Περί φυσικής της μελαγχολίας Georgi Gospodinov – βιβλιοκριτική

Written by

Περί φυσικής της μελαγχολίας Georgi Gospodinov – βιβλιοκριτική Άγγελα Μάντζιου

Η μελαγχολία της ατομικής και συλλογικής περιπέτειας, ο λαβύρινθος της ενσυναίσθησης, των χρονικών μετατοπίσεων, της απομόνωσης, των μύθων, της παιδικής ηλικίας, είναι τα κυρίαρχα μοτίβα των διαπιστώσεων στην ακτινογραφία του μυθιστορήματος. Μυθιστόρημα προσώπων και θεωρητικών σκέψεων το βιβλίο Περί φυσικής της μελαγχολίας. Εξετάζει πολυπρισματικά και με πρωτότυπο τρόπο τη σύγχρονη ζωή μέσα από χρονικά άλματα και ηλικιακές φάσεις.

Μέσα από τον μύθο του Μινώταυρου και του Λαβυρίνθου του, ο συγγραφέας περιγράφει βιωματικά και με ανήσυχο τρόπο μια οικογένεια στη διαδοχική και εξακολουθητική συνομιλία των γενεών, παρατηρεί μια κοινωνία στην εναλλαγή συστημάτων, αφουγκράζεται τον δυσίωνο και ευοίωνο χρόνο στην κυκλική και σπειροειδή του πορεία από το παρόν στο παρελθόν και το μέλλον του κόσμου.

Σε πρώτο πρόσωπο με το ζεστό υλικό της βιωματικής έντασης και σε τρίτο πρόσωπο παρατηρητικής αποστασιοποίησης, καταγράφονται και καταλογραφούνται τα στοιχεία των σύγχρονων λαβυρίνθων με τα υλικά του μυθιστορήματος. Η διαδικασία της ενηλικίωσης της παιδικής ηλικίας, η ανάγκη να ξαναειπωθεί ο μύθος του κόσμου αλλιώς- διάχυτη στο μυθιστόρημα- δίνει τις διαστάσεις και το εύρος της διερεύνησης. Πολύπλοκο και δαιδαλώδες, εξετάζει ζωηρά τον κόσμο και μελετά το αμφίδρομο ζωτικό αίσθημα της εισόδου-εξόδου στον λαβύρινθο γενεών, συστημάτων, πολιτικής και πολιτισμού στη φυσική τάση της μελαγχολίας της σκέψης.

Με αίσθηση ενός πικρού στη βάση του χιούμορ…

με μια λεπταίσθητη παρατηρητικότητα που επιτρέπει πρωτότυπες δια-συνδέσεις καταστάσεων, καταγράφεται σθεναρά το επί μέρους και το όλον της ατομικής και συλλογικής προσπάθειας: τέχνη και τεχνική αναδιηγήσεων, καταστροφών, πολέμων, διαψεύσεων, συγκρίσεων, ψευδαισθήσεων, αντίδρασης, παραμυθίας, μνήμης, λήθης και ονείρων, εικόνων, επινοήσεων, πραγματικότητας.

Ζωηρές σκέψεις και φαντασία επιστρατεύονται στη μελέτη των λαβυρίνθων και της μορφής του Μινώταυρου στις πτυχές του φυσικού κόσμου και στα όρια της πραγματικότητας της ζωής σε χωροχρονικό στίγμα.

Τα γεγονότα και οι ερμηνείες τους, η μοναξιά, αρχαία και σύγχρονη, τα πρόσωπα όλων των ηλικιών μιας οικογένειας και τα προσωπεία τους που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας, η ικανότητα και το χάρισμα της ενσυναίσθησης, η διαρκής μελέτη των περιπτώσεων, ο κόσμος ιδωμένος ως όλον, η ομορφιά της αθωότητας, η διαφορετικότητα, η δύναμη και τα τεχνάσματα της γραφής, η εξέλιξη της τέχνης του μυθιστορήματος, συνδέονται με τα παράξενα νήματα της κοινής μοίρας που λαχαίνει ως κλήρος και βαραίνει τις γενεές με μυστικά κειμήλια παράδοξων μύθων.

Τα παραμύθια και οι μύθοι της παιδικής ηλικίας τα σχολικά τετράδια, τα βιβλία…

η διδαχή των γενεών και η μελέτη της ιστορίας, η διαχρονική συνομιλία τέχνης και επιστήμης, σημειωματάρια του συγγραφέα και ενήλικη αναζήτηση, επικοινωνία με- και χωρίς- το βάρος των λέξεων, γίνονται αντικείμενο συλλογών σε υπόγειες διαδρομές σκέψεων περί της ταυτότητας του σύγχρονου κόσμου.

Ο πόλεμος και ο έρωτας, οι συμπτώσεις, τα ταξίδια, οι χώρες και οι πόλεις, τα όρια των γνώσεων, τα επιτεύγματα και οι κατακτήσεις, το στίγμα της απομόνωσης και της καθυστέρησης, η απόρριψη, η απόκρυψη και η αναβίωση του παρελθόντος, ατομικά και συλλογικά αδιέξοδα, θεσμικά όργανα εξουσίας, τα πρότυπα και η δυναμική πραγματικότητα της ζωής, γίνονται μονοπάτια- δίαυλοι στις εκδοχές των μύθων, οπτικές επικοινωνίας στο μυθιστόρημα.

Οι άνθρωποι και οι χώρες, ο πόλεμος και οι προσωπικές ήττες, οι οικογένειες εδώ και πέρα από τα σύνορα, τα μυστικά και η φυσική κληρονομία των γενεών, αναδύονται στο πολύπλοκο σχήμα τους ως αρχέγονες φωνές οι οποίες αποτυπώνονται στο σώμα του μυθιστορήματος και στον χάρτη του κόσμου. Φωνές χαρισματικής ενσυναίσθησης όσων υπήρξαν και θα υπάρξουν στον μικρό και στον μεγάλο κύκλο της λογοτεχνίας, των χωρών και του αιώνιου χρόνου.

Περί φυσικής της μελαγχολίας – αποσπάσματα

«Μερικές φορές είμαι σαράντα τεσσάρων, άλλες ενενήντα ενός, μερικές φορές βρίσκομαι στον λαβύρινθο κάποιας σπηλιάς ή σε ένα υπόγειο, στη νύχτα του χρόνου, κάποτε στο σκοτάδι μιας μήτρας, αγέννητος ακόμα. Τις περισσότερες φορές είμαι δέκα ετών». Σελ.145

«Ο εφιάλτης μου είναι πως κάποια μέρα θα στέκομαι με τον ίδιο τρόπο σε κάποιο αεροδρόμιο, τα αεροπλάνα θα προσγειώνονται και θα απογειώνονται και δεν θα θυμάμαι για ποιο λόγο έχω έρθει εδώ. Ακόμα χειρότερο είναι πως θα έχω ξεχάσει το μέρος όπου θα πρέπει να επιστρέψω. Και κανείς δεν θα με γνωρίσει να με πάει πίσω στο σπίτι μου». Σελ. 269

«Μπορώ να σχεδιάσω έναν γεωγραφικό χάρτη με τη μετανάστευση των μελαγχολιών. Κάποια μέρη είναι μελαγχολικά τον έναν αιώνα, κάποια άλλα, τον επόμενο. Αν κάτι πέτυχα με αυτά τα πειράματα, αυτό είναι το να προσελκύσω για ένα πολύ σύντομο χρονικό διάστημα ένα χαμένο σύννεφο μελαγχολίας από κάποια βραδιά του παρελθόντος, δικό μου ή ξένο, να το ακολουθήσω και να βυθιστώ στη νικοτίνη του. Σαν πρώην καπνιστής που ακόμα κι όταν έχει μείνει χρόνια χωρίς τσιγάρο, πάντα αναγνωρίζει τα ίχνη του καπνού». Σελ. 297

«Υπάρχει ένα είδος γραμματικής του γήρατος. Η παιδική και η νεανική ηλικία είναι γεμάτες ρήματα. Δεν μένεις σε ένα σημείο. Όλα μέσα σου μεγαλώνουν, ανθίζουν, αναπτύσσονται. Αργότερα τα ρήματα σιγά σιγά αντικαθίστανται από τα ουσιαστικά της μέσης ηλικίας. Παιδιά, αυτοκίνητο, δουλειά, οικογένεια, -ουσιαστικά τα πράγματα των ουσιαστικών. Το γήρας είναι επίθετο. Μπαίνουμε στα επίθετα των γηρατειών- αργοί, απέραντοι, σκοτισμένοι, κρύοι ή διαφανείς σαν τζάμι». Σελ. 298

«Η γιαγιά μου αγαπούσε τη Ρουσαλία επειδή είχε ταξιδέψει πολύ.

Η γιαγιά εκτιμούσε πολύ όσους είχαν δει τον κόσμο. Η Ρουσαλία της διηγούνταν κάθε καλοκαίρι για τον κόσμο και η γιαγιά μου την άκουγε και έγνεθε, οι ιστορίες έμπαιναν στο νήμα που έφτιαχνε η ρόκα της». Σελ. 272

«Η άνοιξη είναι στο απόγειό της, γύρω βουίζουν οι μέλισσες, ο αέρας μεταφέρει ανείπωτες ευωδιές, λες και μόλις δημιουργήθηκε ο κόσμος, χωρίς παρελθόν, χωρίς μέλλον, ένας κόσμος σε όλη του την αθωότητα από την απαρχή του χρόνου. Κοιταζόμαστε. Ανάμεσά μας υπάρχουν περίπου εξήντα χρόνια και ένας άντρας τον οποίο αυτή θυμάται στα είκοσι πέντε του χρόνια, ενώ εγώ τον έχασα μερικούς μήνες πριν, στα ογδόντα δύο του.

Και δεν υπάρχει καμία γλώσσα στην οποία θα μπορούσαμε να τα βγάλουμε όλ’ αυτά από μέσα μας. (…).

Προσπαθώ να τη δω με τα μάτια του παππού μου τον Ιανουάριο του 1945.(…). Είναι σαν να μην υπάρχει πόλεμος. Εκείνη κάθεται και διαβάζει σε ένα τραπέζι δίπλα στο παράθυρο. Ένας θόρυβος με αποσπάει από την εικόνα. Της έπεσαν κάτω τα γυαλιά της. Της τα δίνω. Είναι τρομακτικό αυτό το στιγμιαίο άλμα πάνω από μισό αιώνα. Εκείνο το όμορφο πρόσωπο γέμισε ξαφνικά ρυτίδες και γέρασε μέσα σε ένα δευτερόλεπτο». Σελ. 41

«Ας περιμένουμε εδώ τις ψυχές των αφηρημένων αναγνωστών. Μπορεί κάποιος να χάθηκε στους διαδρόμους αυτών των διαφορετικών εποχών. Έχουν επιστρέψει όλοι από τον πόλεμο; Και απ’ το πανηγύρι του 1925; Μην και ξεχάσαμε κανέναν στον μύλο; Πού θα πάμε τώρα; Οι συγγραφείς δεν συνηθίζουν να κάνουν τέτοιου είδους ερωτήσεις, αλλά, ως ο πιο διστακτικός και ανασφαλής ανάμεσά τους, εγώ θα το επιτρέψω στον εαυτό μου. Μήπως να στρίψουμε προς την ιστορία του πατέρα ή να προχωρήσουμε ευθεία, που στην περίπτωση αυτή είναι προς τα πίσω, προς τον Μινώταυρο της παιδικής ηλικίας;». Σελ. 53

«Τα δάκρυα κυλάνε στα μάγουλά του, στα μάγουλά μου, ανακατεύονται με την αλευρόσκονη στο πρόσωπό μου, νερό αλάτι και αλεύρι, πλάθουν το πρώτο ψωμί της πίκρας. Το ψωμί που δεν τελειώνει ποτέ. Το ψωμί της μελαγχολίας που θα μας τρέφει όλα τα χρόνια που θ’ ακολουθήσουν. Η αλμυρή του γεύση στα χείλη μας. Ο παππούς μου ξεροκαταπίνει. Ξεροκαταπίνω κι εγώ. Είμαστε τριών ετών. Την ίδια ώρα ένα γαλάζιο κάρο με έναν πετεινό ζωγραφισμένο στο πίσω μέρος του απομακρύνεται από τον μύλο». Σελ.25

«Γεννήθηκα στα τέλη Αυγούστου του 1913 ως ανθρώπινο ον αρσενικού φύλου.(…)

Γεννήθηκα την 1η Ιανουαρίου του 1968 ως ανθρώπινο ον αρσενικού φύλου.(…). Γεννήθηκα από πάντα.(…) Δεν γεννήθηκα ακόμα. (…). Έχω γεννηθεί στις 6 Σεπτεμβρίου του 1944 ως ανθρώπινο ον αρσενικού φύλου. Στη διάρκεια του πολέμου. Μια εβδομάδα αργότερα ο πατέρας μου έφυγε για το μέτωπο. Κόπηκε το γάλα της μάνας μου. (…).

Θυμάμαι πως έχω γεννηθεί θάμνος αγριοτριανταφυλλιάς, πέρδικα, γκίνκο μπιλόμπα, σαλιγκάρι, σύννεφο του Ιουλίου (αυτή η ανάμνηση είναι σύντομη), βιολετής φθινοπωρινός κρόκος κοντά στη λίμνη Χάλενζε, πρώιμα ανθισμένη κερασιά παγωμένη κάτω απ’ το αργοπορημένο χιόνι του Απριλίου, ως χιόνι που πάγωσε μια πρώιμα ανθισμένη κερασιά…
Εγώ είμαστε». Σελ.11-12

«Τρέχω στο καταφύγιο της τριτοπρόσωπης αφήγησης, στέλνω κάποιον άλλο στο ναρκοπέδιο του παρελθόντος. Τον ίδιο που κάποτε ήταν σε πρώτο πρόσωπο, που ήμουν εγώ, και που φοβάμαι να ρωτήσω αν ζει ακόμα. Ζουν άραγε αυτοί που κάποτε υπήρξαμε;» Σελ. 149
«Η πρώτη καθημερινή απόδειξη της θεωρίας του ατόμου και της κβαντικής φυσικής- είμαστε φτιαγμένοι από κόκκους σκόνης». Σελ.110

Περί φυσικής της μελαγχολίας

GEORGI GOSPODINOV
Μετάφραση:Αλεξάνδρα Ιωαννίδου
Εκδόσεις Ίκαρος
Περί φυσικής της μελαγχολίας

 

 

cityculture.gr/ Περί φυσικής της μελαγχολίας κριτική Άγγελα Μάντζιου