Σκηνοθεσία: Pablo Larrain
Παίζουν: Gael Garcia Bernal, Alfredo Castro, Antonia Zegres
Υπόθεση: Χιλή, 1988. Στην εξουσία βρίσκεται ο στρατηγός Πινοσέτ. Η χούντα αποφασίζει, έπειτα από διεθνείς πιέσεις, να προβεί σε διαδικασία δημοψηφίσματος για το αν οι πολίτες της χώρας θέλουν να συνεχιστεί η δικτατορία του Πινοσέτ ή όχι. Στην αντιπολίτευση δίνεται η ευκαιρία μέσω της ελεγχόμενης κρατικής τηλεόρασης να παρουσιάσει σε ένα δεκαπεντάλεπτο σποτ τις θέσεις της. Καλείται λοιπόν ένα ειδικός επί των διαφημίσεων, ο Rene Saaverda, γνήσιο τέκνο αριστερών, να φτιάξει ένα όσο το δυνατόν καλύτερο σποτ για να πειστούν οι πολίτες της χώρας ότι πρέπει να ψηφίσουν ΟΧΙ στην συνέχιση της διακυβέρνησης του Πινοσέτ.
Γιατί να την δω;: Το θέμα που πραγματεύεται η ταινία είναι αμιγώς πολιτικό. Η 11η Σεπτεμβρίου είναι μία μαύρη επέτειος πολύ πριν πέσουν τα αεροπλάνα στους δίδυμους πύργους. Είναι η μέρα που ο Πινοσέτ ανατρέπει τον δημοκρατικά εκλεγμένο Αλιέντε και κηρύσσει την χώρα υπό στρατιωτικό καθεστώς. Ήταν 1974 όπου η χώρα της Λατινικής Αμερικής, με την συνδρομή των ΗΠΑ, μπαίνει σε μία μακρά περίοδο ελεεινής δικτατορίας η οποία θα τερματιστεί πολλά χρόνια αργότερα (12 Μαρτίου του 1990).
Η αρχή του τέλους έρχεται από αυτό το δημοψήφισμα για το οποίο μας μιλά η ταινία. Το 56% του λαού ψηφίζει αρνητικά στην συνέχιση για μία ακόμα οκταετία της διακυβέρνησης του στρατηγού Πινοσέτ. Για να γίνει αυτό, έπρεπε να συμβάλει η δυναμική που βγαίνει από τον συνδυασμό της εικόνας και του ήχου. Ποτέ άλλοτε ένα διαφημιστικό σποτ δεν έλαβε τόσο μεγάλης σημασίας από τους δημιουργούς του. Για να φτάσουν όμως στο τελικό αποτέλεσμα, έπρεπε να συγκρουστούν δύο επιμέρους κόσμοι. Από την μία η παραδοσιακή (δυσκοίλια) αριστερά που ήθελε να φτιάξει ένα σποτ άχρωμο και άγευστο και από την άλλη η νέα αριστερά που πίστευε πως για να προσεγγίσεις τον λαό πρέπει να αλληλοεπιδράσεις με τα γούστα του, τις αρχές του και την αντίληψη του.
Αυτή η πολιτική κριτική του Larrain στο φαίνεσθαι και στο είναι, στην ανανέωση των ιδεών απέναντι στην παλιά μονολιθική αντίληψη βρίσκει το κοινό και την αποδοχή που της πρέπει. Διότι τελικά αυτό που μετρά σε μία οποιαδήποτε πολιτική μάχη καταμέτρησης είναι το αποτέλεσμα. Βαθιά διαλεκτική η εναλλαγή των σεκάνς και μια προϋπάρχουσα σύγκρουση θέσης-αντίθεσης που τελικά οδηγεί στην λύτρωση και την απελευθέρωση από το κουτί της Πανδώρας των δινών για την παλιά αριστερά που αν και μαχόμενη χάνει την μαρξιστική της βάση.
Τα έντονα στοιχεία της αποστασιοποίησης και τα κεντρικά διλήμματα του καλού, του ορθού και των «πρέπει» παρουσιάζονται με ντοκυμενταρίστικο στυλ άψογα ταιριαστό στην όλη δημοσιογραφικής υφής ιστορία που παρουσιάζεται. Ένας κινηματογράφος κινούμενος στα όρια του ρεπορτάζ, μία κάμερα παρατηρητής, μία σκηνοθεσία ντροπαλή, ηθοποιοί συνδημιοργοί του τελικού αποτελέσματος, ελεύθεροι στο να φτιάξουν από το αρχικό σενάριο μέχρι και το κλείσιμο του ματιού στον μοντέρ για τις τελικές επιλογές των πλάνων και μία σχέση θεατή-σκηνοθέτη απολύτως ειλικρινής και διαφανής.
Η ωριμότερη πολιτική ταινία χωρίς πολιτικό κέντρο, με ένα θέμα τελικά καθόλου πολιτικό, με μία κριτική πάνω στο σινεμά, με ενστάσεις πάνω στο αν και πόσο η προσέγγιση της σύγχρονης αριστεράς συμπορεύεται με τον βηματισμό της κοινωνίας, γυμνή από οποιοδήποτε συναισθηματισμό, ανθρώπινη και τελικά ειλικρινής στα όλα της. Μία ανάσα στην πολιτική κουλτούρα των κινηματογραφιστών, ένας εξοστρακισμός των στρατευμένων σκηνοθετών και μία γροθιά στο στομάχι των παραγωγών. Keep on filming in a free world!