Υπάρχουν σκηνοθέτες και σκηνοθέτες. Ο καθένας έχει το στυλ του, την χρωματική του παλέτα, τον δικό του τρόπο αφήγησης. Κάποιοι έχουν επηρεαστεί από την Nouvelle Vague, άλλοι από τον Ιταλικό νεορεαλισμό, άλλοι πάλι από τον Όρσον Ουέλς. Οι περισσότεροι όμως έχουν σταματήσει να είναι αυτό που έθεσε πρώτο το Cahiers du Cinema την δεκαετία του ’60 ως ανάγκη: auter,δηλαδή να έχουν τον απόλυτο καλλιτεχνικό έλεγχο των ταινιών τους από το μηδέν τοις εκατό μέχρι την ολοκλήρωση τους. Κάτι τέτοιο καταφέρνει να κάνει ο Λαρς Φον Τρίερ.
Και δεν είναι μόνο αυτό. Ο Λαρς Φον Τρίερ δεν είναι απλώς μιμητής κάποιου στυλ. Το στυλ του είναι Τριερικό! Μπορείς να καταλάβεις την ταινία του χωρίς να σου αναφέρουν τίποτα άλλο. Και η κάθε του καινούργια ταινία είναι μία νέα εμπειρία για τον κινηματογραφόφιλο. Σίγουρα, σε πολλούς δεν αρέσουν τα στοιχεία αποστασιοποίησης που εισάγει. Άλλοι πάλι προτιμούν την πιο κλασική μορφή αφήγησης. Όλοι όμως πρέπει να παραδεχτούν ότι ο ιδρυτής του Δόγματος, καταφέρνει κάθε φορά να πάει τον κινηματογράφο ένα βήμα πιο πέρα. Αλήθεια, ποιος άλλος ενεργός σκηνοθέτης μπορεί να παινευτεί γι αυτό; Κατά την γνώμη μου, ουδείς.
Και πάμε τώρα στο δαιμόνιο του Τρίερ. Αλλά όχι ακόμα στην σκηνοθετική του ιδιοφυία. Αλλά στην μαρκετινίστικη ευφυΐα του Δανού. Ποιος δεν είδε έστω και ένα τρέιλερ της ταινίας; Εδώ και μήνες μας βομβαρδίζει με ελλιπή στοιχεία για την νέα του ταινία. Αφίσες με τους ηθοποιούς του να έχουν οργασμό, τρέιλερ γεμάτα σεξ, πληροφορίες για ένα πολύπλοκο μοντάζ με μισούς ηθοποιούς, μισούς πορνοστάρ και τέλος, η ταινία να βγαίνει σε δύο μέρη και σε διάστημα μεταξύ τους ενός μήνα! Ποιος άραγε θα πάει να δει μόνο το πρώτο μέρος; Κανείς! Και ας γράφει στην αρχή της ταινίας ότι ο Τρίερ δεν ήθελε να κοπεί η ταινία στα δύο! Σε πιστέψαμε!
Και πάμε στο δια ταύτα! Η ιδιοφυία που λέγεται Τρίερ μας έχει συστηθεί εδώ και χρόνια. Μας έστειλε αδιάβαστους με το «Δαμάζοντας τα κύματα», πάθαμε πλάκα με το «Dogville» δεν μπορούσαμε να πάρουμε τα πόδια μας με το «Antichrist» και έρχεται να μας αποτελειώσει με το Nymphomaniac. Θα σημειώσω πως αντιμετωπίζω την συγκεκριμένη ταινία ως έργο τέχνης. Θα πρέπει να μπει σε μουσείο δίπλα στην Μόνα Λίζα ή ακόμα καλύτερα στην Νίκη της Σαμοθράκης. Δεν είναι μόνο η Τριερική μορφή αφήγησης, η άψογη χρήση του τηλεφακού εκεί που χρειάζεται, το παίξιμο με το φλου και το νετ, η χρήση του ασπρόμαυρου σε ένα και μόνο μέρος της ταινίας (ναι ρε φίλε, το κάνει γιατί μπορεί), οι ήχοι των Rammstein στην Σ-Υ-Γ-Κ-Λ-Ο-Ν-Ι-Σ-Τ-Ι-Κ-Η πρώτη σεκάνς. Δεν είναι το ιδιοφυές μοντάζ, η χρήση της οθόνης ως πολύεπίπεδο πίνακα πληροφοριών. Δεν είναι οι λιτές ερμηνείες, το ρίξιμο του βάρους στην κάμερα και όχι στον ηθοποιό. Δεν είναι το στόρυ, η αφήγηση της Τζο στον Σελιγκμαν, ο παραλληλισμός του σεξ με το ψάρεμα και την ακολουθία Φιμπονάτσι. Δεν είναι η χρήση των αριθμών πάνω στην οθόνη, τα γεωμετρικά σχήματα, τα πλάνα σφήνες από ζώα, ψάρια, έναν τύπο να περπατάει γυμνό παράλληλα σε έναν τοίχο. Δεν είναι ούτε καν το πορνό, τα πέη, τα αιδοία, ο θάνατος, η ντροπή. Είναι κάτι παραπάνω! Κάτι που κάνει τον κινηματογράφο ελεύθερο από το σενάριο, ελεύθερο από την απλή διήγηση μίας ιστορίας με αρχή, μέση και τέλος. Κάνει τον κινηματογράφο αυτόνομη τέχνη. Και κάνει την κάμερα και πάλι στυλό!
Μ’ αυτά και με κείνα ξέχασα να σας πω για το στόρυ. Αλλά αλήθεια, δεν έχει και πολύ σημασία. Μία γυναίκα (Σαρλότ Γκεινσπουργκ) βρίσκεται από έναν ηλικιωμένο άντρα (Στέλαν Σκαργκαρντ) αναίσθητη και χτυπημένη σε ένα σοκάκι ένα κρύο πρωινό. Ο ηλικιωμένος την παίρνει στο σπίτι και την φροντίζει και εκείνη ξεκινά να του διηγείται πως βρέθηκε εκεί. Αλλά η αρχή της ιστορίας της πηγαίνει πολύ πίσω. Από τα παιδικά της χρόνια ακόμη. Και το επίκεντρο της ζωής της και της ιστορίας της είναι, το σεξ! Τον ρόλο της Τζο στην νεαρή της ηλικία την ενσαρκώνει η μοντέλα Στέισι Μάρτιν στο ντεμπούτο της στην μεγάλη οθόνη. Και εδώ βγάζω το καπέλο στον Τρίερ, που επιλέγει μία άπειρη ηθοποιό για να επιτύχει την αποστασιοποίηση που θέλει. Ούτε μεγάλες συναισθηματικές φορτίσεις, ούτε ηθικές τοποθετήσεις ούτε τίποτα τέτοιο.
Το μεγάλο ερώτημα είναι άλλο: τελικά τι νιώθουμε απέναντι στην Τζο; Λύπη; Ζήλια; Συμπάθεια; Θυμό; Ούτε ο Τρίερ μάλλον ξέρει τι θέλει να νιώσουμε. Βέβαια η εικόνα που έχω για την ιστορία της Τζο δεν είναι ολοκληρωμένη διότι όπως προείπα, είδα μόνο το πρώτο μέρος που προβάλλεται αυτή την στιγμή στους ελληνικούς κινηματογράφους.
Θα κάνω μία και μόνο παρατήρηση η οποία σε καμία περίπτωση δεν θα επισκιάσει την ποιότητα του έργου τέχνης που λέγεται Nymphomaniac. Και αυτή η παρατήρηση σχετίζεται με την σχέση ανάμεσα στην Τζο και στον Ζερομ (Σια Λα Μπεούφ). Δεν ήταν κατά την γνώμη μου και τόση πειστική. Γιατί ακριβώς σε κείνο το σημείο η Τζο αρχίζει να αντιλαμβάνεται τον έρωτα. Ίσως να μην παίζει και τόσο πειστικά ο ΛαΜπεφ. Μπορεί. Είπαμε, μέχρι να δω όλη την ταινία, δεν θα είμαι ιδιαίτερα αυστηρός ως προς την εξέλιξη το χαρακτήρα.
Κάτι τελευταίο: είχα γράψει και στην άποψη μου για την «Ζωή της Αντέλ» ότι δεν μου αρέσει το τόσο πολύ σεξ στον κινηματογράφο. Αυτό που προσεγγίζει το πορνό και που γίνεται βασικό στοιχείο της αφήγησης. Εδώ όμως, κρίνεται τόσο απαραίτητο στο να δομήσεις μία ξεκάθαρη εικόνα για τον εθισμό της Τζο στο σεξ που όχι μόνο δεν σε πειράζει αλλά το βρίσκεις και αναγκαίο συστατικό στοιχείο!
Εν κατακλείδι: Να δω πότε θα περάσουν οι μέρες για να δω και το δεύτερο μέρος!
Πόσο της βάζεις; : 9,5/10. Και αυτό γιατί το 10 είναι του θεού (δηλαδή του Όρσον Ουέλς!)
Να την δω;: Ναι, και πάρε με τηλέφωνο να την δούμε μαζί!
Λοιπά στοιχεία: Ούμα Θέρμαν, Σαρλότ Γκέινσπεργκ, Ουίλιαμ Νταφόε στο δεύτερο μέρος, Στέλαν Σκαργκαρντ, Ραμστάιν, Στένεγουλφ, Μπαχ και πάνω απ’ όλους, ο Λαρς Φον Τρίερ (άντε μαζί με τον Μπαχ!). Υποψήφιο για ταινία της χρονιάς στην καρδιά και στο μυαλό μου. Ο κινηματογράφος ζει!
Υ.Γ.1. Στην τέχνη δεν υπάρχει καλό, κακό, απαίσιο και ειδικά άχρηστο. Όλες οι απόψεις είναι σωστές. Το έργο τέχνης το βλέπει ο καθένας με το δικό του πρίσμα. Αν εμένα με βίαζε ο θείος μου όταν ήμουν μικρός, θα αηδίαζα με την ταινία. Αν η μάνα μου είχε πεθάνει στην γέννα και δεν την είχα γνωρίσει, θα το έβλεπα πάλι αλλιώς. Το έργο τέχνης περιμένει να το θαυμάσουμε για να βρούμε τους εαυτούς μας. Ως εκ τούτου, τυχόν διαφωνίες θεμιτές. Αλλά οι απόλυτες απόψεις ψευτοειδημόνων ας μείνουν στα μικρά τους κεφαλάκια. Εδώ μιλάμε για τέχνη. Όποιος θέλει να είναι απόλυτος, ας μαλώσει για τον ΠΑΟΚ και τον Άρη.
Υ.Γ.2 Είναι άλλο πράμα η κριτική της ταινίας και άλλο πράμα η ανάλυση της. Για να κάνει κάποιος ανάλυση μίας ταινίας θα πρέπει να την δει πολλές φορές, θα πρέπει ο ίδιος να έχει πολλές γνώσεις και να έχει πολλές ταινιοώρες στο βιογραφικό του. Βρίσκω λοιπόν ατυχή κάθε προσπάθεια ανάλυσης μίας ταινίας μέσα σε τρεις σελίδες και από ανθρώπους που είναι άπειροι (μεταξύ αυτών και εμού του ιδίου)!
Ευριπίδης Ταρασίδης