Παναγιώτης Καμπάνης, Δρ. Αρχαιολόγος-Ιστορικός, Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού
Μεταδιδακτορικός ερευνητής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
Οι μονολιθικές εκκλησίες του Ιβάνοβο είναι ένα συγκρότημα 20 ορθόδοξων εκκλησιών, παρεκκλησιών και περίπου 300 σκητών σκαλισμένων στο βράχο, οι οποίες όλες μαζί συγκροτούν τη Μονή του Ιβάνοβο στη βόρεια Βουλγαρία, ένα χιλιόμετρο ανατολικά του χωριού Ιβάνοβο, στην περιφέρεια Ρούσε. Στην περιοχή βρίσκονται και τα ερείπια του κάστρου Τσερβέν. Κατά τον Μεσαίωνα ήταν μεγάλη πόλη με στρατηγική σημασία και φιλοξένησε μια επισκοπή της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Βουλγαρίας.
Γύρω στα τέλη του 12ου αιώνα ερημίτες κατοίκησαν τις φυσικές σπηλιές του βουνού και ακολούθως έσκαψαν μεμονωμένες κάμαρες στον μαλακό ασβεστόλιθο. Οι κάμαρες επικοινωνούσαν μέσω μικρών στοών (σήμερα πολλές από αυτές τις στοές έχουν καταρρεύσει). Από αυτές τις κάμαρες ο ερημίτης Ιωακείμ, μετέπειτα Πατριάρχης Βουλγαρίας, ίδρυσε την πρώτη μονή της περιοχής, αυτή του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, στους κτήτορες του οποίου περιλαμβάνονταν και οι δύο Βούλγαροι τσάροι Ιβάν Ασέν ο Β΄ και Ιβάν Αλεξάνταρ. Χάρη στη βοήθεια των αυτοκρατόρων, για τη διακόσμηση της μονής εργάστηκαν οι πιο ξακουστοί Βούλγαροι καλλιτέχνες της εποχής της Σχολής του Τάρνοβο.
Σε πέντε από τις εκκλησίες και παρεκκλήσια του συγκροτήματος διατηρούνται ακόμα τοιχογραφίες του 13ου και του 14ου αιώνα, οι οποίες αποκαλύπτουν μια εξαιρετική δεξιοτεχνία και μια αξιόλογη καλλιτεχνική ευαισθησία της βουλγαρικής μεσαιωνικής τέχνης.
Η εκκλησία του Αρχαγγέλου Μιχαήλ

Όπως προαναφέρθηκε, πρόκειται για την παλαιότερη εκκλησία του Ιβάνοβο, η οποία ιδρύθηκε από τον ερημίτη μοναχό Ιωακείμ το 13ο αιώνα. Το 14ο αιώνα αποτέλεσε κέντρο του θρησκευτικού κινήματος του Ησυχασμού. Στους αιώνες της οθωμανικής κυριαρχίας η εκκλησία όπως και το σύνολο του συγκροτήματος του Ιβάνοβο, σταδιακά εγκαταλείφθηκε. Το 18ο αιώνα, το μοναστήρι επαναλειτούργησε και σήμερα αποτελεί ένα από τους πιο δημοφιλείς πολιτιστικούς προορισμούς της Βουλγαρίας.
Μέρος της εκκλησίας καταστράφηκε από τους αλλεπάλληλους σεισμούς και από τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες που επικρατούν στην περιοχή. Παρόλα αυτά σώθηκαν αποσπασματικά οι εκπληκτικές τοιχογραφίες καμωμένες στην ανώμαλη επιφάνεια των βράχων.
Η εκκλησία της Παναγίας

Πρόκειται για την κεντρική εκκλησία του μοναστηριακού συγκροτήματος, η οποία είναι αφιερωμένη στην Παναγία και συχνά αποκαλείται απλά «τσαρκβάτα», που σημαίνει «Η Εκκλησία» στα βουλγαρικά. Βρίσκεται 38 μέτρα πάνω από το δρόμο, λαξευμένη μέσα στο βράχο και περιλαμβάνει νάρθηκα, κυρίως ναό και ένα παρακείμενο παρεκκλήσι.
Η εκκλησία έχει μήκος γύρω στα 16 μέτρα, 4 μ. πλάτος και μόλις 2,15 μ. ύψος. Οι τοιχογραφίες της είναι οι καλύτερα διατηρημένες του συγκροτήματος του Ιβάνοβο, και αναπαριστούν τις τελευταίες επτά ημέρες της ζωής του Χριστού και τη ζωή του Ιωάννη του Πρόδρομου. Στον νάρθηκα βρίσκονται πορτρέτα του τσάρου Ιβάν Αλεξάνταρ, της τσαρίνας Θεοδώρας και μερικών αγίων. Οι τοιχογραφίες του παρεκκλησιού απεικονίζουν τη ζωή πρώιμων Σύριων χριστιανών ασκητών.
Η εκκλησία της Αγίας Τριάδας του Αλατζά
Η εκκλησία του Αλατζά, αφιερωμένη στην Αγία Τριάδα, είναι λαξευμένη 25 μ. μέσα στον ασβεστολιθικό βράχο του συγκροτήματος και αποτελείται από διάφορα επίπεδα.
Έπαιξε ενεργό ρόλο στη μοναστηριακή κοινότητα της δεύτερης βουλγαρικής αυτοκρατορίας, ενώ το 14ο αιώνα αποτέλεσε κέντρο του Ησυχασμού. Επιβίωσε μέχρι τις αρχές του 18ου αιώνα. Στις αρχές του 20ου αιώνα αναπαλαιώθηκε και σήμερα αποτελεί έναν από τους πιο δημοφιλείς προορισμούς. Δυστυχώς όμως δεν σώζονται οι άλλοτε περίφημες τοιχογραφίες του, που του έδωσαν και το τουρκικό όνομα Aladzha, που σημαίνει τον ετερόκλητο και τον πολύχρωμο.
Σε κοντινή απόσταση, ανακαλύφθηκαν ερείπια μιας εκκλησίας, η οποία χρονολογήθηκε στο 5ο- 6ο αιώνα, από δυο σπαράγματα ψηφιδωτών δαπέδων, από νομίσματα του αυτοκράτορα Ιουστινιανού και πληθώρα γυάλινων αγγείων που βρέθηκαν διασκορπισμένα στο δάπεδο. Δίπλα από τη συγκεκριμένη εκκλησία, της οποία το όνομα δεν γνωρίζουμε, ανακαλύφθηκαν επίσης και δυο παλαιοχριστιανικές κατακόμβες.
Η δασώδης περιοχή που περικλείει την εκκλησία είναι γνωστή ως Hachuka, που σημαίνει το «Όρος του Σταυρού». Σύμφωνα με το θρύλο κατοικείται από ένα μυθικό χθόνιο δαίμονα, τον Imri Pop ή Rim-Παπά.
Η εκκλησία του αγίου Δημητρίου του Μπασαράμποβο
Χρονολογείται το 15ο αιώνα. Η παλαιότερη ιστορική αναφορά βρίσκεται στα φορολογικά μητρώα του ηγέτη των Βλάχων Ιβάνκο Μπασαράμπ. Κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας η εκκλησία εγκαταλείφθηκε. Το 1919 ο τότε επίσκοπος του Σμόλιαν, Τύχων, ενδιαφέρθηκε για την ανακαίνισή του, την οποία ανέλαβε ο μοναχός Χατζη-Χρισάντ, ο οποίος εγκαταστάθηκε εκεί. Το 1937 ιδρύθηκε μια επιτροπή για την ανέγερση ενός νέου ναού αφιερωμένου στον άγιο Δημήτριο.
Τα δύο δωμάτια και ένα σπήλαιο-τράπεζα που χτίστηκαν το 1956, βρίσκονται στους πρόποδες του βράχου, στον οποίο οδηγούν 48 σκαλοπάτια. Στο σκευοφυλάκιο φιλοξενείται σήμερα μια μουσειακή έκθεση με χριστιανικούς εκκλησιαστικούς θησαυρούς.
Η εκκλησία της Αναστάσεως του Αλμποτίν
Πρόκειται για το πρώτο μοναστήρι που συναντά ο προσκυνητής όταν επισκέπτεται το συγκρότημα του Ιβάνοβο. Από τα σπαράγματα των τοιχογραφιών και των επιγραφών, καθώς και από την ανακάλυψη ενός κοιμητηρίου με πλήθος ταφικών ευρημάτων, χρονολογείται το 14ο αιώνα.
Χτισμένο χαμηλά σε ύψος 25 μέτρων από τον κεντρικό δρόμο, αποτελείται από οκτώ κτίρια στη σειρά, με μια τρίκλιτη εκκλησία στο κέντρο, η οποία εικάζεται ότι ήταν αφιερωμένη στην Ανάσταση του Ιησού Χριστού. Η παρουσία ενός βαπτιστηρίου μαρτυρά την ευρεία χρήση της από τους κατοίκους της περιοχής. Στο βόρειο-δυτικό τμήμα της μονής, αναπτύσσεται ένας δεύτερος όροφος, ο οποίος χρησιμοποιήθηκε προφανώς για τράπεζα. Επίσης, υπάρχουν κελιά για τους μοναχούς, κουζίνα, κελάρι, αποθήκες και δύο δεξαμενές νερού.
Στην είσοδό του υπάρχει μια θαυματουργή κρήνη, που είναι γνωστή ως Haiduk Cheshma. Η μονή εδώ και χρόνια δεν λειτουργεί.
Στις 22 Οκτωβρίου του 1979 οι μονολιθικές εκκλησίες του Ιβάνοβο αναγνωρίστηκαν από την UNESCO ως Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς. Μέχρι τότε οι τοιχογραφίες απειλούνταν από το φως, της υγρασία, τις μεταβολές της θερμοκρασίας και κυρίως τον αυξανόμενο αριθμό τουριστών. Για τον λόγο αυτό, κατά τη δεκαετία του ’80 απαγορεύτηκε η πρόσβαση στο κοινό. Με το γύρισμα του αιώνα οι τοιχογραφίες αναπαλαιώθηκαν με την οικονομική συνεισφορά της UNESCO και το 2002 άνοιξαν ξανά για το κοινό.















