Foxcatcher (2014)

Written by

Σκηνοθεσία: Μπένετ Μίλερ

Σενάριο: Νταν Φέτερμαν, Μαξ Φρειε

Παίζουν: Στιβ Καρέλ, Μαρκ Ράφαλο, Τσάνινγκ Τάιτουμ

Διάρκεια: 134′

Υπόθεση: Ο Μαρκ Σουλτζ, ο χρυσός ολυμπιονίκης της ελληνορωμαικής πάλης, δέχεται ένα τηλεφώνημα από τον πολυεκατομμυριούχο “δυνάστη” Τζον Ντε Ποντ. Τον καλεί να επισκεφτεί το τεράστιο κτήμα του και να προπονείται εκεί απολαμβάνοντας όλες τις ανέσεις που μπορεί να του προσφέρει. Παράλληλα καλεί μαζί του τον αδερφό και προπονητή του Μαρκ, τον Ντέιβιντ Σουλτς, επίσης χρυσό ολυμπιονίκη . Μετά την άρνηση του δεύτερου να αφήσει  τις υπάρχουσες οικογενειακές συνθήκες και να μετεγκατασταθεί, ο Μαρκ αναπτύσσει μία ιδιαίτερη σχέση πατέρα-γιου με τον ιδιότροπο Τζο Ντε Ποντ. Η άφιξη, μετά την νίκη του στο παγκόσμιο πρωτάθλημα, του Ντέιβιντ στο κτήμα του Ντε Ποντ, θα δημιουργήσει μία ιδιαίτερη τριάδα που το τέλος των σχέσεων της είναι κάτι παραπάνω από απρόβλεπτο.

Γιατί να την δω;: Ο Μπένετ Μίλερ, ο σκηνοθέτης του Καπότε, καταπιάνεται πάλι με μία αληθινή ιστορία και δη με μία ιδιαίτερη προσωπικότητα, αυτή του Τζον Ντε Ποντ. Ο Ντε Ποντ, γόνος δυναστείας, διαχειρίζεται μία τεράστια περιουσία που φτιάχτηκε από την “ενασχόληση” με την χημική βιομηχανία. Ζει μέσα στο τεράστιο παλάτι του υπό την σκιά της μητέρας του, που γεμίζει τα ράφια του σπιτιού με βραβεία από τις νίκες των αλόγων της. Η παρουσία της (ή καλύτερα η υπόνοια της παρουσίας της) πνίγει τον Ντε Ποντ, ο οποίος όντας ψυχικά ασταθής αδυνατεί να διαχειριστεί την μέσα του ανισορροπία και η έλλειψη ουσιαστικού κινήτρου τον “αναγκάζει” να φτιάξει τον δικό στάβλο, όχι με άλογα, αλλά με αθλητές της πάλης. Η ματαιότητα της ύπαρξης του συνοψίζεται στα ψεύτικα “διπλώματα” γνώσεων που κατέχει, όπως αυτό του προπονητή πάλης, του πτηνολόγου, τομείς με τους οποίους είναι εντελώς άσχετος αλλά παρ’ όλα αυτά με τα χρήματα του μπορεί να αγοράσει πτυχία, διπλώματα, αναγνώριση, αγάπη αλλά κυρίως σεβασμό. Αυτό το όπλο του όμως δεν περνά στην μητέρα του άρα για ανέβει στα μάτια της θα πρέπει να τς δίξει (και μαζί σ΄αυτήν και στον ίδιο του τον εαυτό) ότι μπορεί να επιβληθεί και αλλιώς, δηλαδή με τις γνώσεις, το κύρος και την εμπειρία του.

Στο πρόσωπο του Μαρκ βρίσκει αυτό που ψάχνει: έναν νέο, με έναν και μόνο στόχο (τα μετάλλια στην πάλη), χαμηλών τόνων, που θέλει να πείσει τον εαυτό του και τους άλλους ότι μπορεί και χωρίς την παρουσία του αδερφού του. Πέραν της άνετης ζωής που του προσφέρουν τα χρήματα του Ντε Ποντ, μπορεί να ασχοληθεί με την προπόνηση του στις καλύτερες δυνατές συνθήκες. Αλλά ας  μην γελιόμαστε, το βασικό του κίνητρο είναι να απογαλακτιστεί από τον μεγάλο του αδερφό. Να αποδείξει ότι είναι κάποιος και χωρίς αυτόν, ότι μπορεί- για πρώτη φορά στη ζωή του- να κάνει κάτι μόνος του, χωρίς τον άνθρωπο που τον μεγάλωσε. Θα λέγαμε πως με τον Ντε Ποντ έχουν τον ίδιο ακριβώς στόχο: να κάνουν πράματα μακρυά από την σκιά των “κηδεμόνων” τους. Η δύστροπη και παράξενη προσωπικότητα του Ντε Ποντ, η οποία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί άνετα ψυχασθενική, δεν λαμβάνεται υπόψιν από τον Μαρκ, ίσως από αφέλεια ίσως και επίτηδες μιας και μάλλον τίποτα δεν θέλει να σταθεί εμπόδιο στην φυγή του από τον Ντέιβιντ και στην χάραξη μίας καινούργιας πορείας, ολόδικης του.

Ένας Ντέιβιντ ο οποίος λατρεύει μέχρι θανάτου τον μικρό αδερφό απλά αυτός πέραν της πάλης έχει και μία ακόμα μεγαλύτερη αγάπη: την οικογένεια του. Ζει μία ισορροπημένη και ευτυχισμένη ζωή και αρνείται με πόνο καρδιάς να ακολουθήσει τον Μαρκ στην έπαυλη του Ντε Ποντ. Όταν όμως αντιλαμβάνεται ότι κάτι δεν πάει καλά με τον μικρό του αδερφό, τότε παίρνει την απόφαση και μαζί με την οικογένεια του πηγαίνει στο προπονητήριο του κτήματος του Ντε Ποντ για να προπονήσει την ομάδα της ελληνορωμαικής πάλης των ΗΠΑ. Εκεί, θα αντιληφθεί από πρώτο χέρι τα βαθιά ψυχολογικά προβλήματα του Ντε Ποντ αλλά δεν θα κάνει πίσω καθώς βλέπει πως οι συνθήκες ζωής ταιριάζουν στην οικογένεια του και πως τα παιδιά του είναι ευτυχισμένα. Η σχέση του με τον Μαρκ περνά από χίλια κύματα, όχι πάντως από δική του υπαιτιότητα. Στο πρόσωπο του, ο Μαρκ και Ντε Ποντ βλέπουν έναν κοινό “εχθρό”. Από την μία ο Μαρκ που θέλει να σταματήσει να επηρεάζει τόσο πολύ την ζωή του με την παρουσία του, που όμως χωρίς αυτήν δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα, και από την άλλη ο Ντε Ποντ, ο οποίος θέλει να τον αναγνωρίζουν και να τον σέβονται όπως σέβονται τον Ντέιβιντ.

Ο σκοτεινός κόσμος του χρήματος, η ματαιότητα της πλούσιας ζωής, η χωρίς λόγο προσπάθεια χειραφέτησης και τέλος αλλά και ολικώς η κενότητα του αμερικάνικου ονείρου μπαίνουν στο στόχαστρο της νέας ταινίας του Μπένετ Μίλερ ο οποίος φτιάχνει ένα εσωτερικό θρίλερ με βαθιά προβληματική γύρω από την ανάπτυξη των ανθρώπινων χαρακτήρων στον σύγχρονο δυτικό κόσμο. Το φαίνεσθαι συγκρούεται βιαίως με το είναι και το χρυσό περιτύλιγμα των ανθρώπων ρίχνεται στην πυρά όταν έχουν να αντιμετωπίσουν την ουσία της ύπαρξης τους. Καμία σχέση δεν κρατά αν δεν είναι ουσιαστική, αν δεν στηρίζεται στην αμοιβαία ειλικρίνεια, αν δεν χαλιναγωγείται από το χρήμα. Ο στόχος στην ζωή του ανθρώπου, η απάντηση του στην δυστυχία της ύπαρξης του γυρνά μπούμερανκ όταν δεν τίθεται με αυστηρά προσωπικά κριτήρια και δεν εμπίπτει σε μεθόδους εις άτοπον απαγωγής ούτε μετριέται σε δολάρια, μετάλλια και δόξα. Μία ταινία βαθιά εσωτερική, που η δίωρη θέαση της είναι απλά η κορφή του παγόβουνο. Ο θεατής καλείται, άθελα του μάλλον, να επεξεργαστεί τα στοιχεία που πήρα από το έργο και να τα αντιμετωπίσει ως μελλοντικά ερωτήματα στην προσπάθεια του να νοηματοδοτήσει την παρουσία του στη ζωή. Το κοινωνικό πλαίσιο των ΗΠΑ, του ομφαλού του σύγχρονου καπιταλισμού βοηθά την παρουσίαση της ακραίας εκδοχής της υστερίας του μέσου ανθρώπου να ονειρεύεται κάτι, πολλές φορές απροσδιόριστο διότι έτσι πρέπει.

Στον πρωταγωνιστικό ρόλο, ο αγνώριστος και υπέροχος, – τι υπέροχος;- μαγικός!- τι μαγικός- ανυπέρβλητος Στιβ Καρέλ που ερμηνεύει ανατριχιαστικά κοντά στην πραγματική εικόνα του Τζον Ντε Ποντ (έτσι τουλάχιστον σχολίασαν όσοι γνώριζαν τον πραγματικό Ντε Ποντ και είδαν την ταινία) αλλά δίνει στην ψυχασθένεια που προκαλεί η κενότητα του χρήματος μία τρομακτική ηρεμία και ταυτόχρονα μία αηδιαστική οπτική της γκλάμουρ αντιμετώπισης της ζωής. Έκπληξη και ο Τσάνινγκ Τέιτουμ που στον πρώτο του “σοβαρό” και απαιτητικό δραματικό ρόλο παίρνει κοντά στο άριστα καθώς προσεγγίζει μετρημένα και με σταθερότητα τον χαρακτήρα που έχει να ερμηνεύσει. Από κοντά και ο Μαρκ Ράφαλο που συνεχίζει τις υψηλές πτήσεις αν και σε ρόλο που δύσκολα θα τον σκεφτόταν κάποιος, αρκετά πιο εξωτερικός από τους άλλους δύο αλλά με περισσή άνεση στις στιγμές που πρέπει να πατήσει φρένο και να υπονοήσει πράματα.

Μαεστρική η καθοδήγηση του Μπένετ Μίλερ ο οποίος στο κομμάτι των ερμηνειών παίζει ακροβατικά με τον χρόνο, κρατά χαμηλά το τέμπο και φτιάχνει μία ατμόσφαιρα που κρύβει την έκρηξη που έρχεται προετοιμάζοντας υπομονετικά το έδαφος της. Μία από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς, που με την πάροδο του χρόνου θα σκαρφαλώσει ακόμα πιο ψηλά στο βάθρο των καλύτερων ταινιών όλων των εποχών καθώς όπως προείπα, αυτά που κρύβει κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας είναι πολλά και θέλουν καιρό να αφομοιωθούν αλλά και να παρατηρηθούν. Μην θεωρήσετε ότι η ταινία αμπελοφιλοσοφεί. Κάθε άλλο. Δεν μπαίνει στην διαδικασία να απαντήσει σε κανένα ερώτημα ούτε να βγάλει κάποιο συμπέρασμα. Αντιθέτως βάζει συνεχώς ερωτήματα που αρνείται πεισματικά να μπει στην διαδικασία να απαντήσει. Ε ας κάνουν και κάτι οι θεατές μόνοι τους!

Που την βλέπω;: Στην αίθουσα Παύλος Ζάννας στον κινηματογράφο Ολύμπιον.