«Η αγάπη μιας καλής γυναίκας» της Άλις Μονρό (βραβείο Νόμπελ 2013), αποτελείται από μία συλλογή ένδεκα διηγημάτων και μίας συνέντευξης της συγγραφέως ( αντί ευχαριστηρίου λόγου, κατά την τελετή απονομής του βραβείου Νόμπελ στις 7/12/2013).
Ιστορίες και αυτοβιογραφικά περιστατικά, οι άνθρωποι και ο αγώνας της ζωής τους σε περασμένους αιώνες, συνήθειες, επιλογές, κανόνες και σχέσεις, προβάλλουν εξομολογητικά πίσω από τις αναμνήσεις των προσώπων, σε υστερόχρονη αφηγηματική αναδιήγηση της ζωής τους. Οι πρωταγωνιστές των ιστοριών αυτών αγωνίζονται να βελτιώσουν τη ζωή τους, να ξεφύγουν από δύσκολες καταστάσεις με έναν πεισματικό τρόπο αντίδρασης ή και αποδοχής, αφήνοντας ανοιχτό το πεδίο αναμονής μιας αναπάντεχης εξέλιξης. Αναδύονται μέσα από ένα σκηνικό αναμνήσεων, που ζωντανεύει η γραφή, με μιαν συγκινητική αμεσότητα, στο γνώριμο ύφος της συγγραφέως.
Τα πρόσωπα των ιστοριών της, άνδρες, γυναίκες, παιδιά και νέοι, ζουν σε έναν κλειστό, στατικό κόσμο, που χαράζει ο κλοιός της επαρχίας. Το τοπίο της επαρχίας του Καναδά, ιδωμένο ως μικρόκοσμος παρατήρησης της ανθρώπινης δραστηριότητας, εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο από κωμοπόλεις αλλά και μεγαλύτερες πόλεις και με τη σειρά του επηρεάζεται θετικά και αρνητικά, από τα ιστορικά γεγονότα, τις εξελίξεις, τις αλλαγές και τις ανακατατάξεις του κόσμου.
Τα θέματα των ιστοριών που προβάλλουν στα διηγήματα είναι η κοινωνική θέση των γυναικών, ο γάμος και οι οικογενειακές σχέσεις, η σεξουαλικότητα, ο έρωτας, η απιστία και η αφοσίωση, η εργασία και οι ευκαιρίες για μόρφωση, ο πόλεμος και η μετανάστευση, οι βιωματικές αναμνήσεις και εμπειρίες της παλαιάς εποχής, η αναζήτηση ευτυχίας. Ακόμη η πολιτική και οι θρησκευτικές αντιλήψεις, οι ιδέες και τα βιβλία, η αισθητική και η γλώσσα- ως επικοινωνιακή διαδικασία αλλά και στοιχείο διαχωρισμού- λειτουργούν ως πεδίο προβληματισμού και ανάδειξης λεπτομερειών της καθημερινής ζωής των ανθρώπων σε ζητήματα, όπως οι νόμοι, τα ήθη, οι ελευθερίες επιλογής, οι διακρίσεις, η ηθική, ο χρόνος, η φθορά, ο θάνατος, η ανάμνηση.
Συμπληρωματικά -σε μια διακοπτόμενη, παρεμβατική αφήγηση- επιστρατεύονται όνειρα, επιστολές, ημερολόγια, καταγραφές, αποσπάσματα βιβλίων, προσωπικές θεωρίες και αντιλήψεις, συγκρίσεις και υπαινιγμοί, τεχνικές πίσω από τις οποίες κρύβεται σχεδόν αόρατη η συγγραφέας, η οποία παρεμβαίνει σε ελάχιστα σημεία του αφηγηματικού κύκλου, για να υποδείξει χωρίς διδακτισμό, τις κοινωνιολογικές παραμέτρους. Αφήγηση σε πρώτο και τρίτο πρόσωπο, από το παρόν στο παρελθόν και αντίστροφα, που συμπληρώνει από διήγημα σε διήγημα, κάποιες φορές, το μωσαϊκό των ιστοριών, δείχνοντας την διάσταση των πραγμάτων με λεπτομέρειες και ανατροπές στο ρεαλιστικό μέτρο της καθημερινής ζωής του 19ου και 20ου αιώνα.
Έτσι η γραφή γίνεται ένα κάτοπτρο στο οποίο αποτυπώνεται μια τοιχογραφία εποχής, τόσο στην καταλυτική αθωότητά της όσο και στην τραχύτητά της και σε σχέση με τις κατοπινές εξελίξεις της ζωής -στην ομοιότητά της και στις διαφοροποιήσεις της- στις μεγαλουπόλεις και στην ύπαιθρο .
Το τέταρτο διήγημα το οποίο δίνει και τον τίτλο της συλλογής, αφηγείται σε τρίτο πρόσωπο μια ιστορία αγάπης για μια νεαρή νοσοκόμα, την Ίνιντ, που φροντίζει ηλικιωμένους ασθενείς στο σπίτι, υπακούοντας στην επιθυμία του πατέρα της να μην δουλέψει σε νοσοκομείο και κοντά σε άρρωστους άνδρες. Φροντίζοντας μία άρρωστη γυναίκα θα συναντηθεί με τον άνδρα της και παλιό συμμαθητή της στο σχολείο, τον Ρούπερτ, που τον κορόιδευε κάποτε με τις φίλες της. Η ιστορία τους θα αρχίσει με έναν υπαινιγμό, μετά το θάνατο της γυναίκας του, και με την υποψία ενός φόνου σ’ ένα πλέγμα φαντασιώσεων-αμφιβολιών, στις τελευταίες σελίδες του διηγήματος.
«…αυτή η μυρωδιά όμως ενός σώματος που ξέφευγε τόσο κατηγορηματικά από την εξουσία της ή τη φροντίδα της είχε κάτι καινούργιο και επιθετικό. Κι αυτό ήταν καλοδεχούμενο». Σελ. 196
Το διήγημα «Τα παιδιά μένουν» αφηγείται, σε τρίτο πρόσωπο, το περιστατικό μιας απιστίας και της διάλυσης ενός γάμου από την πλευρά μιας γυναίκας, της Πολίν. Θα ακολουθήσει τον Τζέφρι και το θέατρο μαζί του, με εκείνην στο ρόλο της Ευρυδίκης, εγκαταλείποντας τον σύζυγό της και τις δύο μικρές κόρες τους. Στο τέλος της ιστορίας, ο διάλογος υπονοεί, με κάποιο χιούμορ, τη συμφιλίωση με τις κόρες της και την αποδοχή του παρελθόντος, μέσω μιας έμμεσης και υπαινικτικής εξομολόγησης, για το περιστασιακό τρίτο πρόσωπο, που δεν ήταν τελικά -όπως- ο Ορφέας του θεατρικού ρόλου.
«Αυτός ο πόνος είναι οξύς. Θα γίνει χρόνιος. Χρόνιος σημαίνει πως θα είναι μόνιμος, αλλά ίσως, όχι συνεχής. Μπορεί επίσης να σημαίνει πως δεν θα πεθάνεις απ’ αυτόν. Δεν θα απαλλαγείς απ’ αυτόν, αλλά δεν θα πεθάνεις απ’ αυτόν. Δεν θα τον αισθάνεσαι κάθε λεπτό, αλλά δεν θα περνάς πολλές μέρες χωρίς αυτόν. .. Δεν φταίει αυτός. Είναι ακόμη ένας αθώος ή άγριος, που δεν ξέρει ότι υπάρχει τόσο διαρκής πόνος στον κόσμο. Πες στον εαυτό σου: Θα τα έχανες έτσι κι αλλιώς». Σελ. 280-281
Στο διήγημα «Στο σπίτι», με την αμεσότητα της πρωτοπρόσωπης εξιστόρησης και αυτοβιογραφικές προεκτάσεις, η αφηγήτρια μιλά για την οικογένειά της. Επιστρέφει στο σπίτι της εξ αιτίας της ασθένειας του πατέρα της, ο οποίος ζει εκεί με τη δεύτερη γυναίκα του και μητριά της. Η ανάμνηση της άρρωστης μητέρας της, του πατέρα της, της προηγούμενης ζωής τους, έχει καταλυτική επίδραση επάνω της με το κύμα αναμνήσεων που την κατακλύζει, επικεντρωμένο ξαφνικά σε μια ισχυρή παιδική ανάμνηση του 1934.
«Όταν τα ξανασκεφτώ όλα αυτά αργότερα, θα αναγνωρίσω ότι αυτή ακριβώς η γωνιά του αχυρώνα όπου στεκόμουν για ν’ απλώσω το σανό και όπου άρχισε να με κατακλύζει ο πανικός είναι η σκηνή της πρώτης καθαρής ανάμνησης της ζωής μου». Σελ. 520
«Η παραδουλεύτρα» γραμμένη σε πρώτο πρόσωπο επίσης, εξιστορεί συγκριτικά και με λεπτές παρατηρήσεις, τη ζωή μιας δεκαεπτάχρονης που εργάζεται, κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών διακοπών, ως υπηρέτρια στο σπίτι μιας οικογένειας, σε ένα νησί που ονομάζεται Ναυσικά.
«Παραμέρισα τη βαλίτσα και κάθισα στο ράντζο. Άνοιξα το βιβλίο στην τύχη, όπως είχα κάνει και την πρώτη φορά, κι άρχισα να διαβάζω…» Σελ. 485
Στο διήγημα «Η θέα από το Κασλ Ροκ», έχουμε μια εποποιΐα εποχής μέσα από την τοιχογραφία ενός υπερατλαντικού ταξιδιού από τη Σκωτία στον Καναδά, μιας οικογένειας, της οποίας παρακολουθούμε την εξέλιξη ως και τον θάνατο των μελών της. Με πολλές τεχνικές αφήγησης-ημερολόγιο, σημειώσεις, αναμνήσεις, επιστολές, προσευχές, διαλόγους, η τριτοπρόσωπη αφήγηση εστιάζει σε νοοτροπίες και χαρακτηρολογικές διαφορές μιας οικογένειας, θίγοντας ουσιαστικά ζητήματα της ζωής των ανθρώπων.
«…αν συνεχίσω να σου μιλώ, θα πρέπει να σκέφτομαι συνεχώς πόσο σύντομα θα πρέπει να σου πω αντίο». Σελ.394
«Το όνειρο της μητέρας μου», αναφέρεται στην σχέση αποδοχής μητέρας- κόρης. Σπειροειδής αφήγηση, χρονικά άλματα περιγράφουν μια οικογενειακή ιστορία σχέσεων και μιας βασανιστικής αποκατάστασης, σε εξομολογητική, πρωτοπρόσωπη αφήγηση από την πλευρά της κόρης.
« Έπρεπε να αποδεχτώ την Τζιλ κι ό,τι μπορούσα να πάρω απ’ αυτήν, ακόμα κι αν αυτό ήταν λιγότερο απ’ ό,τι περίμενα». Σελ. 334
Το διήγημα «Πώς γνώρισα τον άντρα μου» αφηγείται ένα παιχνίδι ερωτισμού ανάμεσα σε μία νεαρή υπηρέτρια και έναν ξένο, ο οποίος αναχωρεί με μια υπόσχεση που αθετεί. Η καθημερινή προσμονή ενός γράμματος για τη νεαρή υπηρέτρια, θα γίνει η αιτία να γνωρίσει τον άντρα της στο πρόσωπο του νεαρού ταχυδρόμου που εργάζεται στην περιοχή.
«Κι όλο διηγείται στα παιδιά την ιστορία, πως τον κυνηγούσα καθισμένη δίπλα στο γραμματοκιβώτιο κάθε μέρα. Γελάω φυσικά και τον αφήνω να λέει, επειδή μου αρέσει να σκέφτονται οι άνθρωποι ό,τι τους ευχαριστεί και τους κάνει ευτυχισμένους». Σελ. 108
Στο διήγημα «Τζακάρτα» παρακολουθούμε δύο ζευγάρια και τις σχέσεις τους σε συνδυασμό με αποσπάσματα από ένα βιβλίο του Λώρενς, τις αναμνήσεις του παρελθόντος και το πέρασμα του χρόνου πάνω στις ζωές των ανθρώπων.
«Γυροφέρνει μια σκέψη που έχει να κάνει με το να μείνει εδώ, ν’ ακούει τη Σόνγε να μιλάει για τη Τζακάρτα, ενώ ο αέρας σηκώνει την άμμο από τους αμμόλοφους». Σελ. 242
Στο διήγημα «Κάτι που σκόπευα να σου πω», μια ιστορία σχέσεων, αφήνεται ανοιχτή στο τέλος σε μία εξομολόγηση που υπονοεί την αποκατάσταση της ευτυχίας.
«Κάθονταν χώρια, αλλά έλαμπαν μαζί. Εραστές. Λέξη καθόλου τρυφερή, όπως νόμιζε ο κόσμος, αλλά σκληρή, που σ’ έκανε κομμάτια». Σελ.71
«Η Ετ το ‘χε στην άκρη της γλώσσας της μερικές φορές να πει στον Άρθουρ: «Υπάρχει κάτι που σκόπευα να σου πω»… Εκείνος δεν θα το παραδεχόταν… Αν είχαν παντρευτεί, ο κόσμος θα ‘λεγε ότι ήταν πολύ ευτυχισμένοι». Σελ. 82
Στο διήγημα «Δουλεύοντας για να ζήσεις» σε πρωτοπρόσωπη αυτοβιογραφική αναφορά, η συγγραφέας εξιστορεί τη ζωή του ιδιοκτήτη φάρμας- αγρότη- εκτροφέα ζώων- εργάτη σε χυτήριο πατέρα και της δασκάλας μητέρας , τον αγώνα ζωής τους που κλείνει με μια εικόνα, κινηματογραφικής- φωτογραφικής αισθητικής, δύο ηλικιωμένων να συνομιλούν στην διάλεκτο της νεαρής τους ηλικίας και τον πατέρα μικρό παιδί να κάθεται πιο πέρα παρακολουθώντας τη σκηνή.
«Κι εδώ θα ήταν, νομίζω, καλύτερο να τους αφήσουμε: τον πατέρα μου μικρό παιδί, που δεν τολμά να παραπλησιάσει, και τους δυο ηλικιωμένους να κάθονται ένα καλοκαιριάτικο απόγευμα σε ξύλινες πολυθρόνες κάτω από μια από τις μεγάλες καλόβολες φτελιές που σκίαζαν το αγροτόσπιτο του παππού και της γιαγιάς μου. Εκεί μιλούσαν τη διάλεκτο των παιδικών τους χρόνων-που είχαν παρατήσει όταν έγιναν άντρες- , την οποία δεν καταλάβαινε κανείς από τους απογόνους τους». Σελ. 454
Στο διήγημα «Ζωές κοριτσιών και γυναικών» η αφηγήτρια Ντελ εξερευνά τα όρια της έλξης και του ερωτισμού με τη φίλη της Ναόμι. Ανταγωνίζεται τη μητέρα της με πεισματάρικη αντίσταση στις συμβουλές της, καταγράφοντας τη σύγκρουση γενεών στο θέμα της σεξουαλικότητας, του γάμου, της ευτυχίας και της αυτοδιάθεσης.
«Χρειαζόμουν και θεωρούσα δεδομένο το ότι ανησυχούσε για μένα, αλλά δεν άντεχα να το εκφράζει με λόγια.Επίσης είχα την αίσθηση ότι τα λόγια της δεν διέφεραν και τόσο από όλες τις άλλες συμβουλές που δίνονταν στις γυναίκες, στα κορίτσια, …ότι το να είσαι γυναίκα σήμαινε ότι ήσουν ευπαθής,…ενώ οι άντρες υποτίθεται ότι μπορούσαν να βγαίνουν και να ζουν κάθε λογής εμπειρίες, να ξεφορτώνονται ό,τι δεν ήθελαν και να επιστρέφουν υπερήφανοι. Χωρίς καν να το σκεφτώ, είχα αποφασίσει να κάνω κι εγώ το ίδιο». Σελ.54
«Θέλω οι ιστορίες μου να συγκινούν τους ανθρώπους». Άλις Μονρό Σελ. 530
Άλις Μονρό
Η αγάπη μιας καλής γυναίκας
Επιλογή διηγημάτων
Μετάφραση: Τρισεύγενη Παπαϊωάννου
Μεταίχμιο