Η Κυριακή του Πάσχα που δεν θα ξεχάσω ποτέ

Written by

Με  αφετηρία το Μικρό Πάπιγκο προς τις Δρακόλιμνες, εκείνη τη Κυριακή του Πάσχα θέλοντας να ξεφύγουμε απο τις ορδές των εκδρομέων και να αποφύγουμε τα συνηθισμένα ξεκίνησε η μικρή μας ομάδα την ανάβαση.

Οι αναρτημένες πινακίδες προειδοποιητικά έδιναν τετράωρη πορεία. Απροειδοποίητα, αλλά όχι και αναπόφευκτα, σε ένα δύσβατο και απότομο μονοπάτι, σχεδόν μετά 2.30 ώρα πορεία, αποσύρθηκα από στόχους, σκοπούς και ανηφόρες. Με πρόδωσαν οι δυνάμεις μου και αποχαιρέτισα τα άγρια νιάτα που είχαν βάλει για στόχο την κορυφή.

(Φαίνεται ότι διατηρούνται κάποια ένστικτα που σε προκαλούν, ως λαπά της πόλης, να καταγράψεις αποδείξεις ότι δεν αποκόπηκες από τη φύση.)

Τελικά ποτέ δεν ξέρεις τι είναι καλύτερο να ευχηθείς

Όπως λένε, όμως, τίποτε δεν πάει χαμένο και ποτέ δεν ξέρεις τι είναι καλύτερο να ευχηθείς να σου συμβεί. Μετά το ξελαχάνιασμα, την ηδονική στιγμή της ανάπαυλας, ανακάλυψα ότι εκεί που βάδιζα με σκυμμένο το κεφάλι, η φύση είχε στήσει με εντυπωσιακό τρόπο ένα βροντερό πανηγύρι. Τόσην ώρα «αγρόν ηγόραζα».

(Βιαστικοί κάθε μέρα με το κεφάλι σκυμμένο τρέχουμε να προλάβουμε… την ώρα που κλείνουν τα σούπερ μάρκετ, να φτάσουμε έγκαιρα στη δουλειά, να επισκεφθούμε όσα μαγαζιά έχουμε σημαδέψει, να διατηρηθούμε μέσα σ αυτή τη συναλλαγή γιατί έχουμε ένα σκοπό, ένα στόχο. Και όπως τα μουλάρια που φορούν παρωπίδες βαδίζουμε αγκομαχώντας, κοιτώντας μόνο το μονοπάτι που μας υπέδειξαν.)

Κυριακή του Πάσχα, κοιτώντας λαίμαργα την ομορφιά

Γύρω μου υπήρχαν κίτρινα, κόκκινα, λιλά χρώματα που δεν μπορούσα να κατατάξω κάπου. Μου κόπηκε η ανάσα σαν τον τυφλό που είδε την πρώτη ακτίνα φωτός. Δεν ξέρω πόση ώρα κοιτούσα λαίμαργα την ομορφιά και πότε σήκωσα το κεφάλι να κοιτάξω γύρω μου.

Ήμουν κάτω από έναν ουρανό που έσκιζαν οι γύρω κορυφές, έναν ουρανό που είχε βαλθεί να ξελογιάσει τους ανθρώπους.

(Έρχονται μέρες που νιώθω ότι συγκαταλέγομαι στις χειρότερες περιπτώσεις, δηλώνοντας την αμήχανη σιωπή μου σε ερωτήσεις του τύπου: τι καιρό έκανε το πρωί; Με συναισθήματα που μεγάλο μέρος εξαρτώνται από την πορεία της χ δουλειάς, βιώνω όπως όλοι μας ένα νέο είδος αριστοκρατικής δουλείας με αμοιβή μια τεχνητή ευμάρεια κατανάλωσης).

Πέτα τις παρωπίδες

Δεν χρειάζεται κάποιος να περιμένει συγκυρίες ορειβατικές για να εκμαιεύσει την ομορφιά. Μπορεί να το επιχειρήσει εύκολα, γρήγορα. Πετάς τις παρωπίδες και προχωράς μέχρι να συναντήσεις το ξέφωτο που θα σε αιχμαλωτίσει. Όταν το συναντήσεις, μακριά από παρείσακτους και κακομούτσουνους που κρίνουν κάθε σου κίνηση, με μια τελετή βγάζεις από πάνω σου ό, τι φοράς, τα πάντα! Κοινώς τσιτσιδώνεσαι!

Απλώνεις τα ρούχα ευλαβικά πάνω στην άγρα χλόη, στα αγριολούλουδα, έστω και με στραπατσαρισμένη τη συνείδηση ότι κάποια τα σκεπάζεις. Ξαπλώνεις να σε χαϊδέψει ο ήλιος, να γεμίζει η ψυχή σου. Ολόκληρες πλαγιές στρωμένες με θυμάρι, ρίγανη και άλλες ζαλιστικές μυρωδιές.

Ένα διεγερτικό αγκάλιασμα κάνει το στήθος να ριγεί και το μυαλό να αδειάζει για να γεμίσει ομορφιά. Αρχίζεις με τον πιο φυσικό τρόπο, χωρίς να έχεις τίποτε, να χαμογελάς ανάμεσα σε μια κατάσταση ευφορίας και μια πραγματικότητα που συναγωνίζεται με τα όνειρα.

Η ευδαιμονία σου επεκτείνεται τόσο, όση σχεδόν είναι η απόσταση που ταξιδεύει το μάτι.

(Οι πιο πολλοί ξινίζουν τα μούτρα τους με κάτι τέτοια και με ειρωνεία θέτουν ερωτήματα του τύπου: «και πόση ώρα μπορεί κάποιος να χαζεύει στα σύννεφα;» Η απάντηση είναι: φθάνει η ώρα που εσύ κολλάς σε μια βιτρίνα όταν λιμπίζεσαι να αποκτήσεις κάτι..)

Τα μπουμπούκια σκάνε αναστεναγμούς

Είμαστε πτωχοαλαζόνες που στα χέρια μας κρατάμε μια ζωή, τη ζωή μας. Δεν είναι κακό που τη φτιάξαμε από όνειρα και ας μη μας βγήκαν τα πιο πολλά. Το άσχημο είναι πως είναι η μόνη ζωή που θα ζήσουμε. Τρέχοντας πίσω από σκοπούς, στόχους, καθημερινότητα, δεν προσέχουμε γύρω μας. Ούτε το χαμόγελο από την απέναντι όχθη.

(Απόδειξη ότι ακόμη και όταν βρεθούμε εκεί που η ζωή ξεφωνίζει, αν δεν σταματήσουμε την τρεχάλα και την πόζα, πιθανόν να μη το αντιληφθούμε ό,τι στήνεται γύρω μας μια παράσταση μοναχά για πάρτη μας.)

Δεν ξέρω πόσα είδαν στην υπόλοιπη τρίωρη πορεία τους οι συνοδοιπόροι μου και πόσα εισέπραξαν με το κεφάλι κάτω και τη γλώσσα έξω. Είδα όμως μετά τα πρόσωπά τους. Μεγάλα, γνήσια και πολύ όμορφα χαμόγελα που ονομάζονται «τα κατάφερα». Ναι τα καταφέρανε ακόμα και αν πάτησαν χιόνια με καλοκαιρινά υποδήματα δεν κάναν πίσω να κάνουν ξάπλες μαζί μου στις πλαγιές (πολύ θα το ήθελα)   Βουαλά οι δύο όψεις. Ο τζίτζικας και ο μέρμηγκας.

(Κυριακή του Πάσχα. Έχουν τρελαθεί τα γιασεμιά και οι λεμονιές, γέμισαν με υπέροχους ανθούς. Τα μπουμπούκια σκάνε αναστεναγμούς για να έχουμε να αναπνέουμε. Υπάρχει μια απληστία για ζωή.)

Καλό Πάσχα
(οπως το εννοεί ο καθένας το καλό!) – και κάθε καλό πρέπει να επαναλαμβάνεται!

cityculture.gr/ γράφει ο Πέτρος Γραμμενίδης