Τζόρτζιο ντε Κίρικο, Οι Αρχαιολόγοι

Written by

Οι Αρχαιολόγοι, 1968

Σαν σήμερα, πριν από 130 χρόνια (10 Ιουλίου 1888), γεννήθηκε στον Βόλο από Ιταλούς γονείς ένας από τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες του 20ου αιώνα, ο Τζόρτζιο ντε Κίρικο (Giorgio de Chirico).

Ο Τζόρτζιο ντε Κίρικο, ζωγράφος, συγγραφέας και γλύπτης, έγινε γνωστός ως ένας από τους καλλιτέχνες που διαμόρφωσαν το ιδίωμα της «Μεταφυσικής Ζωγραφικής» (Pittura metafisica), κύριο χαρακτηριστικό της οποίας ήταν η αινιγματική εικονογραφία, στα πλαίσια ονειρικών, νοσταλγικών ή ελεγειακών συνθέσεων, στην προσπάθεια αναζήτησης της αινιγματικής πλευράς της πραγματικότητας.

Ο ντε Κίρικο με το έργο του επηρέασε όλα σχεδόν τα καλλιτεχνικά ρεύματα του 20ου αιώνα, και ιδιαίτερα το «Υπερρεαλισμό» και τη «Νέα Αντικειμενικότητα» (Neue Sachlichkeit). Ο όρος αυτός δημιουργήθηκε τη δεκαετία του 1920 για να περιγράψει το κίνημα που ξεκίνησε στην Γερμανία μετά τον πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο, μια εποχή επαναστατική όχι μόνο στην πολιτική αλλά και στην τέχνη, όπου, μετά από μια περίοδο μεγάλων ελπίδων, ένα γενικευμένο συναίσθημα παραίτησης και κυνισμού επικρατούσε στη χώρα.

Το κίνημα αυτό με βασικούς εκπροσώπους τους Ότο Ντιξ, Μαξ Μπέκμαν και Τζορτζ Γκρος πρότεινε μια πρακτική -ρεαλιστική- παραστατική προσέγγιση του κόσμου. Η «Νέα Αντικειμενικότητα» αποτελούσε μια καλλιτεχνική τάση η οποία ξεπήδησε από τον «Εξπρεσιονισμό», αλλά σε αντίθεση με αυτόν εξέφρασε μια νέα ρεαλιστική, σκεπτικιστική αντίληψη των φαινομένων της ζωής, απαλλαγμένη πλήρως από συναισθηματισμούς, αποδίδοντας πιστά, παραστατικά, με έμφαση και καθαρές γραμμές, χωρίς προκαταλήψεις θέματα που αντλούνται με ριζοσπαστικό τρόπο από την κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα της εποχής.

Οι πίνακες του ντε Κίρικο διέπονται από οραματικά και ποιητικά στοιχεία, ενώ χαρακτηρίζονται από την ιδιαίτερη έμφαση του σε αινιγματικές συνθέσεις και στην αμφισημία των αντικειμένων. Το νεοκλασικό ύφος που υιοθέτησε μετά το 1919, όπως και σχεδόν το σύνολο των έργων του μετά την περίοδο της «Μεταφυσικής Ζωγραφικής», θεωρήθηκε από πολλούς κριτικούς υποδεέστερο, ωστόσο η παραγωγή του κατά την περίοδο 1911-19 αναγνωρίζεται σήμερα από την πλειοψηφία των κριτικών, ως σημαντική και ξεχωριστή στην ιστορία της μοντέρνας τέχνης.

 

Το ελληνικό περιβάλλον και ο ελληνικός πολιτισμός, μέσα στον οποίο μεγάλωσε ο ντε Κίρικο, υπήρξε η πηγή έμπνευσης για εκείνον. Σε ένα αυτοβιογραφικό του κείμενο, περιέγραψε τα παιδικά του χρόνια με αναφορά στην αρχαία ελληνική μυθολογία και ειδικότερα στο μύθο της Αργοναυτικής εκστρατείας με αφετηρία το Βόλο, γράφοντας: «[…] πέρασε τα πρώτα χρόνια της ζωής του στη γη του Κλασικισμού, έπαιξε στις ακτές που είδαν την Αργώ να ξεκινάει το ταξίδι της, στους πρόποδες του βουνού που ήταν μάρτυρας στη γέννηση του γοργοπόδαρου Αχιλλέα και στις σοφές νουθεσίες του δασκάλου του, του Κένταυρου».

Πρώτος δάσκαλος του υπήρξε ένας νέος Έλληνας ζωγράφος από την Τεργέστη, ονόματι Μαυρουδής. Αργότερα, την περίοδο 1903-5, φοίτησε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, με δασκάλους τους Γεώργιο Ροϊλό, Κωνσταντίνο Βολονάκη και Γιώργο Ιακωβίδη.
Μετά το θάνατο του πατέρα του, το φθινόπωρο του 1906, εγκαταστάθηκε μαζί με τη μητέρα και τον αδελφό του στο Μόναχο, όπου ξεκίνησε σπουδές στη Βασιλική Ακαδημία Καλών Τεχνών, παρακολουθώντας μαθήματα σχεδίου και ζωγραφικής. Αποχώρησε από την Ακαδημία πριν ολοκληρώσει τις σπουδές του και το καλοκαίρι του 1909 εγκαταστάθηκε στο Μιλάνο.

Την ίδια περίπου περίοδο ήρθε σε στενή επαφή με το έργο του Φρήντριχ Νίτσε, το οποίο επέδρασε καταλυτικά στην εξέλιξη και στη διαμόρφωση της τεχνοτροπίας του. Το 1910 φιλοτέχνησε «Το αίνιγμα ενός φθινοπωρινού απογεύματος», πίνακας που συχνά χαρακτηρίζεται ως το πρώτο δείγμα της «Μεταφυσικής Ζωγραφικής». Ο πίνακας διακρίνεται για την έντονα αινιγματική ατμόσφαιρά του, ενσωματώνοντας παράλληλα ποιητικά στοιχεία και μεταφέροντας αναγνωρίσιμα αντικείμενα ή καθημερινές σκηνές, στη σφαίρα του ανεξήγητου.

«Το αίνιγμα ενός φθινοπωρινού απογεύματος», 1910

Το 1911 μετακόμισε στο Παρίσι, έχοντας προηγουμένως επισκεφτεί για λίγες ημέρες το Τορίνο, το οποίο απεικόνισε αργότερα σε μία σειρά πινάκων του. Εκμεταλλευόμενος τις διασυνδέσεις του αδελφού του, στους καλλιτεχνικούς κύκλους του Παρισιού, ο ντε Κίρικο έγινα θερμά δεκτός και το 1912 παρουσιάστηκαν τρία έργα του στη Φθινοπωρινή Έκθεση (Salon).

Ο ποιητής Γκιγιώμ Απολλιναίρ, σημαίνουσα μορφή της καλλιτεχνικής σκηνής του Παρισιού, υπήρξε από τους πρώτους ένθερμους υποστηρικτές του έργου του και σύντομα ο ντε Κίρικο εντάχθηκε μαζί με τον αδελφό του σε έναν ευρύτερο κύκλο καλλιτεχνών που περιελάμβανε διάσημους ζωγράφους, όπως τον Πάμπλο Πικάσο και τον Φράνσις Πικαμπιά. Τον Ιούνιο του 1919, ο ντε Κίρικο βίωσε μία «αποκάλυψη», όπως ο ίδιος την αποκάλεσε αργότερα, πιθανότατα στη θέα ενός έργου του Τιτσιάνο στην Πινακοθήκη Μποργκέζε της Ρώμης, σηματοδοτώντας μια μεταβατική φάση στις αρχές της δεκαετίας του 1920.

Στα πλαίσια μιας βαθιάς αλλαγής, ξεκίνησε να αντιγράφει έργα των Δασκάλων της Ιταλικής Αναγέννησης, μιμούμενος το ύφος τους και αναπτύσσοντας ένα νεοκλασικό ύφος, σημαντικά διαφοροποιημένο από τις προγενέστερες δημιουργίες του. Την ίδια περίπου εποχή, τα «μεταφυσικά» έργα του ήταν αντικείμενα θαυμασμού από τους υπερρεαλιστές, οι οποίοι όμως αργότερα τον αποκήρυξαν εξαιτίας της στροφής του στο νεοκλασικό και νεορομαντικό ύφος.

Το ύστερο έργο του αντιμετωπίστηκε με έντονη διάθεση αμφισβήτησης από τους κριτικούς, ενώ από την πλευρά του ο ντε Κίρικο θεωρούσε τον εαυτό του αδικημένο, με βάση την συνολική προσφορά του στο «Μοντερνισμό». Μέσα από μία πληθώρα δοκιμίων, εξέφρασε την αντίθεσή του σε αυτό που ο ίδιος αντιλαμβανόταν ως «δικτατορία» του «Μοντερνισμού», ενώ την περίοδο 1950-3 οργάνωσε μια «αντι-Μπιενάλε», παρουσιάζοντας έργα «αντι-μοντέρνων» καλλιτεχνών.

Το 1974 τιμήθηκε από την Ακαδημία Καλών Τεχνών του Παρισιού, ενώ τον επόμενο χρόνο διορίστηκε μέλος της. Ο ντε Κίρικο πέθανε στις 20 Νοεμβρίου του 1978 στη Ρώμη.

Αυτοπροσωπογραφία, 1922-24

Γαλουχημένος με τον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό, ο ντε Κίρικο, αγαπούσε κάθε τι κλασσικό και θαύμαζε το έργο των αρχαιολόγων, οι οποίοι την περίοδο εκείνη, αρχές του 20ου αι., ζούσαν την «χρυσή περίοδο της αρχαιολογίας» σε διεθνές επίπεδο. Έλληνες, αλλά και Ευρωπαίοι, καθώς και Αμερικανοί αρχαιολόγοι, αναζητούσαν την «άκρη του νήματος» του σύγχρονου πολιτισμού. Η Ελλάδα, αλλά και η Ιταλία, αποτελούσαν ένα τεράστιο ανασκαφικό εργοτάξιο. Απίστευτοι θησαυροί ερχόταν στο φως, η μελέτη των οποίων τροφοδοτούσε με νέες γνώσεις τους καλλιτέχνες.

Την δεκαετία του 1930, ο Giorgio de Chirico ζωγράφισε τους πρώτους «αρχαιολόγους» του: ένα «μεταφυσικό» θέμα που θα επαναληφθεί καθ ‘όλη τη διάρκεια της καριέρας του και κάποια στιγμή το 1960, από τον ζωγραφικό του καμβά θα περάσει και στην γλυπτική.

Οι «αρχαιολόγοι», απεικονίζουν ανθρώπινες φιγούρες μόνες ή σε ζεύγη, στο σώμα των οποίων δημιουργούνται κοιλότητες, εν είδη σκαμμάτων, γεμάτες με αρχαία ερείπια, κολώνες, μικρούς ναούς, προτομές, υδραγωγεία…., απομεινάρια πολιτισμών που έως τότε όλοι πίστευαν ότι είχαν χαθεί για πάντα. Ο ντε Κίρικο τα τοποθετεί όλα αυτά συμπιεσμένα, δίνοντας μας την εντύπωση ότι αποτελούν τα σπλάχνα των αρχαιολόγων.

Οι Αρχαιολόγοι, 1927

Οι Αρχαιολόγοι, 1936

Οι Αρχαιολόγοι, 1961

Οι Αρχαιολόγοι, 1965

Στη δεκαετία του 1940 το θέμα των αρχαιολόγων μεταφέρθηκε από τον καμβά στην γλυπτική. Μέχρι και τη δεκαετία του 1960, δημιουργήθηκε μια μεγάλη ποικιλία γλυπτών. Παρόλο που το θέμα διατηρούσε τα εικονογραφικά στοιχεία των ζωγραφικών έργων, πρέπει να σημειωθεί ότι στη γλυπτική οι δύο μορφές προκαλούν έντονη συναισθηματική ενότητα μέσα από τη φυσική αγκαλιά των βραχιόνων που τυλίγονται γύρω από τους ώμους του ενός στου άλλου και τη επαφή των δύο κεφαλών.

Οι Αρχαιολόγοι, 1960

Το 1941, παράλληλα με τα πρώτα πλαστικά του πειράματα, ο ντε Κίρικο έγραψε το δοκίμιο «Brevis pro plastica oratio», στο οποίο δήλωσε: «Αν ένα γλυπτό είναι δύσκολο, δεν είναι γλυπτό. Το γλυπτό πρέπει να είναι μαλακό και ζεστό. Ως εκ τούτου, δεν θα έχει μόνο τη μαλακότητα της ζωγραφικής, αλλά και το χρώμα της. Ένα όμορφο γλυπτό είναι πάντα ζωγραφικό «.

cityculture.gr /Τζόρτζιο ντε Κίρικο, Οι Αρχαιολόγοι / Παναγιώτης Καμπάνης*

* Ο Παναγιώτης Καμπάνης είναι Δρ. Αρχαιολόγος-Ιστορικός, Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού, Μεταδιδακτορικός ερευνητής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης