Άσκηση: Σύσσημον

Written by

 

78910

Ο Σίμος Κακάλας έχει ρεύμα, έχει κοινό που τον ξέρει και τον ακολουθεί και κοινό που θέλει να τον μάθει, μια που έχει ακούσει τόσα πολλά γύρω από το όνομά του και τις παραστάσεις του. Έτσι, ήταν λογικό κι επόμενο την Παρασκευή να γίνεται το αδιαχώρητο για ένα εισιτήριο για την παράσταση- άσκηση και να μπαίνουμε σε λίστες αναμονής και να υπάρχουν άνθρωποι καθισμένοι ακόμη και στον β’ εξώστη. Πρώτη φορά είδα το θέατρο της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών τόσο γεμάτο και πραγματικά το χάρηκα πολύ. Ωραίο πράγμα να γεμίζουν τα θέατρα.

Τα κείμενα της παράστασης αποτελούσαν συρραφή από τον Οιδίποδα Τύραννο του Σοφοκλή, το Σύσσημον του Νίκου Παναγιωτόπουλου και από ένα λαϊκό παραμύθι του Καστελόριζου. Τη σύνθεση των κειμένων πραγματοποίησε ο ίδιος ο Κακάλας. Το αποτέλεσμα ήταν εξαιρετικό, κείμενα πολύ ενδιαφέροντα που μπορεί να έμοιαζαν δυσκολονόητα, αλλά οι ηθοποιοί με τις ικανότητές τους και την εκπληκτική ορθοφωνία τους, μάς τα έκαναν πλήρως κατανοητά. Υπήρχαν ατάκες που σε ξάφνιαζαν ευχάριστα, δεν τις περίμενες – ” τι ωραία να ταξιδεύεις πάνω σ’ ένα φασόλι” – και ατάκες που προσπαθούσες να τις απομνημονεύσεις επί ματαίω. Το θέμα της παράστασης απέκτησε μια οικουμενικότητα μέσα από το κείμενο, που προσωπικά αισθάνθηκα ότι με αφορά άμεσα. Το κείμενο αναφερόταν στο τώρα, αλλά και στο πριν και στο μετά, και στο πάντα. Υπό αυτήν την έννοια, αναφερόταν, στον άνθρωπο. Ίσως η φράση που συγκράτησα περισσότερο από το κείμενο να ήταν ότι στο ευαγγέλιο δεν υπάρχει η λέξη τέχνη…

Η σκηνοθεσία του Σίμου Κακάλα ήταν άκρως ευρηματική. Συνεχώς εμφάνιζε κάτι καινούριο, ή επαναλάμβανε ένα μοτίβο που είχε εμφανίσει προηγουμένως κι έτσι η παράσταση έσφιγγε, είχε μια ροή, ένα δέσιμο. Θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί ότι η σκηνοθετική του ματιά σχηματίστηκε έχοντας στο μυαλό του διάφορες τελετές της αρχαίας Ελλάδας που συνδυάζονταν με το διονυσιακό αίσθημα και πέρασαν μέχρι τις μέρες μας, όπως τα αναστενάρια, και με διαβατήριες τελετές που μέσα από τον πόνο ο άνθρωπος που μετέχει σ’ αυτές, χάνει τον εαυτό του προς στιγμήν και φτάνει σ’ έναν άλλον εαυτό. Αυτό, για παράδειγμα, ήταν πολύ έντονο όταν κάποιος από την ομάδα έπεφτε κάτω, λύγιζε και οι άλλοι τον πλησίαζαν και τον περιποιούνταν. Επί σκηνής είδαμε ακόμη και τα λεγόμενα μαγικά σύμβολα της λαογραφίας, τον μαγικό αριθμό τρία (νερό σε τρία σημεία της σκηνής), γενικώς την προβολή των μονών αριθμών (οι ηθοποιοί ήταν πέντε, όπως κι οι μουσιοί, μπορεί να ήταν και τυχαίο, είναι ωραίο όμως να βρίσκεις συμβολισμούς, ακόμη κι αν δεν υπάρχουν), και τέλος η κυκλική πορεία των ηθοποιών ανά τακτά διαστήματα, μια που ο κύκλος θεωρούνταν – και ακόμη θεωρείται αν σκεφτούμε τα χριστιανικά μυστήρια- ιερός. Ο Σίμος Κακάλας, λοιπόν, παρουσίασε μια παράσταση με έντονο το στοιχείο του απροσδόκητου, με εικόνες που μένουν ως εντυπώσεις στο νου. Σ’ αυτό έπαιξε ρόλο και η έντονη χρήση της μάσκας, που οδήγησε το μυαλό μας σε άλλης εποχής και τύπου κοινωνίες και στην πρώτη επαφή του ανθρώπου με το θέατρο. Βρήκα εξαιρετική και την ιδέα της εισαγωγής στο θεατρικό γίγνεσθαι με την μουσική και τις μάσκες που ήρθαν να μας καλοσωρίσουν, να δημιουργήσουν ατμόσφερα και να μας ανεβάσουν στο θέατρο μαζί τους.  Πριν, μάλιστα, από την έναρξη της παράστασης μίλησε στον κόσμο για το τι θα ακολουθήσει και για την αντικατάσταση που αναγκάστηκε να κάνει, κι ήταν ιδιαίτερα συμπαθής και αγαπητός στο κοινό.

Από τους ηθοποιούς ξεχώρισαν οι γυναίκες ( Έλενα Μαυρίδου, Δήμητρα Κούζα και Δήμητρα Λαρεντζάκη) οι οποίες απέπνεαν σιγουριά για τις κινήσεις τους, εμπιστοσύνη προς τον σκηνοθέτη τους και έδειχναν πολύ αφοσιωμένες στο ρόλο τους. Όπως προείπα, κατάφεραν επίσης να κάνουν ένα δύσκολο κείμενο να περάσει εύκολα στους θεατές. Λιγότερο βέβαιος για τον ρόλο του και ανασφαλής στη σκηνή φαινόταν ο Βαγγέλης Κρανιώτης. Μετά από υποχρεωτική αντικατάσταση κράτησε έναν ρόλο κι ο Σίμος Κακάλας κι είναι δύσκολο να κριθεί η εμφάνισή του. Η φωνή του σίγουρα ήταν κάπως περίεργη σε σχέση με όλο αυτό, σαν να σε “πετούσε” λίγο έξω.

Η μουσική- παραδοσιακή- έπαιζε παραδοσιακά θέματα από την περιοχή της Δράμας, ζωντανά καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης κι έδινε ρυθμό σε ηθοποιούς και θεατές. Έπαιζαν οι μουσικοί Κωστής Κυριτσάκης, Χρήστος Μπάρμπας, Γιάννης Παπαδόπουλος, Χάρης Πορφυρίδης και Γιώργος Μαυρίδης. Τη σύνθεση της μουσικής πραγματοποίησαν οι Κυριτσάκης και Μπάρμπας. Τις μάσκες, που ήταν εξαιρετικές κυρίως λόγω του μεγάλου μεγέθους τους, κατασκεύασε η Μάρθα Φωκά. Τα σκηνικά του Κέννυ ΜακΛέλαν ήταν απλά, λιτά και δείχνουν ότι από το τίποτα μπορείς να φτιάξεις κάτι. Να φτιάξεις θέατρο. Τα κοστούμια του ίδιου με ξένισαν είναι η αλήθεια, όσο κι αν μπορώ να το αιτιολογήσω, η αλήθεια είναι ότι δεν μου άρεσαν, αν και δεν ήταν και τα πλέον ενοχλητικά ή αντιαισθητικά. Θα προτιμούσα ίσως, περισσότερη ομοιγένεια. Τους φωτισμούς έκανε ο Περικλής Μαθιέλλης.

Εν κατακλείδι, η παράσταση αποτέλεσε έναν συγκερασμό εντελώς εγκαφελικών στοιχείων και στοιχείων πολύ πρωτόγονων. Προσπαθούσε να πατήσει πάνω και στις δύο αυτές περιοχές, την νοητική και την συναισθηματική και σε γενικές γραμμές τα κατάφερε. Ήταν – από προσωπικής άποψης- πολύ συγκλονιστικος ο μονόλογος με την σπουδή στο μαρασμό, χτύπησε κατευθείαν στο συναίσθημα. Στα αρνητικά, δεν υπήρχε κορύφωση -crescendo σε κάποιο σημείο της παράστασης, πράγμα που θα την απογείωνε, αλλά και κράτησε αρκετή ώρα, κουράζοντας τους θεατές στο τέλος. Σίγουρα είναι μια πολύ καλή παράσταση, που πιστεύω πως θα κέρδιζε πολλά περισσότερα αν παιζόταν, κι εδώ στη Θεσσαλονίκη, σε ανοιχτό χώρο.