Μήδεια του Ευριπίδη, Αμφιθέατρο Ν. Μουδανιών (κριτική)

Written by

MHDEIA_IMG_3017Μέσα στη ζέστη του Αυγούστου, περιμένοντας υπομονετικά τη σειρά μας για να πάρουμε εισιτήρια για την “Μήδεια” ακούω από πίσω μου την παρακάτω συζήτηση:

– Α πάτε συχνά θέατρο εσείς;

– Ναι, μου αρέσει πολύ το θέατρο, το αγαπώ, ειδικά οι τραγωδίες…                                       – Εγώ το θέατρο το βρίσκω ηλίθιο.

Αν και μετά από αυτήν την παράσταση ο άνδρας αυτός συνεχίζει να βρίσκει ηλίθιο το θέατρο, τότε πραγματικά είναι μια εξαιρετική περίπτωση ανθρώπου.  Η παράσταση ξεκίνησε με μισογεμάτο θέατρο γύρω στις 21.30. Στην αρχή το κοινό ήτανε κάπως ανήσυχο, ακούγονταν βεντάλιες, μπουκαλάκια, σακουλίτσες… Ευτυχώς σιγά σιγά όλα σώπασαν και αφέθηκαν στην μαγεία της παράστασης.

Το μεγαλύτερο αβαντάζ της παράστασης είναι ξεκάθαρα, το κείμενό της. Τα λόγια του Ευριπίδη κρύβουν τόσες αλήθειες, είναι τόσο στολισμένα, μα ταυτόχρονα τόσο κατανοητά. Αρετή που ανέδειξε με την πολύ σύγχρονη μετάφραση που έκανε ο Κ.Χ. Μύρης. Το έργο αυτό καθ’ αυτό είναι ένα πραγματικό αριστούργημα. Τι λόγος!

Η σκηνοθεσία ήταν του Σπύρου Ευαγγελάτου. Όπως συνέβη και με την συνολική εικόνα της παράστασης, έτσι μου φάνηκε πως συνέβη και με την σκηνοθεσία της. Είχα, δηλαδή, την εντύπωση πως κάποια πράγματα δεν είχαν λόγο να γίνουν έτσι, ότι δεν είχαν κανέναν ρόλο. Η πρώτη είσοδος ηθοποιού, συγκεκριμένα του Μάνου Βακούση, και γενικά η πρώτη σκηνή, μου φάνηκε κάπως υπεροβολική. Θα δικαιολογούνταν για μένα όλο αυτό, μόνο αν υπέθετα ότι ο σκηνοθέτης ακολουθεί την τάση της αποστασιοποίσης. Όπως νομίζω πως θα μπορούσε να αποφύγει το αναμενόμενο τέλος, με την εμφάνιση της Μήδειας πίσω από το διάφανο κουτί που ήταν τοποθετημένο επί σκηνής. Όχι ότι δεν υπήρχαν και καλές στιγμές, ειδικά όσον αφορά τα σημεία όπου εμφανιζόταν ο χορός, αλλά αυτό το θέμα θα το θίξω λίγο παρακάτω. Πάντως, φάνηκε πως δόθηκε ιδιαίτερη σημασία στα χέρια της Μήδειας ειδικά, αλλά και στα χέρια των αντρών κι είχε ενδιαφέρον ο τρόπος με τον οποίο έπαιζε με το μαχαίρι.

Στον πρωταγωνιστικό ρόλο ο Γιώργος Κιμούλης εμφανίστηκε στην αρχή ως Γιώργος Κιμούλης, κανένα συναίσθημα, καμία ιδιαίτερη χροιά, κανένας τόνος. Απλά μιλούσε, ή καλύτερα, φώναζε. Όσο όμως περνούσε η ώρα, αποκτούσε ρυθμό, το μάτι του γυάλιζε, ακόμη κι αν δεν μπορούσαμε να το δούμε καθαρά πίσω απ’ τη μάσκα, ήταν ξεκάθαρο όμως το ότι γυάλιζε, έγινε καθηλωτικός, έγινε παθιασμένη γυναίκα. Κατάφερε να γυρίσει το παιχνίδι υπέρ του. Έχει άλλωστε τόση θεατρική εμπειρία.

Στον ρόλο του Ιάσονα ήταν ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος, τον οποίω εκτιμώ απεριόριστα ως ηθοποιό. Η αλήθεια είναι πως στην αρχή με σόκαρε. Φώναζε και μιλούσε δίνοντας μου την εντύπωση πως δεν καταλαβαίνει καν τι λέει, σε ποιον το λέει και γιατί το λέει. Την δεύτερη φορά που εμφανίστηκε τα πράγματα πήγαν καλύτερα και στο τέλος, ήταν εξαιρετικός, σπάραζε, πονούσε. Τον ένιωθες. Και κινησιολογικά  είχε πολύ ενδιαφέρον το σώμα του κι οι κινήσεις του.

Ο Τάσος Νούσιας ερμήνευε τον ρόλο του Κρέοντα. Αν μπορεί κανείς να το πει αυτό. Έκανε μια εντελώς αδιάφορη εμφάνιση. Ήταν απλώς ο εαυτός του και τίποτα άλλο.

Στον ρόλο του παιδαγωγού είδαμε τον Νίκο Αναστασόπουλο, του Αιγέα τον Δημήτρη Παπανικολάου που είχε και το πιο ρεαλιστικό παίξιμο από όλους και τον αγγελιαφόρο ερμήνευσε με μεγάλη επιτυχία και παραστατικότητα ο Νικόλας Παπαγιάννης.

Ο Χορός ήταν το κάτι άλλο. Εξαιρετικός! Δεν σε άφηνε να βαρεθείς ούτε λεπτό, είχε ενδιαφέρουσα κίνηση και ενδιαφέρουσα ευρήματα, όπως αυτό με το κουπί. Κατάφερε μέχρι και να με συγκινήσει, να εντείνει την αγωνία μου και να μου προκαλέσει ταχυπαλμία και άγχος για το φονικό που απ’ την αρχή ήξερα πως θα γίνει. Να χαίρεσαι να βλέπεις τραγωδίες. Στο χορό συμμετείχαν οι: Τάσος Αλατζάς, Νίκος Αναστασόπουλος, Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος, Χάρης Γρηγορόπουλος, Δημήτρης Καραβιώτης, Σταύρος Καραγιάννης, Δημήτρης Καραμπέτσης, Δημήτρης Μόσχος, Δημήτρης Μυλωνάς, Δημήτρης Παπανικολάου, Παντελής Φλατσούσης, Γεράσιμος Σκαφίδας. Κάποιοι απ’ αυτούς μάλιστα ξεχώρισαν και για τις εξαιρετικές τους φωνές.

Τα σκηνικά του Γιώργου Πάτσα θα μπορούσαν να είναι ακόμη πιο λιτά, καθώς δεν μ’ άρεσε σαν εικόνα αυτός ο κύβος με προβολή σλάιντ μια εικόνα παιδιού από κάποιο ανάγλυφο. Το βρήκα κάπως εύκολο. Θα προτιμούσα ίσως το απόλυτο τίποτα. Τα κοστούμια ήταν χαρακτηριστικά της δουλειάς του Γιάννη Μετζικώφ κι ήταν εξαιρετικά όπως πάντα. Ίσως το κόκκινο βέβαια να είναι το πλέον προβλέψιμο χρώμα για την Μήδεια, αλλά και τι θα μπορούσε να είναι πιο ταιριαστό; Προσωπικά χάρηκα και με την επιλογή του κίτρινου μεσοφοριού για τον χορό, χρώμα αρρώστειας, δυστυχίας, ματαιοδοξίας. Η μουσική του Θάνου Μικρούτσικου, δεν πρόδιδε ότι ήταν δική του κι αυτο το βάζω στα υπέρ, ενθουσιάστηκα με τα τύμπανα που χτυπούσαν. Την μουσική διδασκαλία ανέλαβε ο Γιάννης Αναστασόπουλος. Στα πλην, οι ήχοι από κλάματα μωρών που ακούγονταν προς το τέλος της παράστασης κι από πνιχτά γέλια. Με πετούσαν έξω από τη δράση, από το συναίσθημα, τελείως περιττά φθηνά συναισθηματικά κόλπα.

Συνολικά η παράσταση είχε πολύ ωραίες εικόνες, έντονες που πιστεύω πως θα μ’ ακολουθούν όπως και τους άλλους θεατες που στο τέλος της παράστασης σηκώθηκαν όρθιοι και χειροκρότησαν δυνατά. Κι εγώ ένιωσα ανάλαφρη και σκέφτηκα: “τι ωραία βραδιά! ” και μετά: “μάλλον αυτό που νιώθω τώρα είναι η κάθαρση” , κι ύστερα : “τι κρίμα να μην είναι πια για μας το θέατρο, σχολείο; “