Με ένα δημοτικό τραγούδι, στον απόηχο ενός θρήνου, με την φωνή μιας γυναίκας, ξεκίνησε η παράσταση, «Αυγά μαύρα».
Στη συνθήκη μιας επίσκεψης στήθηκε, σκηνοθετικά, η εικόνα της.
Μαύρο του πένθους, στον συμβολισμό των πασχαλινών αυγών, στο αναστάσιμο εθιμικό της άνοιξης, όπως πικρά αναφέρεται ως διαπίστωση με το τέλος της εξομολογητικής μαρτυρίας. Μαύρο, στον κύκλο των πολιτικών- τραυματικών γεγονότων του εμφυλίου, τα οποία ο συγγραφέας χρησιμοποιεί ως πλαίσιο αφήγησης της ιστορίας του.
Δύο αδέλφια τα πρόσωπα του έργου. Από το τοπίο της επαρχίας και με το στίγμα του εμφυλίου απάνω τους. Απόγονοι της προηγούμενης γενεάς και γονείς της επόμενης. Συναντιούνται στον εσωτερικό χώρο ενός σπιτιού, παίρνοντας τις ανάλογες προφυλάξεις, για να μην ενοχλήσουν τα άλλα πρόσωπα της οικογένειας, τα οποία απλώς κατονομάζονται, μα δεν μετέχουν στο εσωτερικό τους δράμα.
Η συνάντηση πυροδοτεί αντιδράσεις και αναβιώνει μνήμες στέρησης και ακύρωσης της παιδικής τους ηλικίας. Αποκαλύπτει τις περιπέτειες και τις στάσεις τους, στο γεγονός της καταδίωξης και του θανάτου. Θέτει σε συγκρουσιακό αναβρασμό τη σχέση τους, σχέση αίματος. Ανοίγει τους κρουνούς των αναμνήσεων με έκδηλη την αγωνία να συμπληρωθούν τα κενά της μνήμης. Εκεί, σ’ αυτήν την αγωνία, θα πατήσει και η εναγκαλιστική συμφιλίωση. Ο ένας είναι μία ψηφίδα ανάμνησης της ζωής του άλλου και πολύτιμη εικόνα της.
Αυτό το υλικό μιας μαρτυρίας, διαχειρίστηκαν οι δύο ηθοποιοί της παράστασης. Η Μαρία, της κ. Μ. Ανθίδου, έδωσε την εικόνα της γυναίκας που φέρει μέσα της πολλά τραύματα καθώς και αναπάντητα ερωτήματα, τα οποία θέτει με ένταση στον αδελφό της. Η ερμηνεία της, με εκφραστική ποικιλία, έδειξε την επιμονή και το παράπονο μιας γυναίκας, η οποία κρατάει το πείσμα της αδικίας και της ακύρωσης, στην εικόνα του σώματος που ξετυλίγει με παραστατικότητα και εμμονικές κινήσεις, το τραύμα του. Κάτω από το σκληρό κέλυφος της συναισθηματικής ακαμψίας, άφησε να φανεί η ρευστή ενέργεια της- τραυματισμένης- αγάπης, ζητούμενο της σχέσης με τα πρόσωπα της οικογένειας. Υπερασπίστηκε τη μοίρα της γυναίκας που έζησε πληγωμένη, χωρίς αγάπη, με πειστικότητα χρωματισμών ως την τελική στιγμή, στη συγκινητική σκηνή της συμφιλίωσης.
Ο Σπύρος, του κ. Κ. Αβραμίδη -και- σκηνοθέτη της παράστασης, είχε φυσικότητα και ειλικρίνεια. Διαχειρίστηκε την ένταση του ανθρώπου που επιβιώνει σε συνθήκες δύσκολες, την αντίφαση, τις καταστάσεις φόβου, την απώλεια. Πάλεψε για να αποκαταστήσει την αλήθεια του. Η σκηνοθετική του άποψη έδειξε με βιωματική απλότητα τη σχέση και ανέδειξε το πνεύμα του έργου. Ένα κείμενο με ρευστούς διαλόγους, προφορική αμεσότητα και κάποια επαναλαμβανόμενα μοτίβα, που τα χειρίστηκε έξυπνα, σε μικρές σκηνές αφήγησης, όπως η σκηνή του θανάτου της μάννας, την οποία κέντησε περιγραφικά πάνω στο σώμα του.
«Αυγά μαύρα», μαρτυρία μιας γυναίκας, στο θέατρο. Συνομιλία στον κλοιό μιας -ακόμη- αρχινισμένης ιστορίας.
Κείμενο: Διονύσης Χαριτόπουλος
Σκηνοθεσία -Μουσική επιμέλεια: Κώστας Αβραμίδης
Βοηθός Σκηνοθέτη: Γιώργος Σοφιαλίδης
Ηθοποιοί: Κώστας Αβραμίδης – Μαρία Ανθίδου
Κοστούμια: Αγγελική Τσαβέλη
Σκηνικά – Φωτισμοί: Θέατρο Άρατος.