Το αμάρτημα της μητρός μου (κριτική)

Written by

Η παράσταση του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Ιωαννίνων «ΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΥ» του Γεωργίου Βιζυηνού, σε σκηνοθεσία Δήμου Αβδελιώδη, παρουσιάστηκε στο Ανοικτό Θέατρο Συκεών στις 22 Αυγούστου 2013 στο πλαίσιο του θεσμού των «ΜΕΡΚΟΥΡΕΙΩΝ».

amartimaΤα φώτα της σκηνής φώτισαν το λιτό σκηνικό του εσωτερικού της εκκλησίας – σπιτιού και οι δύο θεατρικές μορφές της μητέρας του συγγραφέα Δεσποινώς ή Μιχαλιέσας και του παιδιού- συγγραφέα Γιωργή, στάθηκαν ακίνητες μαύρες φιγούρες απέναντι στους θεατές και άρχισε η εξιστόρηση στο παρελθόν του παιδιού και στο παρόν του συγγραφέα Γ. Βιζυηνού.

 

Η αρχετυπική σχέση Μητέρας- Παιδιού ζωντανεύει μέσα από μια διεισδυτική και λεπτομερή ψυχογραφία μιας εποχής μακρινής στο παρελθόν πολλών παιδικών αναμνήσεων, που συγκλίνουν στο παρόν της σκέψης του συγγραφέα στην αμοιβαία κατανόηση,στο πλησίασμα, στην εξιλέωση, ενός αμαρτήματος που βαραίνει την καρδιά της μητέρας του με το θάνατο, από δική της αμέλεια, της Αννιώς.Ακόμη κι όταν θα λάβει τη συγχώρεση του Πατριάρχη στην Κωνσταντινούπολη, με πρωτοβουλία του συγγραφέα,η μητέρα του εξομολογείται με τραγικότητα ότι ένας καλόγερος δεν μπορεί να καταλάβει τον αβάσταχτο πόνο του αμαρτήματος γιατί δεν έχει την εμπειρία της γέννας…

…………………………………………………………………………………………………………………

«   Έπρεπε λοιπόν να μείνη σαράντα ημερονύκτια εντός της εκκλησίας, προ του αγίου βήματος, ενώπιον της Μητρός του Σωτήρος, εμπεπιστευμένη εις μόνον το έλεος και τους οικτιρμούς αυτών, ίνα σωθή από το σατανικόν πάθος, το οποίον εμφωλεύσαν ήλεθε τόσον αμειλίκτως το τρυφερόν της ζωής αυτής δένδρον.

     Σαράντα ημερονύκτια. Διότι μέχρι τοσούτου ειμπορεί να αντισταθή η τρομερά ισχυρογνωμοσύνη των δαιμονίων εις τον αόρατον πόλεμον μεταξύ αυτών και της θείας χάριτος.

     Μετά την διορίαν ταύτην το κακόν ηττάται και υποχωρεί κατησχυμένον. Και δεν λείπουσι διηγήσεις, καθ’ ας οι πάσχοντες αισθάνονται εν τω οργανισμώ των τους τρομερούς σφαδασμούς της τελευταίας μάχης, και βλέπουσι τον εχθρόν αυτών φεύγοντα εν παραδόξω σχήματι, προ πάντων, καθ’ ην στιγμήν διαβαίνουσι τα Άγια, ή εκφωνείται το «Μετά φόβου».

     Ευτυχείς αυτοί, εάν έχωσι τότε αρκετάς δυνάμεις ν’ ανθέξωσιν εις τους κλονισμούς του αγώνος. Οι αδύνατοι συντρίβονται υπό το μέγεθος του εν αυτοίς τελουμένου θαύματος. Αλλά δεν μετανοούσι διά τούτο. Διότι αν χάνουν την ζωήν, τουλάχιστον κερδαίνουν το πολυτιμότερον. Σώζουν την ψυχήν των.

     Η μήτηρ μου συνεστάλη και εσιώπησεν.

     Ενθυμούμαι ακόμη οποίαν εντύπωσιν έκαμεν επί της παιδικής μου φαντασίας η πρώτη εν τη εκκλησία διανυκτέρευσις.

     Όταν ήκουσα τας λέξεις ταύτας, παγερά φρικίασις διέτρεξε τα νεύρα μου και ήρχησαν τα αυτία μου να βοΐζουν. Δεν ηδυνήθην ν’ ακούσω περιπλέον. Καθ’ ην δε στιγμήν είδον, ότι η μήτηρ μου, καταβληθείσα υπό φοβεράς αγωνίας, έπιπτεν αδρανής επί των μαρμάρων, εγώ αντί να δράμω προς βοήθειάν της, επωφελήθην την ευκαιρίαν να φύγω εκ της εκκλησίας, τρέχων ως έξαλλος και εκβάλλων κραυγάς, ως εάν ηπείλει να με συλλάβη ορατός αυτός ο Θάνατος.

     Ανεκάλεσα εις την μνήμην μου όλας τας προς την μητέρα τρυφερότητας και θωπείας μου. Προσεπάθησα να ενθυμηθώ μήπως της έπταισα ποτέ, μήπως την αδίκησα, αλλά δεν ηδυνήθην. Απεναντίας εύρισκον, ότι αφ’ ότου εγεννήθη αυτή η αδελφή μας, εγώ, όχι μόνον δεν ηγαπήθην, όπως θα το επεθύμουν, αλλά τούτ’ αυτό παρηγκωνιζόμην ολονέν περισσότερον. Ενθυμήθην τότε, και μοι εφάνη ότι εννόησα, διατί ο πατήρ μου εσυνείθιζε να με ονομάζη το αδικημένον του. Και με επήρε το παράπονον και ήρχησα να κλαίω. Ω! είπον, η μητέρα μου δεν με αγαπά και δεν με θέλει! Ποτέ, ποτέ πλέον δεν πηγαίνω εις την εκκλησίαν! Και διηυθύνθην προς την οικίαν μας, περίλυπος και απηλπισμένος.

     Το μοιρολόγιον τούτο εσύνθεσεν επί τω θανάτω του πατρός μου, κατά παραγγελίαν αυτής, ηλιοκαής ρακένδυτος Γύφτος, γνωστός εις τα περίχωρά μας διά την δεξιότητα εις το στιχουργείν αυτοσχεδίως.

     Μοι φαίνεται, ότι βλέπω ακόμη την μαύρην και λιγδεράν κόμην, τους μικρούς και φλογερούς οφθαλμούς και τ’ ανοιχτά και τριχωμένα στήθη του.

     Εκάθητο ένδοθεν της αυλείου ημών θύρας, περιστοιχισμένος υπό των χαλκών αγγείων, όσα εσύναζε διά να γανώση. Και, με την κεφαλήν κεκλιμένην επί του ώμου, συνώδευε τον πένθιμον αυτού σκοπόν με τους κλαυθμηρούς ήχους της τριχόρδου του λύρας.

     – Έλα πατέρα – να με πάρης εμένα – για να γιάνη το Αννιώ! – ανεφώνησα εγώ διακοπτόμενος υπό των λυγμών μου. Και έρριψα επί της μητρός μου παραπονετικόν βλέμμα, διά να τη δείξω πως γνωρίζω, ότι παρακαλεί ν’ αποθάνω εγώ αντί της αδελφής μου. Δεν ησθανόμην ο ανόητος ότι τοιουτοτροπόπως εκορύφωνα την απελπισίαν της! Πιστεύω να μ’ εσυγχώρησεν. Ήμην πολύ μικρός τότε, και δεν ηδυνάμην να εννοήσω την καρδίαν της.

     – Θα χάση τον νουν της – εψιθύριζον οι βλέποντες αυτήν κεκλιμένην και θρηνούσαν μεταξύ των τάφων της αδελφής και του πατρός μας.

     – Θα τα αφήση μέσ’ στους πέντε δρόμους• – έλεγον οι συναντώντες ημάς καθ’ οδόν, εγκαταλελειμμένα και απεριποίητα.

     Η είσοδός του εις τον οίκον μας εγένετο ουχ ήττον επιβλητική και τρόπον τινά εν θριάμβω. Ο πρωτόγερος του χωρίου και η μήτηρ μου προηγήθησαν μετά του κορασίου, έπειτα ηρχόμεθα ημείς. Οι συγγενείς μας και οι συγγενείς της νέας αδελφής μάς ηκολούθησαν μέχρι της αυλείου ημών θύρας. Έξωθεν αυτής ο πρωτόγερος εσήκωσε το κοράσιον υψηλά εις τας χείρας του και το έδειξεν επί τινας στιγμάς εις τους παρισταμένους. Έπειτα ηρώτησε μεγαλοφώνως•

     ― Ποιος από σας είναι ή εδικός ή συγγενής ή γονιός του παιδιού τούτου περισσότερον από την Δεσποινιώ την Μηχαλιέσσα κι’ από τους εδικούς της;

     Ο πατήρ του κορασίου ήτον ωχρός και έβλεπε περίλυπος εμπρός του. Η σύζυγός του έκλαιεν ακουμβημένη εις τον ώμόν του. Η μήτηρ μου έτρεμεν εκ του φόβου μήπως ακουσθή καμμία φωνή – Εγώ! – και ματαιώση την ευτυχίαν της. Αλλά κανείς δεν απεκρίθη. Τότε οι γονείς του παιδίου ησπάσθησαν αυτό διά τελευταίαν φοράν και ανεχώρησαν μετά των συγγενών των. Ενώ οι εδικοί μας μετά του πρωτογέρου εισήλθον και εξενίσθησαν παρ’ ημίν.

     – Μη δουλεύεις πια, μάνα, τη είπον, ενώ εκείνη μ’ ενέδυε στεγνά φορέματα.

     – Αμ’ ποιος θα μας θρέφη, παιδί μου, σαν δεν δουλεύω εγώ; – Ηρώτησεν εκείνη στενάξασα.

     – Εγώ, μάνα! εγώ! – τη απήντησα τότε μετά παιδικού στόμφου.

     – Και το ψυχοπαίδι μας;

     – Κ’ εκείνο εγώ!

     Η μήτηρ εμειδίασεν ακουσίως, διά την επιβλητικήν στάσιν, ην έλαβον προφέρων την διαβεβαίωσιν ταύτην. Έπειτα διέκοψε την ομιλίαν επειπούσα•

     – Αμ’ θρέψε δα πρώτα τον εαυτό σου και ύστερα βλέπουμε.

     Δεν παρήλθε πολύς καιρός και απηρχόμην εις τα ξένα.

     Η μήτηρ βεβαίως ουδ’ εσημείωσε καν την υπόσχεσιν εκείνην. Εγώ όμως ενθυμούμην πάντοτε, ότι η αυταπάρνησίς της μοι εχάρισε διά δευτέραν φοράν την ζωήν, την οποίαν τη ώφειλον. Διά τούτο είχον την υπόσχεσιν εκείνην επί της καρδίας μου, και όσον εμεγάλωνα, τόσω σπουδαιότερον ενόμιζα τον εαυτόν μου υποχρεωμένον προς εκπλήρωσίν της.

     – Μη κλαίγης μητέρα, τη είπον αναχωρών. Εγώ πηγαίνω πια να κάμω παράδες. Έννοια σου! Από τώρα και να πάγη θα σε θρέφω και σένα και το παραπαίδι σου. Αλλά, ακούεις; Δεν θέλω πια να δουλεύης!

     Δεν ήξευρον ακόμη ότι δεκαετές παιδίον όχι την μητέρα, αλλ’ ουδέ τον εαυτόν του δεν δύναται να θρέψη. Και δεν εφανταζόμην, οποίαι φοβεραί περιπέτειαι με περιέμενον και πόσας πικρίας έμελλον ακόμη να ποτίσω την μητέρα μου διά της ξενιτείας εκείνης, δι’ ης ήλπιζον να την ανακουφίσω.

     Επί πολλά έτη όχι μόνον βοήθειαν, αλλ’ ουδέ μίαν επιστολήν κατώρθωσα να τη στείλω. Επί πολλά έτη παρεμόνευεν εις τους δρόμους, ερωτώσα τους διαβάτας μη με είδον πουθενά.

     Η εκμυστήρευσις αύτη έκαμε βαθυτάτην επ’ εμού εντύπωσιν. Τώρα μου ηνοίγησαν οι οφθαλμοί, και εκατάλαβα πολλές πράξεις της μητρός μου, αι οποίαι πότε μεν εφαίνοντο ως δεισιδαιμονία, πότε δε ως αυτόχρημα μονομανίας αποτελέσματα. Το φοβερόν εκείνο δυστύχημα επηρέασε τόσον πολύ τον βίον της όλον, όσω μάλλον απλή και ενάρετος και θεοφοβουμένη ήτον η μήτηρ μου. Η συναίσθησις του αμαρτήματος, η ηθική ανάγκη της εξαγνίσεως και το αδύνατον της εξαγνίσεως αυτού – τι φρικτή και αμείλικτος Κόλασις! Επί εικοσιοκτώ τώρα έτη βασανίζεται η τάλαινα γυνή χωρίς να δυνηθή να κοιμίση τον έλεγχον της συνειδήσεώς της, ούτε εν ταις δυστυχίαις ούτε εν ταις ευτυχίαις της!

     Αφ’ ης στιγμής έμαθον την θλιβεράν της ιστορίαν, συνεκέντρωσα όλην μου την προσοχήν εις το πώς ν’ ανακουφίσω την καρδίαν της, προσπαθών να παραστήσω εις αυτήν αφ’ ενός μεν το απρομελέτητον και αβούλητον του αμαρτήματος, αφ’ ετέρου δε την άκραν του Θεού ευσπλαγχνίαν, την δικαιοσύνην αυτού, ήτις δεν ανταποδίδει ίσα αντί ίσων, αλλά κρίνει κατά τους διαλογισμούς και τας προθέσεις μας. Και υπήρξε καιρός καθ’ ον επίστευον, ότι αι προσπάθειαί μου δεν έμειναν ανεπιτυχείς.

     Εν τούτοις όταν μετά δύο ετών νέαν απουσίαν ήλθεν η μήτηρ μου να με ιδή εν Κωνσταντινουπόλει, εθεώρησα καλόν να κάμω υπέρ αυτής κάτι τι επιβλητικώτερον.

     Εξενιζόμην τότε εν τω περιφανεστέρω της Πόλεως οίκω, εν ω έσχον αφορμήν να γνωρισθώ με τον Πατριάρχην, Ιωακείμ τον δεύτερον. Ενώ μίαν ημέραν σνεβαδίζομεν μόνοι υπό τας αμφιλαφείς του κήπου σκιάς, τω εξέθηκα την ιστορίαν κ’ επεκαλέσθην την επικουρίαν του. Το ύψιστον αυτού αξίωμα, το εξαίρετον κύρος, μεθ’ ου περιβάλλεται πάσα θρησκευτική του ρήτρα, έμελλεν αναμφιβόλως να εμπνεύση εις την μητέρα μου την πεποίθησιν της αφέσεως του κρίματός της. Ο αείμνηστος εκείνος γέρων επαινέσας τον περί τα θρησκευτικά ζήλον μου, μοι υπεσχέθη την πρόθυμον σύμπραξίν του.

     Ούτω λοιπόν ωδήγησα μετ’ ολίγον την μητέρα μου εις το Πατριαρχείον διά να εξομολογηθή εις την Παναγιότητά του.

     Η εξομολόγησις διήρκεσε πολλήν ώραν και εκ των νευμάτων και εκ των ρημάτων του Πατριάρχου εννόησα, ότι εχρειάσθη να διαθέση όλην την δύναμιν της απλής και ευλήπτου ρητορικής του, όπως επιφέρη το ποθητόν αποτέλεσμα.

     Η χαρά μου ήτον απερίγραπτος. Η μήτηρ μου απεχαιρέτησε τον γεραρόν Ποιμενάρχην μετ’ ειλικρινούς ευγνωμοσύνης και εξήλθε των Πατριαρχείων τόσον ευχαριστημένη, τόσον ελαφρά, ως εάν ήρθη από της καρδίας αυτής μία μεγάλη μυλόπετρα.

     Όταν εφθάσαμεν εις το κατάλυμά της, εξήγαγεν εκ του κόλπου της ένα σταυρόν, δώρον της Παναγιότητός του, τον εφίλησε και ήρχησε να τον περιεργάζεται, βυθιζομένη ολίγον κατ’ ολίγον εις σκέψεις.

     – Καλός άνθρωπος, τη είπον, αυτός ο Πατριάρχης. Ορίστε; Τώρα πια πιστεύω, ότι ήλθεν η καρδιά σου στον τόπον της.

     Η μήτηρ μου δεν απεκρίθη.

     – Δεν λέγεις τίποτε, μητέρα; την ηρώτησα μετά τινος δισταγμού.

     – Τι να σε πω, παιδί μου! απήντησε τότε σύννους καθώς ήτον• ο Πατριάρχης είναι σοφός και άγιος άνθρωπος. Γνωρίζει όλαις ταις βουλαίς και τα θελήματα του Θεού, και συγχωρνά ταις αμαρτίαις όλου του κόσμου. Μα, τι να σε πω! Είναι καλόγερος. Δεν έκαμε παιδιά, για να μπορή να γνωρίση, τι πράγμα είναι το να σκοτώση κανείς το ίδιο το παιδί του!

     Οι οφθαλμοί της επληρώθησαν δακρύων και εγώ εσιώπησα».

…………………………………………………………………………………………………………………………..

amartima2Το διήγημα αναφέρεται στις προσπάθειες της μητέρας να σώσει τη ζωή της Αννιώς,  ενός πλάσματος ασθενικού που απορροφά όλη τη στοργή και την τρυφερότητά της ,την οδηγεί σε απελπισμένες ενέργειες πρακτικών ίασης όπως η διανυκτέρευση για σαράντα νύχτες στην εκκλησία αλλά το παιδί πεθαίνει. Στη συνέχεια ο αφηγητής- συγγραφέας αυτοβιογραφούμενος εξομολογείται εντυπώσεις των δύο άλλων υιοθεσιών που ακολούθησαν αυτόν το θάνατο,τον παραγκωνισμό των αδελφών του και του ίδιου, μέχρι που η μητέρα του, του αποκαλύπτει πως μετά τη γέννηση του πρωτότοκου Χρηστάκη, γέννησε την Άννα που την πλάκωσε άθελά της στον ύπνο της. Αυτό το τραγικό γεγονός που τόσο ειλικρινά και άμεσα περιγράφεται από το συγγραφέα, αποτελεί το καταλυτικό υλικό προσέγγισης, κατανόησης, συγχώρεσης. Η ύπαρξη και η συμπεριφορά της φωτίζονται κάτω από το πρίσμα του κενού που άφησε στην καρδιά της ο θάνατος. Το βάρος της ενοχής, η αναζήτηση της εξιλέωσης μέσω της υιοθεσίας, η χηρεία, οι παραδόσεις,ο αγώνας της επιβίωσης, η ξενιτιά, «τα γράμματα», θρησκευτικές τυπολατρείες, λαϊκές πρακτικές ίασης και συμπεριφοράς, η έκφραση του πένθους και οι οικογενειακές σχέσεις είναι νήματα αυτής της ιστορίας που αφηγείται τόσο λεπταίσθητα, τρυφερά και παραστατικά,  η πένα του συγγραφέα. Με δυνατές εικόνες, με εκφραστική παρατηρητικότητα,στην εκφορά της καθαρεύουσας και του λαϊκού λόγου,ψυχογραφικές, λαογραφικές, κοινωνιολογικές,φιλοσοφικές, εθιμικές αναφορές δίνουν πολυεπίπεδη διάσταση στο κείμενο.  Με κριτική και υποδόρεια ειρωνεία, ο συγγραφέας,  καταγράφει μια εποχή αθωότητας, στέρησης, προκατάληψης,τόσο ανθρώπινα και αναδεικνύει τη συμβολική μορφή της μητέρας ως πρότυπο θυσίας, προσφοράς, αθωότητας.

Η σκηνοθετική ματιά του κ.  Δήμου Αβδελιώδη ανέδειξε το λόγο του κειμένου ψυχογραφικά θεατρικό και οι ηθοποιοί κ. Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος και κ. Ρένα Κυπριώτη έδωσαν συγκινητική έκφραση στα συγκλίνοντα λόγια και στην υπόσταση των συμβόλων.Η ερμηνεία τους είχε βάθος,δύναμη και ευγένεια. Η μελέτη, η σοβαρότητα, το θεατρικό ήθος ήταν εμφανή στο συμβολισμό των ρόλων και συγκίνησαν τους θεατές που χειροκρότησαν την παράσταση θερμά και αγκάλιασαν -κυριολεκτικά- στο τέλος τους συμπαθέστατους νέους ηθοποιούς ανταμείβοντάς τους με πολλά μπράβο.

Συγχαίρουμε τους συντελεστές της μετρημένης αυτής παράστασης γιατί επέλεξαν έναν σπουδαίο διηγηματογράφο τόσο αθώο και τόσο βαθύ γνώστη της ανθρώπινης ψυχής. Συγχαίρουμε τους ηθοποιούς που τόσο διακριτά και τρυφερά μίλησαν στην καρδιά των ηρώων τους,τον σκηνοθέτη που προσσέγγισε με αγάπη το έργο του Γεωργίου Βιζυηνού(1849-1896) αποκαλύπτοντας την «αύρα» του διηγήματος στη θεατρική διάσταση του πολύπαθου υποκειμένου.

ΥΓ.Προτείνουμε την ανάγνωση του κειμένου με το άκουσμα δημοτικής μουσικής όπως τη φέρνει ο αέρας στο γύρισμα των εποχών και στα περάσματα των τόπων στα χείλη των ανθρώπων.

 

ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΒΙΖΥΗΝΟΎ

ΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΥ

ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ

ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ ΔΗΜΟΣ ΑΒΔΕΛΙΩΔΗΣ

ΗΘΟΠΟΙΟΙ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ- ΡΕΝΑ ΚΥΠΡΙΩΤΗ

ΜΟΥΣΙΚΗ ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ

ΣΚΗΝΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ-ΦΩΤΙΣΜΟΙ ΔΗΜΟΣ ΑΒΔΕΛΙΩΔΗΣ

ΒΟΗΘΟΙ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗ ΓΙΩΡΓΟΣ ΝΙΚΟΠΟΥΛΟΣ – ΑΘΗΝΑ ΖΩΤΟΥ

ΑΝΟΙΧΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΣΥΚΕΩΝ «ΜΑΝΟΣ ΚΑΤΡΑΚΗΣ» ΜΕΡΚΟΥΡΕΙΑ 2013