“Άγριος Σπόρος” – θέατρο Αριστοτέλειον (η 3η κριτική μας)

Written by

Μετά τα “Αξύριστα πηγούνια”, το πρώτο θεατρικό έργο του Γιάννη Τσίρου, ανεβαίνει στη Θεσσαλονίκη και συγκεκριμένα στο θέατρο Αριστοτέλειον, το δεύτερο έργο του ο “Άγριος Σπόρος” σε σκηνοθεσία του Τσέζαρις Γκραουζίνις και με πρωταγωνιστές τους Ιεροκλή Μιχαηλίδη,  Κίμωνα Κουρή και την Μυρσίνη Χρυσοχοϊδου.

Πρόκειται για ένα έργο πολύ δυνατό, με εξαιρετικές ατάκες – αν και σε κάποιες δεν δίνεται, κατά τη γνώμη μου η δέουσα σημασία. Τα λόγια στα στόματα των ηρώων ισορροπούν ανάμεσα στο χιούμορ, στην πίκρα και στην ποιητικότητα. Στον ρεαλιστικό λόγο και σε κάτι μαγικό πέρα απ’ αυτό. Ο Γιάννης Τσίρος μπορεί και δημιουργεί εικόνες ακόμη κι όταν περιγράφει κάτι φαινομενικά αδιάφορο, είναι σαν να μοιράζει ίδιο βάρος σε κάθε λέξη που θα γράψει. Δεν νιώθεις ότι κάτι είναι περιττό.

19522

Η εισαγωγική σκηνή ήταν μια αποκάλυψη. Εξαιρετική η σύλληψη του Λιθουανού Τσέζαρις Γκραουζίνις να προβάλλει ετεροχρονισμένα μια σκηνή, δημιουργώντας και ατμόσφαιρα και δίνοντας και μια ιδέα για το τι πρόκειται να επακολουθήσει.  Ενδιαφέρον είχε και η επαναληπτικότητα στο τέλος σχεδόν κάθε σκηνής όπου οι πρωταγωνιστές κοιτούσαν προς τη άλλη μεριά της παραλίας δίνοντάς μας την αίσθηση της ατέρμονης αναμονής. Κάτι σαν το ποίημα του Καβάφη “Περιμένοντας τους βαρβάρους”. Λειτουργικοί κι οι φωτισμοί του ίδιου, με καλύτερο όλων το κόκκινο φως προς το τέλος της παράστασης.

Τα σκηνικά και τα κοστούμια επιμελήθηκε ο Πάρις Μέξης. Όσον αφορά τα πρώτα ξεχώρισα το κάδρο με την παραλία ως ιδέα, ενώ όλο το υπόλοιπο σετ ήταν ακριβώς αυτό που χρειαζόταν το έργο. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο. Λιτή, λειτουργική σκηνή. Τα κοστούμια κινήθηκαν επίσης στο ίδιο πλαίσιο. Μόνο που ποτέ δεν κατάλαβα για ποιον λόγο η κόπελα άλλαξε ρούχα και φόρεσε μάλιστα κάτι τελείως διαφορετικό απ’ ό,τι πριν και που δεν το βρήκα , προσωπικά, τόσο ταιριαστό με τη συνθήκη. Η μουσική του Δημήτρη Θεοχάρη θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ελαφρώς μελό, αλλά σκεπτόμενη τι άλλο θα μπορούσε να την αντικαταστήσει, κατέληξα ότι μάλλον ήταν η καλύτερη επιλογή.

Ο Ιεροκλής Μιχαηλίδης βρίσκεται στο στοιχείο του με τον ρόλο αυτό. Του πηγαίνει και του βγαίνει φυσικά. Το μόνο πρόβλημα είναι πως τα αντανακλαστικά του είναι κάπως αργά. Εξαιρετικές οι παύσεις του. Στο πλάι του ο Κίμωνας Κουρής υποδύθηκε μια καρικατούρα αστυνομικού – προφανώς κάτι τέτοιο του ζητήθηκε- οπότε και ήταν ικανοποιητικός. Υπήρξε μάλιστα μια μεταξύ τους παύση που μ’ έκανε να δονηθώ, ν’ αρχίσει η καρδιά μου να χτυπάει γρήγορα σαν να μετατίθοταν σε μένα ο πρωταγωνιστικός ρόλος. Αντιθέτως, η Μυρσίνη Χρυσοχοϊδου δεν ήταν αντάξια των προσδοκιών, παρουσιάζε μια υποκριτική αστάθεια, ήταν λίγες οι καλές της στιγμές. Επιπλέον, στην αρχή της παράστασης σχεδόν δεν ακουγόταν, ακόμα κι απ’ τις πρώτες θέσεις του θεάτρου.

Πρόκειται για μια παράσταση στην οποία, τελικά, δεν έχει σημασία η πλοκή αλλά τα γεγονότα που συμβαίνουν γύρω απ’ αυτήν. Δεν θα είμαι τελείως σύμφωνη με τον όρο “λυρική κωμωδία” που αναγράφεται στο δελτίο τύπου αλλά αν μη τι άλλο είναι μια παράσταση που μιλά και δείχνει  καλές και άσχημες στιγμές, όπως ακριβώς συμβαίνει και με τη ζωή μας.