Θεατρικοί μονόλογοι, συνεντεύξεις, σκέψεις εσωτερικής έντασης, γύρω από το πρόβλημα της ανεργίας και των ψυχολογικών κυρίως παραμέτρων της. Θέατρο μαρτυρία, ντοκουμέντο μιας ρεαλιστικής κατάστασης της πραγματικότητας της κρίσης, της κατάργησης του δικαιώματος της εργασίας, της όξυνσης της ανεργίας, της παρατεταμένης ανασφάλειας και των συνεπειών των σύνθετων αυτών προβλημάτων στις ζωές των ανθρώπων, σε κείμενο του καθηγητή κ. Ν. Παναγιωτόπουλου. Παράλληλα σκέψεις για την εργατική τάξη και την εργασία του Πωλ Λαφάργκ από το έργο το δικαίωμα στην τεμπελιά (1880), με μια μελαγχολική επισήμανση- στο τέλος του έργου- που παρακολουθούν οι θεατές και οι ηθοποιοί της παράστασης- ως θεατές- σε απόλυτη σιωπή.
Ένα βλέμμα, μιας στενόχωρης κατάστασης της οποίας γινόμαστε καθημερινά μάρτυρες με πολλούς τρόπους, στην τέχνη του θεάτρου που αφηγείται, περιγράφει, προτείνει. Τέσσερεις νέοι ηθοποιοί στη σκηνή σε εκδοχές μονολόγων-εσωτερικών φωνών, του πολυεπίπεδου πολιτικού ζητήματος της ανεργίας, σε συνομιλία απόδοσης ενός κειμένου με μια κοινωνιολογική-ψυχολογική διάσταση. Η σκηνοθετική ματιά –κ. Θ. Γκόνης, ακολούθησε το σκοτεινό περιεχόμενο των απαισιόδοξων σκέψεων του κειμένου και με υπαινικτικό τρόπο υπογράμμισε το ρεαλισμό των μαρτυριών δημιουργώντας εικόνες σε αντανάκλαση. Οι τέσσερεις ηθοποιοί με σύγχρονα ρούχα, είχαν εύπλαστες κορυφώσεις αναγνωρίσιμων κοινωνικών τύπων των μορφωμένων νέων ( γιατρός, καθηγητής, ψυχολόγος) αλλά και εκείνων των λαϊκών στρωμάτων που βιώνουν το ίδιο πρόβλημα σε διαφορετική έκφραση ερμηνείας. Οι μονόλογοι ακούστηκαν παράλληλα και παραληρηματικά με μεγάλη ένταση σε ερμηνείες δυνατές όπως αυτή της άνεργης στον ΟΑΕΔ, του άντρα που οδηγείται στον λαβύρινθο της τρέλλας νιώθοντας να τον βαραίνουν τα χρόνια πολλών γενεών με άξονες αναφοράς τη γενιά των γονέων κι εκείνη του παιδιού του, του γιατρού που καλείται να θεραπεύσει τον άρρωστο που βάλλεται πανταχόθεν, της νεαρής που συρρικνώνεται σε ένα ράφι αναμονής αναζήτησης τουκαταργημένου δικαιώματος της εργασίας.
Οι φωτισμοί της παράστασης –κ. Τ. Παλαιορούτας, δημιούργησαν ενδιαφέροντα οπτικά πεδία όπου ακούμπησαν οι σκιές και τα πρόσωπα, σε υπαινιγμούς μοναχικής έντασης ως τον πυρετό της τρέλλας αλλά και τρυφερής επικοινωνίας που επισκιάζει η επικείμενη απώλεια της εργασίας, η αβεβαιότητα που καταρρακώνει το σθένος και τη νεανική ελπίδα. Το σκηνικό της παράστασης- κ. Ε. Στρούλια ενδεικτικό του πνεύματος του κειμένου και με το υποδηλωτικό της ρεαλιστικής κατάστασης, σκάλες, καρέκλες αναμονής υπηρεσιών, πάγκοι, ράφια, μικρόφωνα, έδωσε το στίγμα του χώρου από τον οποίο ακούστηκαν τα λόγια των δύο κειμένων σε ενδιαφέρουσα συνομιλία. Το δικαίωμα στην τεμπελιά ως στόχος ευτυχίας. Το δικαίωμα στην εργασία ως κατάχρηση κατάργησης, ως ολοκληρωτική ακύρωση.
Η οδύνη των ανέργων και το δικαίωμα στην τεμπελιά, μια πρόταση σκέψης ενός σύγχρονου προβλήματος, ενός κειμένου που αν και δεν συνέλαβε όλες τις διαστάσεις του, φώτισε ως σκιτσογράφημα πλευρές του με ρεαλιστικό-εμπειρικό-βιωματικό τρόπο, προτείνοντας ως μία λύση το μοίρασμα λιγότερων ωρών εργασίας σε πολλούς όπως υπογραμμίζει η σκέψη του διανοητή του 19ου αιώνα Πωλ Λαφάργκ.
Εφόσον η ποσότητα της δουλειάς που απαιτείται από την κοινωνία είναι αναγκαστικά περιορισμένη από την κατανάλωση και την αφθονία της πρώτης ύλης, γιατί να καταβροχθίσουν μέσα σε έξι μήνες τη δουλειά ολόκληρης της χρονιάς; Γιατί να μην τη διανείμουν ομοιόμορφα στους δώδεκα μήνες και να υποχρεώσουν κάθε εργάτη να αρκεστεί σε έξι ή πέντε ώρες την ημέρα, για όλο το χρόνο, αντί να παραφουσκώνουν με τις δώδεκα ώρες για έξι μήνες;
Έχοντας την ασφάλεια της καθημερινής μερίδας δουλειάς που τους αναλογεί, οι εργάτες δεν θα ξαναζηλέψουν πια ο ένας τον άλλο, δεν θα κονταροχτυπιούνται πια για να αρπάξουν τη δουλειά από τα χέρια και το ψωμί από το στόμα του άλλου επομένως, εφόσον δεν θα είναι εξαντλημένοι στο σώμα και την ψυχή, θα αρχίσουν να καλλιεργούν τις αρετές της τεμπελιάς.
Αποκτηνωμένοι από τη διαστροφή τους, οι εργάτες δεν έχουν μπορέσει να κατανοήσουν το γεγονός ότι για να υπάρχει δουλειά για όλους, πρέπει να τη μοιράσουν όπως μοιράζουν το νερό σ’ ένα πλοίο που βρίσκεται σε κίνδυνο.
ΚΘΒΕ
ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας – Θοδωρής Γκόνης
ΚΕΙΜΕΝΟ
Νίκος Παναγιωτόπουλος ( Η οδύνη των ανέργων, εκδόσεις Πολύτροπον) – Πωλ Λαφάργκ (Το δικαίωμα στην τεμπελιά)
Σκηνοθεσία: Θοδωρής Γκόνης
Σκηνικά: Ελένη Στρούλια
Φωτισμοί: Τάσος Παλαιορούτας
Βοηθός Σκηνοθέτη: Κατερίνα Συμεωνίδου
Σύνθεση Κειμένου Παράστασης: Θοδωρής Γκόνης, Ελένη Στρούλια
Ερμηνεύουν οι: Ίρις Νικολάου, Κλέα Σαμαντά, Παύλος Σταυρόπουλος, Πέτρος Παπαζήσης.
γράφει η Άγγελα Μάντζιου