Έρως ανίατος – Δημήτρης Μίγγας * κριτική

Written by

Βιβλίο μυθοπλασίας, που επιχειρεί να μιλήσει, για το επιτελούμενο έργο ενός συγγραφέα, ο οποίος επιδιώκει να γράψει ένα μυθιστόρημα για να εξετάσει το πρόβλημα της φθοράς και της ακύρωσης των ονείρων. Μυθιστόρημα ζωής, χρησιμοποιώντας ως σώμα μελέτης έναν ηθοποιό, σε ρεαλιστικές χωρο-χρονικές συνθήκες κρίσης και περιγράφοντας μια φθίνουσα πορεία ως τον θάνατό του.

Γύρω από την ιστορία του ηθοποιού, εμπλέκονται και άλλα –δευτερεύοντα- πρόσωπα καθώς και μία γυναίκα, η οποία συνδέεται μαζί του ερωτικά, στη σκιά αποδοχής μιας ιδιαίτερης κατάστασης. Ο συγγραφέας δοκιμάζει την βιωματική εμπειρία της αυτονόμησης των ηρώων του και κάποια στιγμή δέχεται την επίσκεψη της γυναίκας αυτής, την οποία και ο ίδιος ερωτεύεται και διεκδικεί, αφού με τη σειρά του αποδεχθεί το μυστικό της, ανοίγοντας δίοδο έκφρασης και για εκείνην στο μυθιστόρημα, εκπλήσσοντας ταυτόχρονα με την ανατρεπτική συνθήκη και τον φίλο του, στο τέλος της ιστορίας, όταν ο ήρωάς του πεθαίνει μόνος και η ζωή των υπολοίπων συνεχίζεται.

Βιβλίο δομημένο σε σύντομα κεφάλαια με ρεαλιστικούς τίτλους, γραμμένο σε τριτοπρόσωπη αφήγηση αλλά και σε πρωτοπρόσωπη, όταν οι ήρωές του, συμπληρώνοντας τον συγγραφέα, αφηγούνται εξομολογητικά τα γεγονότα από την δική τους προσωπική οπτική. Από το παρόν στο παρελθόν και ταυτόχρονα, χωρίς πολλά λογοτεχνικά στοιχεία, με έναν σεναριακού τύπου ρυθμό που περιγράφει εξωτερικά στοιχεία και γενικές καταστάσεις, ο συγγραφέας, χειρίζεται το υλικό της παρατήρησης από απόσταση. Παρατήρηση της πραγματικότητας, ως υλικό γραφής, που επικεντρώνεται σε έναν ήρωα και υπονοεί ταυτόχρονα και τον διαμεσολαβητή της γραφής, ακόμη και την επινόηση πως άλλος γράφει τελικά το μυθιστόρημα αυτό επάλληλα και εν αγνοία των προσώπων.

Ο χώρος της δράσης, εσωτερικός και εξωτερικός ταυτόχρονα είναι η πόλη της Θεσσαλονίκης και οι δρόμοι της. Σπίτια, περιοχές, μπαρ, θέατρα, απηχούν τις συζητήσεις των προσώπων και οριοθετούν έναν κύκλο ζωής, που διαταράσσεται από ανατροπές, φόβους, ματαιώσεις και έναν άδοξο- φυσικό και αναμενόμενο- θάνατο.

Ο κεντρικός ήρωας, κινείται στο όριο μεταξύ πραγματικότητας και φιλόδοξης φαντασίας, διχασμένος ανάμεσα σε προσωπεία και ρόλους, παρελθόν και παρόν , όπως και ο συγγραφέας, που αναζητά ερμηνευτικά κλειδιά στον χώρο της λογοτεχνίας και στην τέχνη της γραφής, η οποία δεν μπορεί να εξηγήσει πειστικά την πραγματικότητα. Μαζί αποτελούν τους δύο καλλιτεχνικούς πόλους, στο παιχνίδι της ζωής και των σχέσεων, που είναι ρόλοι και επιθυμίες, παραισθητικοί φόβοι και αβέβαιες ψευδαισθήσεις που τους κεντρίζουν αδηφάγα .
Θεατρικοί συγγραφείς, αποσπάσματα έργων και ήρωες, βιβλία, συγγραφείς και φράσεις, διατρέχουν το βιβλίο, το οποίο δεν αναπτύσσει εν τέλει βαθύτερα τα νοήματά του και κινείται με μιαν απροσδιοριστία και με μιαν αβεβαιότητα στους διαλόγους που αναπτύσσονται, όχι πολύ πειστικά, ως προσωπική έκφραση. Σε κάποια σημεία του κειμένου διαφαίνεται μια βιωματική, σκοτεινή συγκίνηση, σ’ ό,τι τραυματικό άφησε το παρελθόν: την απώλεια και εκεί λάμπει, για λίγο, το ουσιαστικό νόημα. Ακόμη είναι διακριτό, σε μικρή έκταση, ένα υποδόριο χιούμορ και ένα δημοσιογραφικό ύφος στο γενικό θέμα της κρίσης, της φθοράς και της απώλειας, πνευματικής και σωματικής, που ανιχνεύει το βιβλίο επαγωγικά, δια του παραδείγματος, ενός μυθιστορηματικού προσώπου-αντιήρωα.
«
«- Αναρωτιέμαι τι άραγε επιφυλάσσει για σένα στο τέλος της αυτή η ιστορία». Σελ. 321
«- Μα εγώ ισχυρίζομαι ακριβώς ότι βρισκόμαστε σε μια λογοτεχνική πραγματικότητα, πως είμαστε ήρωες σε μυθιστόρημα που γράφει κάποιος τρίτος!». Σελ. 150
«Εκείνος δεν τους βλέπει, είναι αλλού και άλλος». Σελ. 66
«- Πώς καταφέρνει κάποιος να υποκρίνεται; ρώτησε η Όλγα». Σελ.69
«Για πόσο όμως; Πόσο καιρό θα έβλεπε το είδωλό του και θα γνώριζε ποιος είναι;». Σελ. 236
«…ο ήρωας του Μπόρχες που: «Ήθελε να ονειρευτεί έναν άνθρωπο…και να τον μεταφέρει στην πραγματικότητα». Σελ. 139
«Κάποτε είχε υποδυθεί κι αυτός τον μπερδεμένο κι αναποφάσιστο Πρίγκιπα της Δανιμαρκίας…»
« Να ζεις. Να μη ζεις. Αυτή είναι η ερώτηση…
Ποιος προτιμάει να ζει ρημάζοντας μέσα στον χρόνο;». Σελ. 289
«Μάνα, έρχεται κάποιος και μου κλέβει τη ζωή, …δεν θ’ απομείνει τίποτα από μένα, μάνα». Σελ.296
«- Από την πείρα σου στον Χόρχε Λουίς θα ξέρεις βέβαια πολύ καλά ότι δεν βγαίνει κάποιος εύκολα από τους λαβυρίνθους». Σελ. 320

Έρως ανίατος
Δημήτρης Μίγγας
ISBN: 978-618-03-0347-6
Σελίδες: 328
Εκδόσεις Μεταίχμιο