Σήμερα κατάλαβα για πρώτη φορά ότι η “Παναγία των Παρισίων”, το μυθιστόρημα του Βίκτωρος Ουγκώ, δεν είναι έργο για παιδιά. Είναι ένα έργο για μεγάλους, με κοινωνικοπολιτικά μηνύματα και προεκτάσεις, με έρωτα, πάθη, θρησκείες και μαγείες και θάνατο, πολύ θάνατο. Συνήθως λέμε ότι στόχος των παραστάσεων που απευθύνονται σε παιδιά, είναι να είναι το ίδιο ενδιαφέρουσες και για τους μεγάλους θεατές. Αυτή η παράσταση, όμως, το παράκανε. Πολύ θα ήθελα να ήξερα σε παιδιά ποιας ηλικίας υποτίθεται ότι απευθύνεται η παράσταση.
Στην πρεμιέρα του, το θέατρο Αυλαία ήταν ασφυκτικά γεμάτο. Ακόμη και στα σκαλοπάτια βάλανε καθίσματα για να τακτοποιήσουν τον κόσμο. Το παιδικό κοινό της παράστασης ξεκινούσε από παιδάκια πολύ μικρής ηλικίας (από 3 χρονών) μέχρι και παιδιά το πολύ έκτη δημοτικού, τα οποία όμως ήταν στ’ αλήθεια ελάχιστα. Και ξεκίνησε η παράσταση. Μια παράσταση γεμάτη με χορό και τραγούδια, μια παράσταση που προσπαθούσε να ισορροπήσει ανάμεσα στον έρωτα και το θάνατο. Πολύ ταιριαστά θέματα για παιδική παράσταση…
Πάνω στη σκηνή παρακολουθούσαμε τη δράση 12 ηθοποιών που έπαιζαν, χόρευαν, τραγουδούσαν, αλλάζαν σκηνικά, κάνανε τα πάντα. Υπήρχαν, όμως, σκηνές που με αυτά τα 12 άτομα η σκηνή “μπούκωνε”. Μιλούσαν όλοι μαζί και δεν σε έπειθαν ότι είναι οι Αδέσποτοι του Παρισιού, αλλά ότι ήταν ένα σύνολο από φωνακλάδες που προσπαθούν να τραβήξουν την προσοχή των παιδιών. Στην αρχή, σχεδόν αισθανόμουν χαζή γιατί δεν καταλάβαινα τι γινόταν και τι έλεγαν, παρόλο που ξέρω το έργο απ’ έξω κι ανακατωτά. Παρατηρούσα και ρώτησα και μερικά από τα παιδιά για την παράσταση και το συμπερασμά μου ήταν, πως τα μόνα σημεία που τα κρατούσαν πραγματικά προσηλωμένα ήταν εκείνα στα οποία υπήρχε τραγούδι και χορός. Κατά τα άλλα, το αγοράκι δίπλα μου ρωτούσε τον διπλανό του αν βαρέθηκε κι εκείνος, γιατί αυτός το περίμενε αλλιώς.
Η μεγαλύτερη μου ένσταση για την παράσταση όμως είναι η σχεδόν συνεχής παρουσία του θανάτου. Με κάποιο τρόπο εμφανιζόταν συνεχώς. Είτε ως θηλιά (δυο φορές μες στην παράσταση, κάνοντας μάλιστα και παιχνίδια με το σκοινί), είτε με τραγούδια ( ” Θα σου βγάλω το μάτι/ Θα σου μπήξω σουβλί στην πλάτη) , είτε ακόμη ακόμη με μαχαιρώματα. Το κοριτσάκι μπροστά μου ρώτησε τον μπαμπά της αν το μαχαίρι ήταν αληθινό και τον σκότωσε στ’ αλήθεια. Ναι εντάξει, η τηλεόραση και τα κινούμενα σχέδια βρίθουν από εικόνες φρίκης, αλλά κι εδώ; Γιατί να μάθουν τα παιδιά μερικά χρόνια νωρίτερα τι σημαίνει η λέξη απαγχονισμός; Όπως και το “κοκό”. Τι θα πει αυτό; Μιλάμε ελεύθερα; Αφήνουμε υπονοούμενα; Δημιουργούμε απορίες; Τι; Επιπλέον, εκφράζοντας την εντελώς υποκειμενική μου άποψη, δεν μου άρεσε το γεγονός ότι η μία καμπάνα, η Ντίνα, μιλούσε ελληνικά μπλεγμένα με αγγλικές λέξεις της μόδας. Αυτό κάνει μοντέρνα μια παράσταση; Αυτό την φέρνει κοντά στα πιτσιρίκια;
Τη θεατρική διασκευή της παράστασης έκανε η Ελένη Μερκενίδου. Έμεινε πιστή όσον αφορά την ιστορία και δεν άλλαξε λεπτομέρειες, αλλά ωστόσο η γλώσσα της ήταν μερικές φορές προβληματική, όπως φανερώνεται απ’ όσα προηγήθηκαν. Η σκηνοθεσία του Παύλου Δανελάτου δεν είχε κανένα αξιοσημείωτο εύρημα, εκτός ίσως από τις κούνιες-καμπάνες και από την υπόκλιση των ηθοποιών που βγάζανε κάποια από τα ρούχα τους. Νομίζω πάντως πως κι εκείνος σήμερα αντιλήφθηκε ότι η παράσταση αυτή μάλλον απευθύνεται σε κοινό μεγαλύτερο ηλικιακά. Όχι ότι μπορεί να το κρατήσει βέβαια. Η μουσική του Κώστα Βόμβολου βασίστηκε κυρίως σε τραγούδια με κιθάρα στο πνεύμα της Ανδαλουσίας και της τσιγγάνικης παράδοσης, με μπλεγμένους ελληνικούς κι ισπανικούς στίχους (ενδιαφέρον στοιχείο, πράγματι). Εντούτοις, υπήρχε κι ένα τραγούδι που ήταν σαν ήταν προσθήκη από άλλο έργο. Το τραγούδι ” Όταν βρέχει έρωτα μην κρατάς ομπρέλα” , ήταν κάτι άλλο. Αταίριαστο με την παράσταση.
Οι χορογραφίες και η κινησιολογική διδασκαλία της Μέλπως Βασιλικού ήταν απόλυτα ικανοποιητικές. Το καλύτερο όλων ήταν τα κοστούμια και τα σκηνικά του Απόστολου Αποστολίδη. Εξαιρετικά κοστούμια, μέσα στο πνεύμα και όσο για το σκηνικό ήταν μια σκαλωσιά, εξαιρετική ιδέα, καθώς λειτουργούσε με πολλαπλούς τρόπους, ως καμπαναριό, φυλακή κλπ. Την παράσταση συνόδευε video art που επιμελήθηκε ο Γιάννης Κολαξίζης και κατά το μεγαλύτερο μέρος προέβαλλε εικόνες από την Παναγία των Παρισίων. Θεώρησα ότι ήταν συνοδευτικό για να κρατήσουν τα παιδιά απασχολημένα, εάν πήγαιναν να βαρεθούν και να κάνουν φασαρία, αν και δεν τα κατάφερε αν ήταν αυτός ο στόχος. Βοηθός σκηνοθέτη η Ιωάννα Ρέτσα.
Στους ηθοποιούς αξίζει ένα μεγάλο μπράβο για την προσπάθειά τους και την κούρασή τους και γιατί είναι οι άνθρωποι για όλες τις δουλειές. Τρέχουν πάνω κάτω, ιδρώνουν, και στο τέλος αυτή είναι η βιτρίνα της παράστασης. Στο ρόλο του Κουασιμόδου εμφανίστηκε ο Χρήστος Γκουτσίδης, τον οποίο και ξεχώρισα απ’ όλους περισσότερο. Ήταν ο πιο πειστικός στον ρόλο του. Την Εσμεράλδα υποδύθηκε η Δάφνη Κιουρκτσόγλου, η οποία ήταν επίσης πολύ καλή και με εξαιρετική φωνή. Σίγουρα έβγαζε το φλογερό ταμπεραμένο της τσιγγάνας. Στο ρόλο του Φρόλο ήταν ο Δημήτρης Φραγκούλης ο οποίος δεν πίστεψε ούτε για μια στιγμή αυτά που λέει, δεν φάνηκε να σκέφτεται ούτε για λίγο τι κάνει και γιατί. Δεν ήταν υποβλητικός κι επιβλητικός, γιατί αυτά δεν κερδίζονται μόνο με τη δυνατή φωνή. Στο ρόλο του λοχαγού Φοίβου, ο Αναστάσης Ροϊλός δεν είχε κάτι το ξεχωριστό, αλλά ήταν πολύ καλός στον ρόλο του ως ένας από τους αδέσποτους. Είχε πολύ καλή κίνηση και ζωντάνια και φάνηκε ότι το διασκεδάζει. Ο Δημήτρης Δάγκαλης, ως ένας από τους αδέσποτους κι αφηγητής αυτής της ιστορίας, είχε μερικές πολύ καλές στιγμές, ενώ η παρουσία του Χρήστου Μαστρογιαννίδη στη σκηνή, ως αρχηγός των Αδέσποτων ήταν πολύ ενδιαφέρουσα.Τις παριζιάνες αδέσποτες υποδύονται η Κωνσταντίνα Αργυρίου, η Ελένη Βουγιατζή, η Ελένη Ζιάνα, η Κατερίνα Καραδήμου και η Μυρσίνη Χρυσοχοϊδου.
Εν κατακλείδι, είναι μια παράσταση με άξιους συντελεστές για την οποία όμως διατηρώ τις επιφυλάξεις μου. Ίσως θα έπρεπε να αναφέρεται στο δελτίο τύπου και σε ηλικίας κοινό απευθύνεται η παράσταση.