…Υπάρχει ένα αίσθημα κενού, που μια βραδιά μας κυριεύει με τη μυρωδιά των ελεφάντων μετά τη βροχή και της στάχτης του σάνταλου ενώ κρυώνει στα μαγκάλια, ένας ίλιγγος, που κάνει ποτάμια και βουνά να τρεμοπαίζουν στην πυρόξανθη ράχη των επιπεδοσφαίρων όπου απεικονίζονται, τυλίγει σε ρολά τα έγγραφα που μας αναγγέλουν την κατάρρευση των τελευταίων εχθρικών στρατευμάτων μετά από αλλεπάλληλες ήττες, και γδέρνει το βουλοκέρι των σφραγίδων αγνώστων βασιλιάδων που εκλιπαρούν την προστασία των νικηφόρων στρατευμάτων μας, προσφέροντας αντάλλαγμα ετήσιους φόρους από μέταλλα πολύτιμα, κατεργασμένα δέρματα και ταρταρούγα. Είναι η τρομερή στιγμή που ανακαλύπτουμε ότι αυτή η αυτοκρατορία που μας είχε φανεί το άθροισμα όλων των θαυμάτων είναι ένα απέραντο άμορφο ερείπιο, ότι η γάγγραινα της διαφθοράς έχει απλώσει τόσο ώστε να μην αρκεί το σκήπτρο μας να τη γιατρέψει, ότι ο θρίαμβος πάνω στους αντιπάλους ηγεμόνες μας έκανε κληρονόμους του παρατεταμένου τους αφανισμού. Μόνο στις αναφορές του Μάρκο Πόλο ο Κουμπλάϊ Χαν καταφέρνει να διακρίνει, μέσα από τείχη και πύργους προορισμένους να καταρρεύσουν, τα ίχνη ενός σχεδίου τόσο λεπτού που θα μπορούσε να διασωθεί από τους αδηφάγους τερμίτες.(σελ. 11 – 12).
«Σου έτυχε ποτέ να δεις μια πόλη που να μοιάζει μ’ αυτήν;» ρωτούσε ο Κουμπλάϊ τον Μάρκο Πόλο απλώνοντας το γεμάτο δαχτυλίδια χέρι έξω απ’ το μεταξωτό θόλο του αυτοκρατορικού πλοίου, για να δείξει τις γέφυρες που κύρτωναν πάνω απ’ τα κανάλια, τα πριγκιπικά παλάτια που τα μαρμάρινα κατώφλια τους βυθίζονταν στο νερό, το πήγαιν’ έλα των ελαφρών σκαφών που σπρωγμένα απ’ τα μακριά κουπιά βολτάριζαν με ζιγκ-ζαγκ, τις μαούνες που ξεφόρτωναν καλάθια με λαχανικά στις πλατείες της αγοράς, τα μπαλκόνια, τα λιακωτά, τους θόλους, τα καμπαναριά, τους κήπους των νησιών που πρασίνιζαν στο γκρίζο της λιμνοθάλασσας.
Ο αυτοκράτορας, συνοδευόμενος απ’ τον αξιωματούχο ξένο, επισκεφτόταν την Κουΐνσαϊ, παλιά πρωτεύουσα ξεπεσμένων δυναστειών, τελευταίο μαργαριτάρι δεμένο στην κορόνα του Μεγάλου Χαν.
«Όχι κύριε», απάντησε ο Μάρκο, «ποτέ δεν είχα φανταστεί πως θα μπορούσε να υπάρχει μια πόλη σαν κι αυτήν».
Ο αυτοκράτορας προσπάθησε να τον κοιτάξει στα μάτια. Ο ξένος χαμήλωσε το βλέμμα. Ο Κουμπλάϊ έμεινε σιωπηλός όλη μέρα.
Μετά τη δύση, στις ταράτσες του παλατιού, ο Μάρκο Πόλο παρουσίαζε στο μονάρχη τα αποτελέσματα των αποστολών του. Συνήθως ο Μέγας Χαν τέλειωνε τις βραδιές του απολαμβάνοντας με μισόκλειστα μάτια αυτές τις διηγήσεις, ώσπου το πρώτο του χασμουρητό να δώσει το σήμα στην ακολουθία των νεαρών πριγκίπων ν’ ανάψει τις δάδες για να οδηγήσει το μονάρχη στο Περίπτερο του Σεπτού Ύπνου.
Όμως αυτήν τη φορά ο Κουμπλάϊ φαινόταν απρόθυμος ν’ αφεθεί στην κούραση. «Πες μου για μια ακόμα πόλη», επέμενε.
«…. φεύγεις από εκεί και καλπάζεις τρεις μέρες ανάμεσα στο γρέγο και το λεβάντε…», ξανάρχισε ο Μάρκο, απαριθμώντας ονόματα και έθιμα και εμπορεύματα πολλών τόπων. Θα μπορούσες να πεις ότι είχε ένα ρεπερτόριο ανεξάντλητο, όμως τώρα ήρθε και η σειρά του να παραιτηθεί. Ήταν χάραμα όταν είπε: «Κύριε, τώρα πια σου έχω μιλήσει για όλες τις πόλεις που γνωρίζω».
«Μένει μία που δεν μιλάς ποτέ γι’ αυτήν».
Ο Μάρκο Πόλο έσκυψε το κεφάλι.
«Τη Βενετία», είπε ο Χαν.
Ο Μάρκο χαμογέλασε: «Και για τί άλλο νόμιζες πως σου μιλούσα τόσον καιρό;»
Ο Αυτοκράτορας δεν έδειξε την παραμικρή αντίδραση. «Κι όμως δε σ’ άκουσα ποτέ ν’ αναφέρεις τ’ όνομά της».
Κι ο Πόλο: «Κάθε φορά που περιγράφω μια πόλη λέω κάτι για τη Βενετία».
«Όταν σε ρωτάω για άλλες πόλεις, θέλω να σ’ ακούω να μιλάς για κείνες. Και για τη Βενετία, όταν σε ρωτάω για τη Βενετία».
«Για να ξεχωρίζω τα γνωρίσματα των άλλων πόλεων, πρέπει να ξεκινάω από μια πρώτη πόλη που υπονοείται. Η πόλη για μένα είναι η Βενετία».
«Τότε θα ‘πρεπε ν’ αρχίζεις κάθε διήγηση των ταξιδιών σου από την αναχώρηση, περιγράφοντας τη Βενετία ολόκληρη, έτσι όπως είναι, χωρίς να παραλείπεις τίποτα απ’ ό,τι θυμάσαι γι’ αυτήν».
Το νερό της λίμνης μόλις που ρυτίδωνε. Η χαλκόχρωμη αντανάκλαση του αρχαίου ανακτόρου των Σουνγκ θρυμματιζόταν σε σπινθηροβόλες ανταύγειες σαν φύλλα να επέπλεαν.
«Οι εικόνες της μνήμης, μόλις αιχμαλωτιστούν απ’ τις λέξεις, σβήνουν», είπε ο Πόλο. «Ίσως φοβάμαι μήπως χάσω τη Βενετία διαμιάς, αν μιλήσω γι’ αυτήν. Ή ίσως, μιλώντας για άλλες πόλεις, την έχω ήδη χάσει λίγο λίγο». (σελ. 103-105)
