…ή αλλιώς «Η νέα Κίνα μέσα από 4 ιστορίες»
Σίγουρα η δυσκολία του αυτιού του Ευρωπαίου να δεχτεί το άκουσμα μίας ανατολίτικης προφοράς έχει εξαληφθεί τον τελευταίο καιρό. Παραμένει όμως δύσκολη η αντίληψη της ανατολίτικης νοοτροπίας πάνω στην τέχνη και πάνω στην ζωή. Ως εκ τούτου η οποιαδήποτε παρακολούθηση ανατολίτικου κινηματογράφου αποτελεί ξεχωριστή εμπειρία. Ειδικά αν η ταινία πραγματεύεται κοινωνικά θέματα συγκεκριμένης χώρας ή περιοχής.
Ο Ζία Ζανγκέ, που οι περισσότεροι τον πρωτογνώρισαν από τα ντοκιμαντέρ του, καταπιάνεται σε μία ακόμα μυθοπλασία με έντονα ρεαλιστικό τρόπο με την ταξική ανισότητα και τα επακόλουθα της στην Κίνα. Η απέραντη έκταση του οικονομικού αυτού γίγαντα εισχωρεί στον φακό του Ζανγκέ και συνδέεται αξονικά μέσα από τέσσερις φαινομενικά άσχετες μεταξύ τους ιστορίες. Στην πρώτη ιστορία, ένας οργισμένος μεταλλωρύχος παίρνει τον ηθικό νόμο στα χέρια του και με την καραμπίνα του ενίσταται στην απροκάλυπτη διαφθορά των τοπικών αρχόντων σε βάρος της μικρής του κωμόπολης. Στην δεύτερη ιστορία, ένας νεαρός εσωτερικός μετανάστης γυρνά στα πάτρια εδάφη και στην οικογένεια του μετά του περιστρόφου του και με κάποιους φόνους στο ιστορικό του. Στην τρίτη, μία υπάλληλος σε ένα σπα φτάνει στα όρια της όταν δέχεται επίθεση από έναν πελάτη και στην τέταρτη, ένας νεαρός αλλάζει συνεχώς δουλείες μέχρι να βρει την καλύτερη για το μέλλον του (ανάμεσα σ ‘ αυτές και αυτή του σερβιτόρου σε ένα sex club).
Κοινό στοιχείο των παραπάνω ιστοριών είναι η βία η οποία ξεπροβάλει είτε δειλά και διστακτικά είτε χωρίς δεύτερη σκέψη λόγο των οικονομικής φύσεως χτυπημάτων που δέχονται οι πρωταγωνιστές μας από την μοίρα. Το μοντέλο ανάπτυξης της Κίνας δημιουργεί όλο και περισσότερους φτωχούς. Οι καμπύλες και τα διαγράμματα έρχονται σε σύγκρουση με την ζωή των περισσότερων κατοίκων της επικράτειας της Κίνας και η ισορροπία ανάμεσα στο μαοϊκό παρελθόν και στο άκρατο καπιταλισμό του παρόντος παράγει μία βία που δεν ελέγχεται και σίγουρα δεν δικάζεται ηθικά από τους θεατές. Τον στόχο τον πετυχαίνει και αυτός ο άλλοτε φρενήρης και άλλοτε σχεδόν νωχελικός ρυθμός του σεναρίου βρίσκει ανταπόκριση και λαμβάνει το πρώτο βραβείο στο φεστιβάλ των Καννών.
Εκ κατακλείδι: Δύσκολη ταινία. Δεν θα την πρότεινα σε κάποιον που του αρέσει ο αμερικάνικος κινηματογράφος και μόνο. Τα πλάνα του είναι ζωντανοί πίνακες. Η αλληγορία σε αρκετά σημεία της ταινίας ενδιαφέρουσα, ο ρυθμός σε παραξενεύει και η βία γίνεται απαραίτητο στοιχείο της ηθικής δικαίωσης.
Πόσο της βαζεις; : 6/10
Να την δω;: Αν σου αρέσει τα ρεαλιστικά κοινωνικά δράματα, ναι. Αν όχι, όχι!
Ευριπίδης Ταρασίδης