Στόβοι και Ηράκλεια Λυγκηστίς: Ισοπολίτιδες πόλεις της Μακεδονίας την περίοδο της ύστερης αρχαιότητας

Written by

Παναγιώτης Καμπάνης, Δρ. Αρχαιολόγος-Ιστορικός, Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού
Μεταδιδακτορικός ερευνητής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Το παλαιοχριστιανικό βαπτιστήριο της Βασιλικής των Στόβων

Το παλαιοχριστιανικό βαπτιστήριο της Βασιλικής των Στόβων

 

Ως ισοπολίτιδες πόλεις (municipium) την περίοδο της ύστερης αρχαιότητας (3ος-7ος αι. μ.Χ.), χαρακτηριζόταν σύμφωνα με το ρωμαϊκό δίκαιο οι ανεξάρτητες πόλεις που, επεκτεινόμενη η ρωμαϊκή αυτοκρατορία, περιερχόταν στην επικράτειά της, συνεχίζοντας όμως να διατηρούν την αυτονομία τους, με δικούς τους άρχοντες, νόμους, νόμισμα, ακόμα και γλώσσα.
Δυο σημαντικές πόλεις αυτής της κατηγορίας που ήκμασαν στη μακεδονική γη, ήταν οι Στόβοι και η Ηράκλεια Λυγκυστίς (σήμερα στην επικράτεια της ΠΓΔΜ).
Οι Στόβοι ήταν μια αρχαία πόλη της Παιονίας, που στη συνέχεια κατακτήθηκε από τους Μακεδόνες και έγινε η πρωτεύουσα της ρωμαϊκής επαρχίας της Macedonia Salutaris ή Macedonia Secunda. Η πόλη κτίστηκε στο σημείο όπου ο ποταμός Εριγώνας ενώνεται με τον Αξιό, κάτι που της προσέδωσε μεγάλη εμπορική και στρατηγική σημασία.
Η λέξη στόβος είναι ελληνική, προέρχεται από το ρήμα στοβέω-ώ και είχε το νόημα της λοιδορίας, της βρισιάς και των παραφουσκωμένων λόγων. Στη Μακεδονία χρησιμοποιούνταν στην κυριολεκτική της έννοια, του γεμάτου στόματος, του φουσκωμένου. Έτσι, τουλάχιστον, μας τη δίνει ο Μακεδών Λυκόφρων που ήταν ιαμβολόγος (έγραφε ιάμβους) στην αυλή του Πτολεμαίου Β΄ του Φιλάδελφου στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, περί το 290 π.Χ. Αν αναλογιστούμε λοιπόν, ότι η αρχαία πόλη που βρισκόταν, βήματα σχεδόν, από το σημείο όπου ο Εριγώνας ποταμός έπεφτε με ορμή μέσα στον Αξιό ποταμό, καθώς ήταν φουσκωμένος και ο ένας ποταμός και ο άλλος, τότε θα εννοήσουμε γιατί ο οικισμός που κτίστηκε δίπλα σε αυτό το σημείο πήρε το όνομα «Στόβοι».
Η ύπαρξη του οικισμού επιβεβαιώνεται αρχαιολογικά, τουλάχιστον από τον 6ο αιώνα π.Χ. Ως μεγάλη πόλη υπάρχει από τον 3ο αιώνα π.Χ. και για πρώτη φορά αναφέρεται από τον Τίτο Λίβιο το 197 π.Χ. στην εξόρμηση του Φίλιππου του Ε΄ κατά των Δαρδάνων.
Ο οικισμός αυτός των ελληνιστικών χρόνων αναπτύχθηκε στο έπακρο, ενάμισι με δύο αιώνες μετά, επί ρωμαϊκής κυριαρχίας. Πήρε τη μορφή της μεγάλης πόλης. Ειδικά για αυτήν υπήρχε παράδρομος της Εγνατίας Οδού, όπου από τη Θεσσαλονίκη έφτανε μέχρι τους Στόβους. Στα ρωμαϊκά χρόνια ο πληθυσμός αυξήθηκε, αφού εγκαταστάθηκαν σε αυτήν Ρωμαίοι έμποροι καθώς και Εβραίοι. Το 69 π.Χ. ανακηρύχθηκε ισοπολιτίδα πόλη και κόπηκαν νομίσματα με την επιγραφή Municipium Stobensium. Το 388 ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος Α’ διέμεινε στην πόλη, την οποία αναγκάστηκε να εγκαταλείψει από τις εισβολές αρχικά των Οστρογότθων και στη συνέχεια των Σλάβων, που συνέβαλαν στην πλήρη παρακμή της.
Ο πολιτισμός της διαφαίνεται, εκτός των άλλων και από τα ερείπια που ανακαλύφθηκαν, τα οποία της προσδίδουν το μεγαλείο μιας χαμένης αρχαίας εποχής. Ναοί, λουτρά, μαρμάρινο θέατρο, κοιμητήριο, μαρμαρόστρωτοι οδοί κλπ. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της πόλης αυτής ήταν η κυριαρχία της ελληνικής γλώσσας ή καλύτερα η μοναδικότητά της. Ακόμη και τα λατινικά ονόματα των ρωμαίων κατοίκων αναγράφονται με ελληνικά γράμματα. Ελληνικά στο αρχαίο νεκροταφείο, ελληνικά στους ναούς, ελληνικά στο μαρμάρινο θέατρο. Ακόμη και στην ιουδαϊκή συναγωγή του 3ου αιώνα μ.Χ, μια επιγραφή 32 γραμμών του «Κλαύδιου Τιβέριου Πολύχαρμου, που ήταν γνωστός και ως Αχύριος, πατέρας της Συναγωγής των Στοβίων» μας ενημερώνει για την ανέγερσή της και είναι και αυτή γραμμένη στα ελληνικά.
Στο προαύλιο του θεάτρου βρέθηκε ναός αφιερωμένος στη Νέμεση, ενώ από τις πολλές επιγραφές και τα αγάλματα που ανακαλύφθηκαν, πληροφορούμαστε πως λατρεύονταν ακόμη, η Υγεία, ο Τελεσφόρος, η Αρτέμιδα η Λοχεία, ο Απόλλων ο Κλάριος, ο Ζευς, ο Διόνυσος και η Ήρα.
Οι Στόβοι είχαν μια συνεχή ελληνοπρέπεια, τόσο στον οικιστικό τομέα, όσο και στον πολιτιστικό και θρησκευτικό.
Δύο αιώνες περίπου μετά, στα μέσα του 5ου -6ου, κάνει την παρουσία του μια μεγάλη διάνοια του μακεδονικού χώρου που λέγεται Ιωάννης ο Στοβαίος:
«Ο Ιωάννης ο Στοβαίος ήταν γραμματικός, καταγόταν από τους Στόβους της Μακεδονίας και έζησε κατά τον 5ο μ.Χ αι. Άγνωστος εν πολλοίς, έμεινε στην ιστορία για το έργο του Ανθολόγιον, το οποίο δεν ήταν ένα απλό εράνισμα γνωμών, αλλά μία πραγματική κιβωτός της ελληνικής σκέψης. Το απόσταγμα της σοφίας 204 φιλοσόφων και ιστορικών, 150 ποιητών και 120 ρητόρων μέσα σ’ ένα χρονικό πλαίσιο δώδεκα αιώνων, χωρισμένο σε κεφάλαια ανάλογα με το ηθικό τους περιεχόμενο».

Το παλάτι του Θεοδοσίου, 4ος αι.

Το παλάτι του Θεοδοσίου, 4ος αι.

Το ψηφιδωτό δάπεδο στο παλάτι του Θεοδοσίου, 4ος αι.

Το ψηφιδωτό δάπεδο στο παλάτι του Θεοδοσίου, 4ος αι.

Ο «Οίκος του Πολύχαρμου», 4ος αι.

Ο «Οίκος του Πολύχαρμου», 4ος αι.

 

Ο «Οίκος του Περιστερίου», 4ος αι.

Ο «Οίκος του Περιστερίου», 4ος αι.

 

Η μικρή εκτός των τειχών Βασιλική, 5ος αι.

Η μικρή εκτός των τειχών Βασιλική, 5ος αι.

Ψηφιδωτό δάπεδο από την εκτός των τειχών Βασιλική, 5ος αι.

Ψηφιδωτό δάπεδο από την εκτός των τειχών Βασιλική, 5ος αι.Η βόρεια Βασιλική, 5ος – 6ος αι.

Η βόρεια Βασιλική, 5ος – 6ος αι.

Η βόρεια Βασιλική, 5ος – 6ος αι.

Το ψηφιδωτό του κεντρικού κλίτους της βόρειας Βασιλικής, 5ος – 6ος αι.

Το ψηφιδωτό του κεντρικού κλίτους της βόρειας Βασιλικής, 5ος – 6ος αι.

Ψηφιδωτό δάπεδο από την Επισκοπική Βασιλική, 6ος αι.

Ψηφιδωτό δάπεδο από την Επισκοπική Βασιλική, 6ος αι.

Μαρμάρινος κοσμήτης με χριστιανικά σύμβολα

Μαρμάρινος κοσμήτης με χριστιανικά σύμβολα

Ψηφιδωτό από την Επισκοπική Βασιλική

Ψηφιδωτό από την Επισκοπική Βασιλική

Σπαράγματα τοιχογραφιών

Σπαράγματα τοιχογραφιών

Σπαράγματα τοιχογραφιών

Σπαράγματα τοιχογραφιών

Τα λουτρά της πόλης, 5ος αι.

Τα λουτρά της πόλης, 5ος αι.

Το ρωμαϊκό θέατρο, 2ος – 3ος αι.

Το ρωμαϊκό θέατρο, 2ος – 3ος αι.

 

« …ἐκεῖθεν δ΄ ἐστὶ παρὰ Βαρνοῦντα διὰ Ἡρακλείας καὶ Λυγκηστῶν καὶ Ἐορδῶν εἰς Ἔδεσσαν καὶ Πέλλαν μέχρι Θεσσαλονικείας» (Στράβωνος Γεωγραφικά, Ζ΄ 2)

Η Ηράκλεια Λυγκηστίς, ή και Ηράκλεια του Λύγκου (Πόλη του Ηρακλή στη Γη του Λύγκα), βρισκόταν στην περιοχή της Πελαγονίας, στα βόρεια των Βρυγηΐδων λιμνών (Πρέσπες), νότια της σημερινής πόλης Μπίτολα. Την ίδρυσε ο Φίλιππος της Μακεδονίας μέσω της οποίας αργότερα διέρχονταν η Αρχαία Εγνατία Οδός.
Στην ελληνική μυθολογία με το όνομα Λύγκος είναι γνωστός ο βασιλιάς των Σκυθών, που προσπάθησε να σκοτώσει τον Τριπτόλεμο, έτσι ώστε να θεωρηθεί ότι αυτός και όχι ο Τριπτόλεμος ήταν που διέδωσε την καλλιέργεια των δημητριακών. Η θεά Δήμητρα όμως πρόλαβε και τον μεταμόρφωσε στο αιλουροειδές ζώο που είναι γνωστό με το όνομα λυγξ.
Η Λυγκηστίδα Ηράκλεια ήταν σημαντική εγκατάσταση της ελληνιστικής περιόδου που διατήρησε την ύπαρξή της έως τον πρώιμο μεσαίωνα. Η πόλη ιδρύθηκε στα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ. από τον βασιλέα της Μακεδονίας Φίλιππο Β΄, σε ανάμνηση κάποιας νίκης του εναντίον των Ιλλυριών. Το όνομα επελέγη διότι ο Φίλιππος θεωρούσε τον εαυτό του Ηρακλείδη και επομένως απόγονο του ημίθεου Ηρακλή. Η Ηράκλεια απέκτησε εξέχουσα σημασία κατά την ύστερη αρχαιότητα. Όταν οι Ρωμαίοι κατέστησαν την Μακεδονία ρωμαϊκή επαρχία, αν και κατέστρεψαν την πολιτική δύναμη της πόλεως, εντούτοις η Ηράκλεια εξακολουθούσε να ευημερεί χάρη στην Εγνατία οδό που περνούσε δίπλα της, με αποτέλεσμα να αναγνωρισθεί ως η έτερη ισοπολίτιδα πόλη. Αυτή την περίοδο η πόλη κοσμήθηκε με στοές, αμφιθέατρο και αρκετές βασιλικές. Το θέατρο ήταν ικανό να χωρέσει περίπου 3.000 άτομα.
Κατά την πρώιμη βυζαντινή περίοδο (4ος -6ος αιώνας) η Ηράκλεια έγινε σημαντικό επισκοπικό κέντρο της Πελαγονίας, με πιο σημαντικό τον επίσκοπο Ευάγριο που αναφέρεται στα πρακτικά της Οικουμενικής Συνόδου της Σαρδικής (Σόφια της Βουλγαρίας) το 343.
Μια μικρή και μια μεγάλη βασιλική, η κατοικία του επισκόπου και μια βασιλική κοντά στην νεκρόπολη είναι ορισμένα από τα υπολείμματα της περιόδου. Ο κύριος ναός στη μεγάλη βασιλική είναι καλυμμένος με μωσαϊκά πλούσιας φυτικής εικονογραφίας και θεωρούνται εξαιρετικά δείγματα της πρώιμης περιόδου της χριστιανικής τέχνης. Τα ονόματα των επισκόπων της Ηράκλειας από τον 4ο έως τον 6ο αιώνα έχουν καταγραφεί. Η πόλη λεηλατήθηκε από τις δυνάμεις των Οστρογότθων υπό τον Θεοδώριχο το 472 παρά τα πλούσια δώρα που του απέστειλε προσωπικά ο επίσκοπος της πόλης. Η πόλη λεηλατήθηκε και δεύτερη φορά από τους Οστρογότθους το 479, ανοικοδομήθηκε όμως γρήγορα, για να παραδοθεί και πάλι στην καταστροφή, όταν το 518 ένας φοβερός σεισμός κατέστρεψε το μεγαλύτερο μέρος της πόλης. Η πόλη θα ανοικοδομηθεί ξανά, αλλά στα τέλη του 6ου αιώνα και στις αρχές του 7ου αρχίζει να παρακμάζει όταν αρχίζουν οι επιδρομές από τα σλαβικά φύλα που είχαν αρχίσει να κατέρχονται από τον Δούναβη.
Η Ηράκλεια θα συνεχίσει να επιβιώνει μέσα στους αιώνες αφού σημειώνεται από τον βυζαντινό αυτοκράτορα Κωνσταντίνο τον Πορφυρογέννητο (10ος αιώνας) ως περίφημη πόλη ανάμεσα σε άλλες μακεδονικές πόλεις. Από τον αιώνα όμως αυτόν παύει να αναφέρεται, όπως πολλές πόλεις στον ευρύτερο μακεδονικό χώρο. Η εποχή ταυτίζεται με την εξάπλωση των Βουλγάρων στα βόρεια τμήματα της Μακεδονίας, όπου είχαν καταλάβει αρκετές πόλεις, εγκατέστησαν βουλγαρικές διοικήσεις και έκτοτε παύουν να υφίστανται.
Στον ίδιο χώρο της Ηράκλειας, δίπλα από τα συντρίμμια της πόλης δημιουργήθηκε η νέα πόλη. Αυτή ξεκινά με τον εκχριστιανισμό των Σλάβων. Η νέα πόλη κτίστηκε δίπλα στα ερείπια της παλιάς. Οι σλαβικές φυλές άρχισαν να εκπολιτίζονται και να βιώνουν ειρηνικά με τους ελληνικούς πληθυσμούς της ευρύτερης περιοχής. Με την πάροδο του χρόνου η παλιά πόλη έχασε την αξία και την ονομασία της. Η νέα έγινε γνωστή ως Μοναστήρι, λόγω των πολλών μοναστηριών που ιδρύθηκαν στην περιοχή.

Το περίφημο θέατρο, 2ος – 3ος αι.

Το περίφημο θέατρο, 2ος – 3ος αι.

Ο αρχαιολογικός ανασκαφικός χώρος της Ηράκλειας

Ο αρχαιολογικός ανασκαφικός χώρος της Ηράκλειας

Το κεντρικό κλίτος της μικρής Βασιλικής, 4ος αι.

Το κεντρικό κλίτος της μικρής Βασιλικής, 4ος αι.

Κεντρικός δρόμος της πόλης

Κεντρικός δρόμος της πόλης

stovoi20Αρχιτεκτονικά λείψανα της μεγάλης Βασιλικής, 4ος – 6ος αι.

Αρχιτεκτονικά λείψανα της μεγάλης Βασιλικής, 4ος – 6ος αι.

stovoi21

Τα περίφημα ψηφιδωτά από τον εξωνάρθηκα της μεγάλης Βασιλικής, 4ος – 6ος αι.

stovoi22stovoi23stovoi24stovoi25stovoi26stovoi27