Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι: Ο «καταραμένος» ποιητής της Επανάστασης

Written by

vladimir Mayiakofski

Στον κύκλο των καταραμένων ποιητών, ο Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι αποτελεί μία κάπως ξεχωριστή περίπτωση. Όπως έχουμε δει ως τώρα, είθισται η σημαντικότητα του  έργου αυτών των ποιητών είτε να ανακαλύπτεται πολλά πολλά χρόνια αργότερα (π.χ. Villon) είτε το έργο τους να είναι μερικώς αναγνωρισμένο στην εποχή τους (π.χ. Verlaine) είτε σχεδόν αφορισμένο (π.χ. Rimbaud, Baudelaire). Ωστόσο ο  Μαγιακόφσκι κατά τη σύντομη διάρκεια της ζωής του και της δημιουργικότητας του γνώρισε την μεγάλη επιτυχία σε αντίθεση με τα περισσότερα μέλη αυτής της ομάδας. Αλλά στην τραγωδία του Mayakovsky, αυτοί που τον τοποθέτησαν στο υψηλότερο βάθρο ήταν επίσης ένας από τους λόγους που όπλισαν το χέρι του και τον οδήγησαν στην αυτοκτονία.

Η Κόκκινη Επανάσταση

Ο Μαγιακόφσκι γεννήθηκε στο χωριό Baghadi της Γεωργίας στις 19 Ιουλίου του 1893. Το 1906 μετακόμισε οικογενειακώς στη Μόσχα και σε εφηβική ηλικία  συνελήφθη και φυλακίστηκε αρκετές φορές για διάφορες ενέργειές του ως μέλος  του  εργατικού σοσιαλιστικοδημοκρατικού κινήματος. Ξεκίνησε την πορεία του περισσότερο ως ηθοποιός και θεατρικός συγγραφέας παρά ως ποιητής ενώ στα λοιπά ταλέντα του συγκαταλέγονται η ζωγραφική, η σκιτσογραφία και  η σεναριογραφία . Κυρίως όμως η ρητορική και η ικανότητά του να μιλάει για το οποιοδήποτε θέμα ήταν τα προσόντα που τράβηξαν την προσοχή της Επανάστασης. Σε μία χρονική περίοδο για τη Ρωσία, όπου το ancient regime είχε αντικατασταθεί υπό τα πυροβόλα των Μπολσεβίκων και την άνοδο του Λένιν και μετέπειτα του Στάλιν, ο Μαγιακόφσκι ως αναρχικός φουτουριστής στέκεται δίπλα στην Ρωσική Επανάσταση και το Κόμμα δίπλα σε μία δυνατή φωνή σαν του Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι.

Ωδή στην επανάσταση

Απαγγέλλει στίχους σε στρατιώτες στα μέτωπα, δημαγωγεί σε εργάτες εργοστασίων, δουλεύει στο ρωσικό τυπογραφείο ( POCTA) όπου σχεδιάζει πόστερ και τα εμπλουτίζει με σλόγκαν, γράφει διδακτικά βιβλία για παιδιά και προπαγανδιστικά ποιήματα όπως το Oda revolutsi (Ωδή στην επανάσταση, 1918) ή το Levy marsh ( Αριστερή πορεία, 1919).

  Στον μηχανοδηγό,
με καρβουνόσκονη σκεπασμένο,
στον ανθρακωρύχο,
που τα βάθη της γαίας τρυπά,
λιβανίζεις,
λιβανίζεις αφοσιωμένη,
δοξάζεις την ανθρώπινη δουλειά.

Πολλοί μελετητές καταγράφουν την ένταξή του στο κόμμα των Μπολσεβίκων άλλοι πάλι υποστηρίζουν ότι ο Μαγιακόφσκι μπορεί να υπηρέτησε αρχικά μία στρατευμένη ποίηση αλλά ποτέ δεν έγινε μέλος κάποιου κόμματος. Όπως και να έχει το θέμα, το Κόμμα χρειαζόταν μία δυνατή φωνή σαν τη δική του και γι αυτό η κυβέρνηση τον διεκδίκησε αλλά δεν κατάφερε ποτέ να τον κάνει κτήμα του. Ο Λένιν δε τον συμπαθούσε και ο Στάλιν τον παρακολουθούσε από κοντά. Ήταν ελεύθερο πνεύμα, εγωκεντρικός αλλά ταυτόχρονα υπερευαίσθητος και στο τέλος κατέληξε να θεωρείτε αιρετικός για τις ιδεολογίες του κινήματος.

Η άνοδος και η κάθοδος

Στις 13 Δεκεμβρίου του 1913 ο Μ. ανεβάζει το πρώτο του θεατρικό έργο με τίτλο Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, μια τραγωδία, όπου πρωταγωνιστεί και ο ίδιος, σε μία τραγωδία που κατά πολλούς είναι τραγωδία, όσο η Θεία Κωμωδία του Δάντη είναι κωμωδία. Ένας άντρας χωρίς κεφάλι, ένας άντρας με ένα αφτί, ένας γέρος με μαύρες γάτες, μία γυναίκα που κλαίει με κανονικά δάκρυα, μία γυναίκα που κλαίει με μικροσκοπικά δάκρυα, μία γυναίκα που κλαίει με τεράστια δάκρυα κα είναι οι πρωταγωνιστές αυτής της καρτουνικής τραγωδίας που εξυμνεί την επανάσταση που πλησιάζει και την βιομηχανική δύναμη. Το έργο έλαβε αρχικά αρνητικές κριτικές και θεωρήθηκε παταγώδης αποτυχία, όμως το 1917 οι αρχικές βολές  αντικαταστήθηκαν από διθυράμβους.

Τα ποιήματα που προανάφερα, όπως και τα Misteriya Bouffe ( Μυστήριο μπούφφα,1921), Λένιν (1924) -η 3000 λέξεων ελεγεία του για το θάνατο του Λένιν- αλλά και το θεατρικό έργο  Klop ( Κοριός, 1924) είχαν μεγάλη επιτυχία.  Η τελευταία φράση σε μία προσωπική σημείωση του Μαγιακόφσκι για την ολοκλήρωση του ποιήματος Λένιν, κατά προσωπική εκτίμηση φανερώνει δύο κοινά στοιχεία  των καταραμένων ποιητών:  Την ανασφάλειά τους και τον οραματισμό το έργο τους να καταφέρει μία αλλαγή στον κόσμο και με τους στίχους τους να γίνουν ένα είδος κήρυκα.

«Τέλειωσα το ποίημα «Β. Ι. Λένιν». Το χειρόγραφο το διάβασα σε πολλές εργατικές συγκεντρώσεις. Πολύ το ’χα φοβηθεί αυτό το έργο. Γιατί είναι πολύ εύκολο να γλιστρήσεις στην απλή πολιτική έκθεση. Η συμπεριφορά του εργατικού ακροατηρίου με γέμισε χαρά. Και μου στέριωσε την πίστη ότι το έργο αυτό είναι χρήσιμο».

Όταν ο Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι θα ανεβάσει το θεατρικό έργο Banya (Μπάνιο) στις 30 Ιανουαρίου του 1930 στο Λένινγκραντ, μία  γερή σάτιρα για την ρωσική γραφειοκρατία -η οποία γεννήθηκε από τον Λένιν και μεγάλωσε επί εποχής Στάλιν- θα έρθει σε επαφή με τις αρνητικές κριτικές ιδίως του Vladimir Ermilov, ενός συστημικού συγγραφέα και κριτικού τέχνης. Για τον Ermilov, o Mayakovsky θα κρεμάσει πανό μέσα στο θέατρο το οποίο έγραφε:

“…Δεν υπάρχουν αρκετά σαπούνια…γραφειοκράτες σαν τον Ermilov παρηγορούνται (ή έχουν την εύνοια) από τους κριτικούς…”. Φυσικά το πανό δεν έμεινε για πολύ καιρό στη θέση του και από πολλούς ο Μ. χαρακτηρίστηκε από αντιδραστικός ως τροτσκιστής! Και όταν σε ένα στρατιωτικό- κουμμουνιστικό περιβάλλον αρχίζει να αμφισβητείται η αφοσίωση κάποιου στην ιδεολογία, έρχεται η δυσμένεια. 

 Αυτοκτονία και άλλες απόψεις

 Μέχρι στιγμής δε θυμάμαι κάποιον άλλον ξένο δημιουργό, για τον οποίο να ξανάνοιξε ο φάκελος  για τα αίτια του θανάτου του. Πολλές μαρτυρίες, αρκετά τα σημειώματα στο γραφείο ενός ποιητή, πολλές αντιφάσεις. Υπήρχαν γείτονες που μίλησαν για κάποιους που φύγανε το πρωί από το σπίτι του, άλλοι ότι έπαιζαν  το βράδυ ρώσικη ρουλέτα, κάποιοι άλλοι θεώρησαν το θάνατό του δολοφονία καθώς βρέθηκε ότι η σφαίρα δεν ταίριαζε με το τύπο του περίστροφου του Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι κα. Η επικρατούσα άποψη είναι πως ο Μαγιακόφσκι αυτοκτόνησε ένα πρωινό στις 14 Απριλίου 1930 με μία σφαίρα στο κεφάλι. Το σημείωμα του αυτόχειρα έγραφε:

Σε όλους

Για το θάνατό μου μην κατηγορήσετε κανένα
και παρακαλώ να λείψουν τα κουτσομπολιά.
Το απεχθανόταν αυτό φοβερά ο μακαρίτης.
Μητέρα, αδελφές και σύντροφοι, συγχωρέστε με – αυτός δεν είναι τρόπος-
(δεν τον συμβουλεύω σε άλλους)
μα δεν έχω διέξοδο. Λίλια αγάπαμε.
Συντρόφισσα κυβέρνηση, η οικογένειά μου είναι
η Λίλια Μπρικ, η μητέρα, η αδελφές και η Βερόνικα Βιτόλωτοβα Πολόνσκαγια.
Αν τους εξασφαλίσεις μια υποφερτή ζωή, ευχαριστώ

Τ’ αρχινισμένα ποιήματα δώστε τα στους Μπρικ.
Αυτοί θα τα ξεδιαλύνουν.
«Το επεισόδιο θεωρείται λήξαν» καθώς λεν
και εμείς ας πούμε
τη βάρκα του έρωτα
τη συνέτριψε η ζωή.
Είμαστε πάτσι τώρα οι δυό μας
και δεν έχει νόημα να καταγραφούνε κάθε αμοιβαίος πόνος, συμφορά και προσβολή.
Να ‘στε καλά.
Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι

Υστερόγραφο 12.IV.30
Σύντροφοι της ΡΑΠΠ. Μη με θεωρήσετε λιγόψυχο.
Σοβαρά, τίποτα δεν μπορεί να γίνει.
Γειά σας.
Πέστε του Γιερμίλοφ, λυπάμαι που έβγαλα το σύνθημα,
έπρεπε να συνεχίσω τον καυγά ως το τέλος.
Β.Μ.

Στο τραπέζι μου είναι 2.000 ρούβλια – δώστε τα στην Εφορία.
Τα υπόλοιπα πάρτε τα απ’ τις Κρατικές Εκδόσεις.
Β.Μ.

Τα αίτια που οδήγησαν στην αυτοκτονία τον Μ. δεν ξέρω αν περιορίζονται μόνο στην απογοήτευση από τον πολύχρονο παράνομο έρωτά του με την Lilya Brik, γυναίκα του καλύτερου φίλου του και Μούσα του ή γενικότερα από τις αποτυχημένες  ερωτικές του σχέσεις.  Το παρακάτω απόσπασμα είναι από τα πρώτα ποιήματα του Μ. το  Oblako v shtanakh ( Σύννεφο με παντελόνια, 1915) αφιερωμένο από τον ίδιο στη Lilya Brik.

………….

Μπήκες εσύ,
απότομα σαν ένα «πάρ’ το»
βασανίζοντας το σεβρό του γαντιού σου
κ’ είπες:
» Ξέρετε-
παντρεύομαι».
Τι να γίνει, παντρευτείτε.
Δεν πειράζει.
Θα κάνω κουράγιο.
Βλέπετε – τι ήρεμος που είμαι!
Σαν το σφυγμό
ενός νεκρού

……..

Αλό, αλό!
Ποιος εκεί;
Α εσύ μητέρα,
Μητέρα,
ο γιος σας είναι εξαίσια άρρωστος
Μητέρα!
Πάσχει από πυρκαϊά καρδιάς.
Πέστε στις αδερφές, τη Λιούντα και την Ολια,
δεν έχει πια που ν’ απαγγιάσει.
Κάθε λέξη,
ακόμα κ’ ένα αστείο
που φτύνει απ’ το καψαλιασμένο στόμα του,
πετάγεται έξω σαν πόρνη γδυτή
απόνα μπορντέλο πούπιασε φωτιά.

 

  Υπάρχει ένας νευρικός κλονισμός μετά το Banya, υπάρχει η ήττα που υπέστη στη μάχη του με την γραφειοκρατία, υπάρχει και ένας υπέρμετρος εγωισμός που κάνει παρέα με μία υπερευαισθησία. Μπορεί να ισχύουν όλα, μπορεί να μην ισχύει και τίποτα. Ίσως  όμως το πιο καίριο πλήγμα για τον Vladimir Mayakovski, να ήταν  το πλήγμα που υπέστη το όραμά των καταραμένων ποιητών: Ο αέρας της αλλαγής έπαψε πια να πνέει στον ουρανό του  Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι κι αυτός έπαψε να αναπνέει.

 

Πέρασε πια  η μισή ζωή, αδύνατο να το αποφύγεις.
Παντού οι φανοστάτες σε κατασκοπεύουν μ αναρίθμητα  μάτια.
Είμαι φυλακισμένος.
Δε μπορεί τίποτα να μ απελευθερώσει.
Η γη η καταραμένη με κρατάει στα σίδερα της.

cityculture.gr/ γράφει η Αριστέα Αθ. Βραζιώτη