Χωριά στης παιδικής ηλικίας το χιόνι…

Written by

Αέρηδες φυσούν στα παλιά χωριά και τα σπίτια τα βλέπεις μέσα στο πούσι,  παλιά, πέτρινα,  με ρωγμές και σκουριασμένες κλειδαριές. Τζάκια καπνίζουν κι ο καπνός ανεβαίνει στο σύννεφο της βροχής που στάζει απ΄τις σκεπές ως το χώμα που οσμίζεται την καταιγίδα.

Χιονίζει στα παλιά χωριά κι οι άνθρωποι μοιάζουν κουκκίδες στον τοίχο του χιονιού, στο χαρτί που γράφεται αργά σαν ιστορία κάθε μέρα.

Μυρίζεις το ξύλο, το βρεγμένο μάλλινο ρούχο κρεμασμένο στα σύρματα, την καμμένη κρέμα. Καμπάνες χτυπούν κι είσαι κοντά αλλά και σαν πολύ μακρυά κι ο δρόμος γυρίζει στο αγκομαχητό του λεωφορείου φορτωμένου καλάθια στην οροφή. Πέφτει χιόνι στην  έρημη πλατεία και στο καφενείο ένας αέρας κλειστός που ζυγίζει πίσω απ’ της ξυλόσομπας το μεγάλο μάτι, της οξιάς το δάκρυ. Στα ξύλινα τραπέζια σημαδεμένα από σουγιάδες,  πρόσωπα μιας απροσδιόριστης ηλικίας παίζουν χαρτιά και τάβλι. Σε παίρνει  μια μυρωδιά φασκόμηλου και τσίπουρου και ριπές αέρα στο στρόβιλο του χιονιού μόλις ανοίξει η πόρτα και το βλέμμα σταθεί μετέωρο για λίγο στο άνοιγμα.

Πάγωσαν οι πηγές, στο μονοπάτι απάτητο χιόνι, σπουργίτια στις μικρές αυλές, του παιδικού σου εαυτού το πολύ χιόνι.

Χιονίζει στα παιδικά χρόνια και οι  κουβέντες  της νύχτας για ξωτικά τρεμοπαίζουν αχνά. Αλλόκοτες ιστορίες, σκοτωμοί, φονικά,  πόλεμος. Καίνε οι λάμπες  και μεγαλώνουν οι σκιές στο κυματιστό φως, μπαίνουν στο όνειρο που μυρίζει σαπούνι Ερμής και κανέλλα. Γυρίζει το ροδάνι των ιστοριών  που αφήνουν ζεστή ακόμα στάχτη στις λεμονιές να μην παγώσουν.Όλη τη νύχτα ακούς το τριζοβόλημα της φωτιάς που ακούει κι αυτή σα γριά τις παλιές ιστορίες.

Γελούν οι γριές στα νυχτέρια. Λένε ιστορίες στη φωτιά μπροστά, πλέκουν κάλτσες με βελόνες λεπτές. Ανασηκώνουν τη φωτιά και σπινθιρίζει στο βλέμμα το αίνιγμα του χρόνου. Στον κόσμο. Στην αρχή του χρόνου.

Τρίζουν οι σκάλες κι ανεβαίνει το φεγγάρι ψηλά στον ουρανό του Ιανουαρίου,  πέφτει το χιόνι στον παγωμένο αέρα κι η λάμπα σβήνει απ’ τον ανασασμό της νύχτας που αλλάζει πλευρό και γίνεται μέρα. Άλλο ένα χαρτί  με μια ημερομηνία κι ένα στιχάκι ξεφυλλίζει το γέρικο χέρικι όλοι ξυπνούν. Οι πετεινοί, τα ρολόγια, τα μουλάρια, τα βιβλία στο παράθυρο. Αυτά φτάνουν ως την άκρη του κόσμου και το πηγάδι μουρμουρίζει παραμύθια στη χρυσή κλωστή μιας αχτίδας που αγγίζει το νερό. Μιας αχτίδας που χτυπάει στο τζάμι έναν ιριδισμό ζάχαρης μέσα στο πούσι.

Όλοι ξυπνούν ν’ ανάψουν φωτιά, να βράσουν το γάλα, να ζεστάνουν νερό, ν’ ανοίξουν δρόμο στο χιόνι, να ξεπροβοδίσουν τους αγωγιάτες , να φουρνίσουν ψωμί, να φέρουν νερό,  να ετοιμάσουν τραπέζι,να τινάξουν τα ψίχουλα,  να ανάψουν τις λάμπες, να στεγνώσουν τα μάλλινα σκούρα ρούχα,να πουν ιστορίες στη νύχτα. Στη νύχτα, που πέφτει απαλά πλάι στην προηγούμενη, με το κλάμα της νέας ζωής που ταλαντεύεται κι ύστερα ησυχάζει στον ύπνο κάτω από τον ουρανό του χιονιού που μοιάζει άστρο.Άστρο χιονιού ψαλιδισμένο, τρυφερό,  αιχμηρό, με πολλές γωνίες σαν χρωματιστό ζαχαρωτό. Ζαχαρωτό χιονιού άστρο.  Ζαχαρωτό άστρο στο χιόνι.

γράφει η Άγγελα Μάντζιου