Σημαίες ανεμίζουν, ο δρόμος μοιάζει να σταματάει για λίγο σε μια γραμμή αλλά συνεχίζει στην ίδια κατεύθυνση, κουρασμένα μάτια κοιτάζουν μακρυά, μουδιασμένα σώματα ξυπνούν από το λήθαργο της νύχτας, τραγούδια ακούγονται και λέξεις σε άγνωστες γλώσσες, σφραγίδες πιστοποιούν μια στιγμή στο μετέωρο και βλέπεις τα ηλιοτρόπια, τις πεδιάδες, τα πρώτα χωριά. Μπουγάδες στεγνώνουν κι ο καπνός ανεβαίνει από τις καμινάδες, μια γαλαζωπή κι άσπρη γραμμή που διαλύεται αργά στο σύννεφο της μέρας. Ξημέρωμα σε άλλη γη, με κίτρινα χωράφια, παλιές εκκλησίες με ξεφλουδισμένες στρώσεις ασβέστη, τυλιγμένες στο πούσι ποταμών που διασχίζουν τις χώρες με θολά νερά, πλωτά νησιά και στις όχθες τους βόσκουν ζώα αρχαία.
Μια στιγμή αναρρωτιέσαι και βλέπεις λεφούσια και φουσάτα απάνω σε άλογα με χαϊμαλιά και ορθές χαίτες, ακούς τις ιαχές και βλέπεις το αίμα. Βουνά κλείνουν τα περάσματα, μετατοπίζοντας τον όγκο της γης που είναι πατρίδα όχι δική σου. Βρέχει δυνατά κι οι πολιτείες αχνίζουν στο φως της ομίχλης και είσαι ξένος. Ύστερα αραιώνει αυτό το αέρινο πλέγμα και εισχωρείς ένας ακόμη ικέτης, σε δρόμους με ονόματα ιστοριών που κύλησαν σαν ζάρια πάνω σε παλιούς χάρτες. Ψαλμωδίες ακούγονται, τρούλοι κάτω από ψηλά δέντρα σε μια χρυσή αντανάκλαση, άγγελοι σε γαλάζιες τοιχογραφίες, αέρηδες, μουρμουρητά, μια βοή ποταμών μπαίνει από σπασμένα τζάμια μοναστηριών που στις κόγχες τους φωλιάζουν αγριοπερίστερα. Στα παλιά πανδοχεία και στα καπηλειά ενώνονται οι φωνές των ανθρώπων κι οι μυρωδιές της τσίκνας και του κρασιού ανακατώνονται με εκείνη της βροχής στα βρεγμένα μάλλινα ρούχα. Παλιοί δρόμοι ενώνουν τις πόλεις και οι άνθρωποι παζαρεύουν πραμάτειες αιώνες τώρα. Κοψιές- κοψιές άνθρωποι, λιγνοί με μαύρα μαλλιά, μελαψοί με αετίσιο μάτι, πρόσωπα με μύτες γαμψές και περιπαιχτικό βλέμμα κι αλλού ίσιες, ένα προφίλ αριστοκρατικού αίματος μιας γενιάς με γαλάζια μάτια και ξανθά μαλλιά.
Οι ιστορίες που άκουσες , αυτές που σε νανούρισαν παιδί, αυτές που γράφτηκαν στα βιβλία, όσες διάβασες, είναι εδώ, στο ταξίδι. Πολεμιστές, πριγκίπισσες, αυτοκράτορες, ηγεμόνες, ευγενείς, σπιούνοι, πλανόδιοι, χτίστες, καλόγεροι, ποιητές, μουσικοί, ζωγράφοι, εξερευνητές, περνούν μπροστά στα μάτια σου και τραβούν το δρόμο τους. Για λίγο διασταυρώνεσαι μαζί τους και τους κοιτάς μα δεν σε βλέπουν, απορροφημένοι στην έγνοια της στιγμής κι άλλες φορές το βλέμμα τους πέφτει απάνω σου και σε τινάζει μια ανεξήγητη δύναμη, σ’ έναν δυνατό χτύπο.Θέατρο που αιώνες παίζεται μπροστά στα μάτια των ανθρώπων όπως έρχονται από τις κατεβασιές των αιώνων. Αλλάζουν τα ονόματα για λίγο, στο σκηνικό των κάστρων, των αρχοντικών, απάνω στο πλακόστρωτο, στις μεγάλες γέφυρες που κρατούν τον ήχο των ποταμών και τα λόγια των ανθρώπων, όπως βγαίνουν από τα δάση και τα φτωχόσπιτα. Στο αυστηρό βλέμμα των αγίων και στα τραγούδια, οσμίζεσαι τους περασμένους καιρούς και τα παλιά πάθη, ακούς το πρώτο κλάμα και το ρόγχο του θανάτου, βλέπεις τα χρυσά κι ασημένια νομίσματα, τα λάβαρα, τα σύμβολα. Ρολόγια χτυπούν και καμπάνες, αέρας σηκώνει τα κεντημένα ρούχα των κοριτσιών, άλογα καλπάζουν, φωτιές λιώνουν το μέταλλο, τσιγγάνικα μάτια σε κοιτούν, φτάνεις στην πόλη και είναι νύχτα. Νύχτα είναι στις πύλες. Αύριο ξημερώνει ξένε μου, σε άλλη γη.
-Ξένε ποιος είσαι να μας πεις ν’ ακούσει ο αγέρας.