Η λίμνη φαίνεται ύστερα από πολλές στροφές και οι πέτρινες σκεπές των σπιτιών κατά τη μεριά του κάστρου τυλιγμένες στο πούσι λάμπουν σε μια αντανάκλαση των παραθυριών. Στη συνοικία με τα ασημικά μες στους στενούς δρόμους ακούγεται ένα μουρμουρητό νερού και βλέπεις λίγο τη λάμψη της φωτιάς πάνω στο μέταλλο. Σκαλιστοί καθρέφτες, δίσκοι, σκουλαρίκια, βραχιόλια. Λάμπουν στο φως .
Χωριάτες κατεβαίνουν απ’ το φρύδι των βουνών και παζαρεύουν με το μάτι τις πραμάτειες πριν το ολιγόλογο τυπικό των αγοραπωλησιών. Ταγάρια κρατούν, κάτι παλιούς τρουβάδες από γίδινο μαλλί σε σκούρα χρώματα. Σκούρα και τα ρούχα που φορούν αυτοί και οι γυναίκες, αυτές κι αν έχουν σκούρα ρούχα. Κεντημένα ρούχα με επιδέξιες βελονιές και σχέδια λουλουδιών. Τα ονόματα που τις έδωσαν ονόματα προγόνων, ονόματα λουλουδιών, Κερασίνα, Μηλίτσα, Τριανταφυλλιά, Λεμονιά. Αλλά και Δέσπω, Γιώργαινα, Τζαβέλαινα, Αλεξάνδρα. Ψηλές με σφιγμένες μέσες, μαύρα μάτια, δυνατά χέρια, ντελικάτα δάχτυλα. Φορούν τα παλαιά εκείνα ρούχα τα μάλλινα, με χρώματα πράσινα και μπλε και λίγο κόκκινο στις σκοτεινές αποχρώσεις. Το πουκάμισο από κάτω με κεντημένη τραχηλιά και τα μαλλιά κοτσίδες πλεγμένες και στερεωμένες σε χαμηλό κότσο με φουρκέτες. Οι πιο νέες τις γυρίζουν γύρω απ’ το κεφάλι σε όμορφο στεφάνι γύρω από το μέτωπο. Στολισμένες αυτές, με λίγο κοκκινάδι στα μάγουλα.
Οι άντρες είναι κυρατζήδες και λείπουν από εδώ καιρό πολύ. Γυρολόγοι έρχονται ως τα σπίτια και χτυπούν τα μάνταλα. Πέτρινα σπίτια, με παλιές ρωγμές, μεγάλες κάμαρες και κελάρια. Πάνω από την κούνια των μωρών βλέπεις το γέρικο χέρι με το αλάτι της αβασκανίας. Φωτιές καίνε και τα μάλλινα στάζουν την πάχνη των δέντρων σε χοντρές σταγόνες πάνω απ’ τη σόμπα. Σκάνε σαν φούσκες νερού στην πυρωμένη πλάκα. Νανουριστικά με μια νωθρή αίσθηση.
Μουλάρια περνούν τις κορυφογραμμές κι οι αγωγιάτες αδύνατοι με αλατζένια πουκάμισα, με το μισό τσιγάρο στα χείλη με το λεπτό μουστάκι, κοιτούν τις λίμνες από ψηλά , δρακόλιμνες τις λένε και το μάτι του ουρανού το βλέπεις μέσα τους, τόσο καθαρά που σε πιάνει ζάλη. Ύστερα πιάνουν τη στροφή κατά το γκρεμό και χάνονται . Δεν ακούγεται τίποτα μόνο τα πέταλα των αλόγων για λίγο και τα φτερά των όρνιων που ετοιμάζονται να πετάξουν πάνω από τα τοξωτά γεφύρια.
Παλιά μοναστήρια καπνισμένα απ’ τις φωτιές, μαυρισμένα από τους καπνούς της ιστορίας , καπνίζουν το δάκρυ της οξιάς κάτω από τα δέντρα. Χτισμένα από μαστόρους παλιούς, πάνω απ’ τα ποτάμια που κατεβάζουν νερά σαν τραγούδια παραπονιάρικα με αρχέγονο βουητό. Τα μαστιγώνουν αέρηδες και βροχές όσο να φτάσουν στη θάλασσα. Δεν τη βλέπεις τη θάλασσα αλλά ακούς τον αντίλαλο στα βουνά, μοιρολόι και σκάρο από τις στάνες, ξενητεμένο παράπονο από τις ράχες κι από τη δημοσιά αχολογάει ο καινούργιος γάμος. Με δάκρυ κρυφό κι αυτός. Για τις νύφες που ξενητεύονταν απ’ τον τόπο τους ακόμα κι αν ήταν να πάνε σ’ άλλο χωριό.
Χιονίζουν οι δρόμοι και οι παλιοί θίασοι έρχονται στην πλατεία, το πράσινο λεωφορείο ξεφορτώνει τα καλάθια απ’ την οροφή κι ύστερα ο οδηγός κορνάρει κι ο εισπράχτορας κοιτάει από το καθρεφτάκι. Κρατάει τα κέρματα και τα χρωματιστά χαρτάκια με τα εισιτήρια. Ταξιδεύουν οι φαντάροι με άδεια, οι φοιτητές για την πόλη, οι φτωχοί απ’ τα χωριά πάνε στην πρωτεύουσα όσο να φτιάξουν τα πράγματα κι άλλοι στης ξενητιάς τον τόπο που φαίνεται μακρυά. Δρόμος ατέλειωτος με λαϊκά τραγούδια.
Και οι νύφες των τριών ημερών νανουρίζουν στο όνειρο ένα τραγούδι επιστροφής που’ χει μέσα του νερό πολύ από παλιά ποτάμια.
Και τραγουδούν στο όνειρο σαν να τις νανουρίζουν τις μέρες που περάσανε κι αυτές που θα’ ρθουν πάλι …
γράφει η Άγγελα Μάντζιου