«Διάολε, το καλύτερο πράγμα που μου συνέβη στη ζωή μου συνέβη χάρη σε μια παρεξήγηση..» Οι νόμοι των συνόρων / Χαβιερ Θερκας

Written by

«Τέλος πάντων, κατέληξε ο αρχιφύλακας Κουένκα, όταν ολοκλήρωσα την ανάγνωση του βιβλίου θυμήθηκα ότι κάποτε είχα ακούσει έναν καθηγητή  στην τηλεόραση να λέει ότι τα βιβλία είναι σαν καθρέφτες, και ότι τα βιβλία δεν τα διαβάζουμε εμείς αλλά εκείνα εμάς, και σκέφτηκα ότι αυτό που έλεγε ήταν αλήθεια. Επίσης αναλογίστηκα: Διάολε, το καλύτερο πράγμα που μου συνέβη στη ζωή μου συνέβη χάρη σε μια παρεξήγηση, επειδή μου άρεσε ένα φριχτό βιβλίο και επειδή πέρασα έναν φαύλο για ήρωα».

«Μύθος είναι μια λαϊκή ιστορία εν μέρει αληθινή και εν μέρει ψεύτικη, που λέει μια αλήθεια η οποία δεν μπορεί να ειπωθεί μόνο με την αλήθεια».

«Βλέπω ότι το έχετε σκεφτεί πολύ. Πείτε μου όμως, την αλήθεια τίνος;»

«Την αλήθεια όλων, αυτή που μας αφορά όλους».

Εσωτερικά είναι τα σύνορα αυτού του μυθιστορήματος. Η αφήγηση αναδρομική, απευθύνεται σε ένα τρίτο πρόσωπο- έναν  συγγραφέα- που ακούει, σχεδόν ως ψυχαναλυτής ή δικαστής,  μια ιστορία την οποία θέλει να καταγράψει στο βιβλίο του. Ο  κύριος αφηγητής του μυθιστορήματος είναι ένας άνδρας ο οποίος ξεδιπλώνει,  σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση, την ιστορία των νεανικών του χρόνων σε σχέση με ένα άλλο πρόσωπο και τη δράση της  συμμορίας  του. Παράλληλα, στον αφηγηματικό ιστό προστίθενται δύο άλλα πρόσωπα, ένας αστυνομικός και ο διευθυντής φυλακών της πόλης Χερόνα. Ο συγγραφέας- ακροατής, υποβάλλει ερωτήσεις στα πρόσωπα αυτά φωτίζοντας την ιστορία από πολλές οπτικές.  Από τους επίμονους, ευγενικούς και ζωηρούς  διαλόγους που  καταγράφονται άμεσα έτσι  όπως προκύπτουν από τις συναντήσεις-συνεδρείες  τους, ο αναγνώστης γίνεται μάρτυρας  μιας ιστορίας οριακών καταστάσεων ανάμεσα σε εφήβους,  όπως τις ανασυνθέτει η ενήλικη σκέψη του βασικού αφηγητή, προσπαθώντας να απαντήσει στα αναπάντητα ερωτήματα. Ερωτήματα που σχετίζονται με τον ίδιο και με το πρόσωπο στο οποίο συγκλίνει η αφήγηση, τον δεκαεξάχρονο αρχηγό μιας συμμορίας και τα ανήλικα μέλη της.

Ισπανία, δεκαετία του ’70 στην πόλη Χερόνα. Ο δεκαεξάχρονος Ιγνάθιο Κάνιας ζει με τους γονείς του και την αδελφή του  σε μια περιοχή της πόλης που συνορεύει με τις υποβαθμισμένες γειτονιές των  εσωτερικών μεταναστών τσαρνέγο. Ο πατέρας του είναι υπάλληλος της Νομαρχίας και ο ίδιος ένας καλός μαθητής. Όλα ανατρέπονται σταδιακά, όταν  ένας συμμαθητής του- ο Μπατίστα- και η παρέα του, αρχίζουν έναν πόλεμο εναντίον του που περιλαμβάνει υβριστικές απειλές,  ψυχολογικές ταπεινώσεις και μαρτύρια, στα οποία υποκύπτει και για τα οποία φοβάται να μιλήσει τόσο στους καθηγητές του, όσο και στην οικογένειά του,  δεδομένου ότι ο πατέρας του Μπατίστα είναι προϊστάμενος του δικού του . Μην μπορώντας να διαχειριστεί την ψυχολογική πίεση, παραμελεί τα καθήκοντά του, αλλάζουν οι σχέσεις με την οικογένειά του και γνωρίζει τυχαία στα ηλεκτρονικά όπου συχνάζει, τον Γαλανομάτη και την Τέρε. Οι συναντήσεις τους πυκνώνουν και ο ίδιος, εντυπωσιασμένος από την ομορφιά και το παράξενο φέρσιμο της Τέρε, εμπλέκεται  σε μια παρέα, όπου τα πρόσωπα έχουν αλλόκοτα ονόματα και παραβατικές συμπεριφορές. Πίνουν, καπνίζουν, συχνάζουν σε κακόφημα μπαρ, ξενυχτούν και φλερτάρουν συνεχώς με ακραίες καταστάσεις,  όπως ο εγκλεισμός στη φυλακή και ο θάνατος. Ο ήρωάς μας, ο Γυαλάκιας,  θα γίνει ενεργό μέλος της ομάδας αυτής, του ατρόμητου Γαλανομάτη και της Τέρε και η ιστορία θα ακολουθήσει τον  αναμενόμενο εκτροχιασμό, από τις κλοπές, τα ναρκωτικά, τις πόρνες, τις ληστείες, μιας ομάδας ανήλικων παραβατών που ζουν στο σκοτάδι  και σε οριακές καταστάσεις. Ο ίδιος,  μέσα σε λίγους μήνες, θα περάσει από πολλά στάδια καταβύθισης σε έναν βίαιο κόσμο που περιλαμβάνει ποτά, μπαρ, ναρκωτικά, συμμετοχή στη διάπραξη κλοπών και ληστειών, συναντήσεις με πρόσωπα του υποκόσμου, χρήση όπλων,  στη γοητεία της Τέρε,  η οποία τον απορρίπτει και τον περιπαίζει. Οι επιχειρήσεις της ομάδας έχουν αρχικά επιτυχίες που τις γιορτάζουν ξοδεύοντας τα χρήματα σε πόρνες  αλλά υπάρχουν και εξελίξεις άσχημες, όταν η αστυνομία τους καταδιώκει και κάποια μέλη της σκοτώνονται, ή τραυματίζονται και μένουν ανάπηρα ή το σύνηθες, οδηγούνται στις φυλακές και τα αναμορφωτήρια.

Επιχειρούν σε κάποια στιγμή ληστείες σε τράπεζες. Σε μια τέτοια επιχείρηση,  η αστυνομία τους έχει στήσει καρτέρι και πέφτουν στην παγίδα της με το που βγαίνουν από την τράπεζα. Στην καταδίωξη που ακολουθεί, συλλαμβάνεται ο Γαλανομάτης και ο ήρωας τραυματισμένος στο χέρι, σώζεται σαν από θαύμα. Γυρίζει στο σπίτι του και αποκαλύπτει το βίαιο παρελθόν του,  των καλοκαιρινών μηνών, στον πατέρα του ο οποίος του λέει ψυχρά να πάει στην αστυνομία αλλά τηλεφωνεί  στον δικηγόρο φίλο του και στη συνέχεια αναχωρούν μαζί  για το εξοχικό  σπίτι του φίλου του, σε μια απομακρυσμένη περιοχή, όπου καταφτάνει ο αστυνομικός Κουένκα  για να τον συλλάβει αλλά την τελευταία στιγμή αλλάζει γνώμη  και  του δίνει μια ευκαιρία, ύστερα από τη συζήτηση με τον πατέρα του.

Έτσι ο ήρωας ξαναγυρίζει στο σχολείο, αλλάζει συμπεριφορά απέναντι στην παλιά ομάδα του Μπατίστα,  γίνεται δικηγόρος, παντρεύεται αποκτά μία κόρη, χωρίζει και παράλληλα πληροφορείται από μία επίσκεψη της Τέρε στο γραφείο του ότι ο Γαλανομάτης, έχει ανάγκη τη βοήθειά του, προκειμένου να βγει από τη φυλακή με  το αίτημα μετριασμού της ποινής. Η συνάντησή τους στη φυλακή και έξω από αυτήν,  εισάγει και τον άλλο αφηγητή της ιστορίας,  τον διευθυντή της φυλακής Εδουάρδο Ρεκένα, που εξιστορεί τα γεγονότα από τη δική του οπτική.Ο Γαλανομάτης πεθαίνει τελικά στη φυλακή και ο Ιγνάθιο συναντά την άρρωστη Τέρε για τελευταία φορά στο περιβάλλον από το οποίο ξεκίνησε κάποτε και ο μηχανισμός της ιστορίας αυτής του ερωτισμού και της βίας.Η αφήγηση ολοκληρώνεται με τη συνάντηση του Κουένκα και του Ιγνάθιο ο οποίος,  τριάντα χρόνια μετά,  του θέτει δύο ερωτήματα για τα οποία δεν παίρνει απάντηση, παρά έναν υπαινιγμό για το κίνητρο μιας πράξης που αφορά το δεύτερο ερώτημα της μη σύλληψης.

Οι νόμοι των συνόρων, μυθιστόρημα για το όριο των πραγμάτων, για τις εσωτερικές ανακατατάξεις ενηλικίωσης, για τη βία και την παραβατικότητα, τον εμποδισμένο έρωτα και τις στερεοτυπικές συζητήσεις, τους μηχανισμούς ψυχολογικής και θεσμικής πίεσης, το οικονομικό υπόβαθρο και τις υποβαθμισμένες όψεις της εσωτερικής μετανάστευσης,  στην εικόνα μιας πόλης. Πολιτικές νύξεις για το πέρασμα στη Δημοκρατία στον απόηχο του Φρανκισμού, κοινωνικές και οικονομικές αλλαγές  που καταγράφονται πάνω στο σώμα του μυθιστορήματος και στο τοπίο μιιας πόλης που αλλάζει, στις αναμνήσεις των προσώπων που αφορούν το μακρυνό παρελθόν μιας εφηβείας που συγκλίνει, τόσο για τον Ιγνάθιο όσο και για τον αστυνομικό Κουένκα. Του αστυνομικού που έρχεται να ζήσει στην πόλη Χερόνα εξ αιτίας ενός μυθιστορηματικού ήρωα. Ήρωα- υπερασπιστή μιας πόλης,  της πόλης Χερόνα,  σε μια πρώτη ανάγνωση και σε μια δεύτερη αποτυχημένου ήρωα,  με αμφίβολα κίνητρα  δράσης, που ο συγγραφέας Γκαλδός  παρουσιάζει στο μυθιστόρημά του.

Βιβλίο με ζωηρό ύφος, ρεαλιστικές περιγραφές,  με ελάχιστα λογοτεχνικά στοιχεία, πλάγιους  και αληθοφανείς διαλόγους στις αφηγήσεις, πιστότητα αναπαράστασης, ελεγχόμενο χιούμορ, πολλές οπτικές και πρωτότυπη  αφηγηματική τεχνική. Χωρίς διδακτισμό φωτίζει τη ζωή των ηρώων και τα ψυχολογικά βασανιστικά ερωτήματα που προκύπτουν στη ροή των γεγονότων και στη σκιά των θεσμών της δικαιοσύνης και  των νόμων. Τυχαιότητα και προγεγραμμμένο τέλος για τους ανθρώπους που κινούνται στην από ‘δω ή στην από ‘κεί γραμμή των συνόρων, αναζήτηση της ευτυχίας, στο σφυγμό της δεκαετίας του ’70, στις πόλεις,  στη μουσική, στις σειρές της τηλεόρασης και των προτύπων –ηρώων,   των παιχνιδιών μιας ανήσυχης και νεανικής εποχής.  Όταν η νιότη φλερτάρει με τον θάνατο και η ομορφιά ξοδεύεται για το τίποτα, σε ένα σκληρό σκηνικό σκουπιδιών. Μια μελαγχολική ματιά για την απομυθοποίηση και τον μυθιστορηματικό αέρα των μυθοποιημένων κακοποιών-ηρώων  μιας αδηφάγας κοινωνίας. Ηρώων,  όπως ο Αντόνιο Γκαμάγιο,  που πεθαίνουν άδοξα στο ημίφως της πραγματικότητας θύματα των καιρών που τους γέννησαν και της βίας που τους ενηλικίωσε απότομα.

«Πρέπει να φύγεις, Γυαλάκια».

«…και ποια είναι η απάντηση; Άφησε να περάσουν ακόμη δύο δευτερόλεπτα και είπε ότι η απάντηση ήταν πως δεν υπήρχε απάντηση. Ότι δεν ήξερε ποια ήταν η απάντηση. Ότι δεν είχε ιδέα. Ότι ποτέ δεν είχε ξαναφήσει να του ξεφύγει επίτηδες ένας ένοχος και ότι στην αρχή είχε μετανιώσει που το είχε κάνει, ώσπου κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ίσως να το είχε κάνει για λάθος λόγους. Εδώ φάνηκε να σκέφτεται για λίγο και πρόσθεσε: Ήταν το καλύτερο πράγμα που έκανα στη ζωή μου».

« Και ξέρετε γιατί ήρθα να μείνω εδώ; ρώτησε. Χωρίς να περιμένει απάντηση, σήκωσε το ένα του χέρι και έδειξε προς το κέντρο της πλατείας. Γι’ αυτό, είπε. Ακολούθησα με το βλέμμα την κατεύθυνση του χεριού του και ρώτησα: Για το άγαλμα; Για τον στρατηγό Άλβαρες ντε Κάστρο, απάντησε. Για τον τόπο αυτό, για τη Χερόνα. Ξέρετε ότι υπάρχει ένα μυθιστόρημα του Γκαλδός που μιλάει για τη Χερόνα; Φυσικά, είπα. Με ρώτησε αν το είχα διαβάσει και του είπα όχι. Εγώ το έχω διαβάσει, είπε. Δύο φορές. Η πρώτη ήταν πριν από πολύ καιρό, όταν ήμουν δεκαοκτώ χρονών και έκανα την πρακτική μου εξάσκηση για αρχιφύλακας στη Μαδρίτη».

«Παρ’  όλα αυτά εσείς που είστε συγγραφέας πρέπει να γνωρίζετε ότι, όσο και να μας καθησυχάζει να βρίσκουμε πάντα  μια εξήγηση για τις πράξεις μας, η αλήθεια είναι ότι  οι περισσότερες πράξεις μας δεν έχουν μόνο μία εξήγηση, αν υποθέσουμε ότι έχουν κάποια».

«Και είπα: Γιατί δεν είμαι σαν εσάς; Κι εκείνος είπε: Επειδή δεν είσαι. Κι εγώ είπα: Αφού κάνουμε τα ίδια πράγματα. Κι εκείνος είπε: Περίπου τα ίδια, ναι. Αλλά εσύ δεν είσαι σαν εμάς. Κι εγώ επέμεινα: Γιατί όχι; Κι εκείνος εξήγησε: Επειδή εσύ πας στο σχολείο κι  εμείς όχι. Επειδή εσύ έχεις οικογένεια κι εμείς όχι. Επειδή εσύ φοβάσαι κι εμείς όχι. Κι εγώ τον ρώτησα: Εσείς δε φοβάστε;  Κι εκείνος απάντησε: Ναι, αλλά ο φόβος που νιώθουμε εμείς δεν είναι σαν τον δικό σου. Εσύ τον φόβο τον σκέφτεσαι, ενώ εμείς όχι. Εσύ έχεις πράγματα να χάσεις,  ενώ εμείς όχι. Αυτή  είναι η διαφορά».

«Για μια στιγμή θέλησα να επιμείνω, να συνεχίσω τις ερωτήσεις μου, αλλά θυμήθηκα την τελευταία συζήτηση που είχα με την Τέρε και σκέφτηκα ότι δεν θα είχε νόημα: Το Φοντ, η Ρούφους και το Μπάρριο Τσίνο είχαν εξαφανιστεί δεκαετίες τώρα, και ο αρχιφύλακας Κουένκα κι εγώ δεν ήμασταν παρά δυο απομεινάρια από μιαν άλλη εποχή, δυο τσαρνέγο από την εποχή που υπήρχαν ακόμα τσαρνέγο, ένας γέρος αστυνομικός και ένας γέρος συμμορίτης που κάθονταν σαν δικολάβοι σ’  ένα παγκάκι το απομεσήμερο, σαν δυο συνταξιούχοι που συζητούν για έναν κόσμο χαμένο, κατεστραμμένο, για πράγματα που κανείς πια  στην πόλη δε θυμάται και δεν ενδιαφέρουν κανέναν».

ΧΑΒΙΕΡ ΘΕΡΚΑΣ

ΟΙ ΝΟΜΟΙ ΤΩΝ ΣΥΝΟΡΩΝ

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΓΕΩΡΓΙΑ ΖΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΤΑΚΗ