Πολύ απλός, όμορφα προσαρμοσμένος στους ρυθμούς της Αθήνας, απολάμβανε το πλήθος και τις βόλτες στους πολυσύχναστους δρόμους της. Με αυτό τον τρόπο ξόρκιζε και το φόβο του θανάτου, όντας δηλαδή περιτριγυρισμένος από πολλούς ανθρώπους. Ήθελε να είναι κοντά αλλά όχι μαζί με το πλήθος, για να μπορεί να δουλεύει. Ταυτόχρονα όμως, ονειρευόταν τη ζωή σ’ ένα χωριό, όπου κανείς δε σε γνωρίζει έξω από αυτό, εκεί που το χώμα είναι νωπό και κρατάει μέσα του μπόλικη ζωή.
Θα τον ακούσεις να μιλάει για στέκια της Αθήνας, τα οποία επισκεπτόταν ξανά 20 χρόνια αργότερα, προκειμένου να θυμηθεί την ατμόσφαιρά τους. Θα σου μιλήσει με πολλή αγάπη για τα αρχαιολογικά ευρήματα και για τις συχνές επισκέψεις του στο Μουσείο. Θα σου πει ότι με το τραγούδι, οι άνθρωποι πρώτα εξέφραζαν την πίκρα τους και το γλέντι ερχόταν κατόπιν. Θα ‘θελες να σου διηγηθεί ιστορίες για την Ομόνοια, που τόσο έχει μελετήσει, να πιεις μαζί του έναν καφέ στο Νέον και να σου πει ότι τους Έλληνες τους γνωρίζεις εκεί, στην Ομόνοια. Εκεί ξεδιπλώνονται γιατί εκεί, σου λέει, κανείς δεν τους ξέρει.
Ομίχλη πέφτει πάλι απάνω μου∙
αν είναι δίπλα μου κανείς, τελείως άγνωστο.
Ούτε στη μνήμη μου δε βρίσκω μια χαρά μου.
Η αμαρτία τίποτε δεν άφησε∙
ούτε ένα πρόσωπο, όλα τα πήρε πίσω.
Πολλή ομίχλη πέφτει απόψε πάνω μου
– μισάνοιξε την πόρτα μου και περιμένει.
Ό,τι φοβήθηκα με βρήκε με το παραπάνω.
Ομίχλη Πέφτει από τη Συλλογή Τα Χίλια Δέντρα (1963)
Τον άκουγες ξαφνικά να απαγγέλει σ’ έναν πολυσύχναστο δρόμο της Αθήνας «Περπατώντας στην Πατησίων θα σκοντάψω στον έρωτα, θα ‘ναι μια τρύπια δεκάρα, δε θα τη μαζεύει κανείς. Θα πάρω μια αλυσιδίτσα, θα την κρεμάσω στο λαιμό μου». Κι ύστερα συνέχιζε τη βόλτα του.
Ο Γιώργος Ιωάννου γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε στο τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής σχολής του Α.Π.Θ. Στα γράμματα εμφανίστηκε το 1954. Ασχολήθηκε με την ποίηση, αλλά κυρίως με την πεζογραφία. Το 1971 μετατέθηκε στην Αθήνα, όπου δούλεψε σε γυμνάσιο και αργότερα στο Υπουργείο Παιδείας. Πέθανε απρόσμενα το 1985, ύστερα από επιπλοκές σε μια εγχείριση ρουτίνας.
γράφει η Τατιάνα Χριστιανούδη