Μαρία Ράπτη : το παρελθόν που δε ζήσαμε αλλά με κάποιον τρόπο καταγράφηκε σε εμάς είναι πάντα παρόν, είναι μνήμη, κύτταρα και αίμα…

Written by

Με αφορμή τη συγγραφή του θεατρικού έργου “Κάτω Κόσμος” που παρουσιάζεται από 6 Δεκεμβρίου στον Πολυχώρο ΕΝΩ, από το “θέατρο του Άλλοτε“ η Μαρία Ράπτη μίλησε στο www.thessaloniki-portal.gr

 Τι ήταν εκείνο που σας παρακίνησε να ασχοληθείτε με αυτά τα δημοτικά τραγούδια ώστε να τα διασκευάσετε θεατρικά; Η κακοποίηση που έχουν υποστεί. Ίσως ακούγεται παράξενο, αλλά ένιωθα πάντα γι’ αυτά την τρυφερότητα και τις ενοχές που νιώθω για οτιδήποτε περιθωριοποιημένο και πληγωμένο. Τα δημοτικά μας τραγούδια έχουν κακοποιηθεί πολλαπλώς, από την επιβολή τους μέσω των σχολικών εγχειριδίων και τον χαρακτηρισμό τους ως παρωχημένα μέχρι την εξιδανικευμένη και υπερβολική αναγωγή τους σε κάτι άλλο από αυτό που είναι. Με τη σκηνοθέτιδα και φίλη Βαρβάρα Δουμανίδου συζητούσαμε αρκετό καιρό για την επιθυμία μας θέλαμε να ασχοληθούμε με αυτά. Ξεκινήσαμε από το Τραγούδι του Νεκρού Αδερφού κι έτσι προσανατολιστήκαμε στο είδος των παραλογών, που αποτελούν το πλουσιότερο είδος της δημοτικής μας παράδοσης αλλά και εκείνο με το παλαιότερο (αν και αρκετά ανεξιχνίαστο) υπόβαθρο. Είναι βέβαια -λόγω της θεματικής των τραγουδιών- και το πιο γοητευτικό είδος.

 Με ποιον τρόπο δουλέψατε για να κάνετε τη θεατρική διασκευή; Η Βαρβάρα κι εγώ διαβάσαμε πολλά τραγούδια μέχρι να καταλήξουμε στα άλλα δύο που τελικά εντάξαμε στην παράσταση “Κάτω Κόσμος” .  Οργανώσαμε τις σκηνές, αποφασίσαμε τους ρόλους που θα εμφανιστούν και στη συνέχεια άρχισα να εργάζομαι πάνω στη συγγραφή. Βασίστηκα πολύ στη δική μου τριβή με τη δημοτική ποίηση και με άλλα διαβάσματα, βασίστηκα πολύ στην εσωτερική δομή και αρμονία που σου επιβάλλεται ευγενικά από τον δεκαπεντασύλλαβο, το μέτρο που χτίζει τον λόγο μαζί με εσένα. Βασίστηκα όμως πολύ και σε δικές μου μνήμες από φράσεις και δημώδεις λέξεις της περιοχής καταγωγής μου. Ήθελα τα κείμενα να είναι καθαρά, ειλικρινή και όχι ακαδημαϊκά. Δεν ήταν στόχος μου να κάνω σπουδή πάνω στη δημοτική ποίηση, αλλά να προσπαθήσω να συνδυάσω την ποιητική διάσταση της γλώσσας με την καθημερινή, εκείνη που θα μιλούσαν οι προ-προγιαγιάδες μας. Όπως ακριβώς συμβαίνει και στα δημοτικά ποιήματα, βέβαια…

 Στα τραγούδια αυτά είναι έντονη η παρουσία του χάρου και του υπερφυσικού στοιχείου. Κρίνοντας από τον τίτλο αυτό είναι ένα στοιχείο στο οποίο δίνεται ιδιαίτερη βάση; Ναι, ο χάροντας (ως προσωποποίηση του θανάτου) είναι παρών σε μεγάλο μέρος του έργου. Σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα τα όρια των δύο κόσμων διαρρηγνύονται και έχουμε μέχρι και επικοινωνία μεταξύ των ζωντανών και του χάροντα. Αυτό το βλέπουμε ως μοτίβο σε πολλά δημοτικά ποιήματα, το βλέπουμε και στο «Γιατί είναι μαύρα τα βουνά». Είναι η ανάγκη του ανθρώπου να καταλάβει, να συνομιλήσει με το ανεξήγητο, με εκείνο που τον πονά απόλυτα και τελεσίδικα, που τον λυγίζει και τον τσακίζει. Στο «Γιατί είναι μαύρα τα βουνά» ο Χάρος αποδεικνύεται ανίσχυρος μπροστά στην αγάπη κι αυτό είναι κάτι τόσο συγκινητικό, όσο και βαθύ. Η απάντηση στο προαιώνιο ερώτημα, η μεγαλειώδης παραμυθία του ανθρώπου ως αντιστάθμισμα στον πόνο της απώλειας και του χαμού. Ένα από τα σπάνια, μαγικά χαρακτηριστικά που ανεβάζουν (κατά την ταπεινή μου γνώμη) κάποια από τα δημοτικά τραγούδια στο επίπεδο ενός πρωτογενούς υπαρξισμού.

Ποια είναι η προσωπική σας σχέση με την παράδοση και τα δημοτικά τραγούδια και πόσο σημαντική θέση πιστεύεται ότι παίζουν στην κουλτούρα μας ως λαός Δεν ξέρω εάν μπορώ να προσδιορίσω τον ρόλο που παίζει μια τέτοια παράδοση στο σύνολο του λαού και αυτό γιατί εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εξωγενείς παράγοντες, όπως αυτούς που ανέφερα λίγο πριν. Όλοι αυτοί κάνουν τη σχέση με την παράδοση λίγο επίπλαστη, κατασκευασμένη και σίγουρα όχι συνειδητοποιημένη.

Θεωρώ πως μπορούμε να αφουγκραστούμε και να ορίσουμε –όσο γίνεται- τη σχέση μας με την παράδοση σε προσωπικό επίπεδο μόνο, ανάλογα με το βαθμό στον οποίο αυτή μας διαπερνά και μπορεί να τέμνει και να δημιουργεί αναλογίες ανάμεσα στο δικό μας τώρα και στο άλλοτε. Έτσι κι αλλιώς το άλλοτε, το παρελθόν που δε ζήσαμε αλλά με κάποιον τρόπο καταγράφηκε σε εμάς είναι πάντα παρόν, είναι μνήμη, κύτταρα και αίμα, είναι συνέχεια σε τόπους και χώματα όπου θάφτηκαν κορμιά, σε δέντρα όπου κάποτε ακούμπησαν άλλα χέρια, τώρα ακουμπάνε τα δικά μας και στο μέλλον θα ακουμπήσουν άλλα. Είναι, ίσως, η δική μας χρονοκάψουλα, αλλά δεν είναι φαντασία. Είναι μνήμη.

 Θα θέλατε να σας είχα κάνει κάποια ερώτηση σχετικά με την δημοτική ποίηση που δεν την έκανα; Όχι, οι ερωτήσεις σας ήταν πλήρεις!