρά χείλη ήταν σίγουρα ψαμίθια.

Η Ευλαμπία μας την σύστησε και αυτή σηκώθηκε για να σφίξει το χέρι όλων μας. Η «φωνή» το κατάλαβε: η μικρή τσιμπολογούσε τον μπουφέ, δειγμάτιζε, μετρούσε, δοκίμαζε, ένοιωθε, μας γευόταν!!! Όταν έπιασε το χέρι μου ένοιωσα πως όλο το χέρι μου μέχρι το ώμο μεταμορφώθηκε σε πάγο και πως θα έσπαζε έτσι και το τραβούσα. Πρέπει να με βρήκε νόστιμο και κοντοστάθηκε στο πιάτο «Γιάννης» αρκετά. Οι άλλοι δεν έδειξαν να νοιώθουν το ίδιο και την καλωσόρισαν με θέρμη που δεν μπόρεσαν να μου μεταδώσουν. Κάθισα παγωμένος στη γωνία μου μέχρι να τελειώσει η συνεδρία.

Πολλές γυναίκες με έχουν πει «νοστιμούλη» ήμουν όμως σίγουρος από τον τρόπο που με κοίταξαν μάνα και κόρη, αλλά και από τον τρόπο που κοιτάχτηκαν μεταξύ τους, πως αυτές το εννοούσαν κυριολεκτικά. Ήμουν νόστιμος και γευστικός!!! Σε όλη τη συνάντηση δεν πήρε τα μάτια της από πάνω μου. Όταν ήρθε η ώρα να φύγουμε, η Ευλαμπία μου είπε:

«Έκανες πολύ καλή εντύπωση στη μικρή. Έκανε το πορτραίτο σου με τις μπογιές της όση ώρα κουβεντιάζαμε και το βρίσκω εξαιρετικό. Θα χαρώ να βγούμε κάποιο βράδυ όλοι μαζί για καφέ και να συζητήσουμε. Ξέρεις για λογοτεχνία του φανταστικού, τρόμο και τέτοια. Τι λες;»

«Πες της να σου δείξει τη ζωγραφιά» με συμβούλευσε η φωνή μέσα μου.

«Μπορώ να δω τις ζωγραφιές;» ψέλισα όσο πιο πρόσχαρα μπορούσα.

«Πρέπει να τα πέταξε στο καλάθι. Έτσι κάνει πάντα. Ζωγραφίζει υπέροχα και πάντα της λέω πως όταν γίνει διάσημη αυτές οι παιδικές ζωγραφιές της θα γίνουν περιζήτητες. Για αυτό δεν πρέπει να πετάει τίποτα».

«Ναι βέβαια. Δεν πρέπει να πετάμε τα φυλλάδια του ντιλίβερι. Μπορεί να πεινάσεις». Οι φωνές στο κεφάλι μου έχουν καυστικό χιούμορ και σαρκαστική διάθεση όμως δεν νοιάζονται καθόλου για την ψυχική μου υγεία. Συγκλονίστηκα.

Γύρισα στην αίθουσα την ώρα που η Ευλαμπία και η Κορνηλία χαιρετούσαν τα μέλη της Λέσχης μας στον προθάλαμο της Βιβλιοθήκης. Είπα πως πάω στην τουαλέτα και να με περιμένουν για να μην με κλείσουν μέσα. Έψαξα το καλάθι με τα σουφρωμένα σχέδια της Κορνηλίας και εκεί ανάμεσα στα σκουπίδια το βρήκα. Ίσιωσα με το χέρι μου πάνω στο τραπέζι το τσαλακωμένο πορτρέτο και με είδα:

Εγώ από το στήθος και πάνω. Οι γραμμές της μορφής μου ήταν σχεδιασμένες με μαύρο μολύβι, εξαιρετικά καθαρές και απόλυτα ρεαλιστικές. Τα φρύδια μου, τα μάτια μου, η μύτη μου, όλα….Με το κόκκινο μολύβι της όμως είχε ζωγραφίσει όλες μου τις φλέβες. Μου φάνηκε πως είδα το αίμα να κινείται και να ανεβαίνει από την καρδιά μου με παφλασμό. Τον άκουγα να πηγαίνει στους ώμους, τα χέρια, τον λαιμό μου. Στο κάτω μέρος της σελίδας έγραφε «Δείπνο».  Έμεινα αποσβολωμένος, ακίνητος. Η φωνή μου ψιθύρισε:

 «Φύγε από την πίσω πόρτα. Ή έστω μείνε μέσα μέχρι να ξημερώσει. Πρέπει να πεινάει αφάνταστα η μικρή δρακουλίνα».

«Κατεβαίνεις Γιάννη; Θα σε κλείσουν μέσα μέχρι αύριο αν αργήσεις κι’ άλλο» φώναξε ο υποτακτικός της Ευλαμπίας, ο Κώστας Βογδανός.

«Ας μας κλείσουν. Καλύτερα ζωντανοί μέσα στα βιβλία παρά στραγγισμένα κουφάρια σε κάποιο παρκάκι» η φωνή έκανε την τελευταία της προσπάθεια να με Σώσει.

Όμως ο αλτρουϊστής εαυτός μου είχε σκοπό να σώσει όλη τη Θεσσαλονίκη απόψε και να κάνει τις φωνές να σιγήσουν από δέος και σεβασμό μπροστά στο μεγαλείο του. Κατέβηκα  κουτρουβαλώντας τις σκάλες, έσπρωξα με πάταγο την γυάλινη πόρτα και έπεσα με όλο το βάρος μου των εκατό κιλών πάνω στο μικρόσωμο τέρας. Την έπιασα από το λαιμό. Έσφιξα τα χέρια μου γύρω του ενώ οι φωνές ζητοκραύγαζαν στο κρανίο μου. Άκουγα σαν από μεγάλη απόσταση τις φωνές της κολασμένης μάνας της και των κοριτσιών της ομάδας μας. Χαμογελούσα και καμάρωνα. Ήμουν ήρωας.

«Ηλίθιοι, θα είστε τα επόμενα πιάτα τους. Είναι λάμιες. Είναι σαν την Καρμίλα. Μπορεί να είναι και η ίδια». Ούρλιαζα, χωρίς να πάρω τα χέρια μου από πάνω της. Μα καλά, γιατί δεν ξεψυχούσε ακόμα;

Μια έκρηξη στο κεφάλι μου τέλειωσε τον άθλο που ανέλαβα. Ο χεβυμεταλλάς  συμμαθητής με κλώτσησε στο πρόσωπο και έχασα τις αισθήσεις μου. Πριν σβύσω θυμάμαι πως ευχήθηκα να χορτάσουν με αυτόν πρώτα οι Λάμιες. Οι φωνές συμφώνησαν σιωπηλά.

Ο φύλακας της πτέρυγας με ξύπνησε. Ήταν Σάββατο. Ημέρα επισκεπτηρίου.

«Είναι μια πολύ όμορφη κυρία και ένας μικρό κορίτσι. Νομίζω πως σου μοιάζουν κιόλας. Πονηρέ. Γιατί δεν μας είπες πως έχεις γυναίκα και κόρη. Άντε μάζεψε τα μυαλά σου να βγεις από εδώ κάποια στιγμή. Έχεις ευθύνες». Η φωνή μέσα μου συμφώνησε. Το είχαμε συζητήσει πολλές φορές οι δυο μας.

“Πάρτο αλλιώς. Καλύτερα έτσι. Το ξέρεις».

Πήγα στο τραπέζι όπου με περίμεναν η Ευλαμπία και η Κορνηλία χαμογελαστές  Άνοιξα τα χέρια μου και τις αγκάλιασα.

cityculture.gr/ γράφει ο Γιάννης Μπαχάς  εκπαιδευτικός συγγραφέας