«…Άμα είναι να βάλεις τις φωνές, δεν είσαι καθόλου κουρασμένη , της λέω.
Τι θες να κάνω , αφού μόνο με τις φωνές ακούς.
Με εξουθενώνεις
Κι εσύ το ίδιο.
Έτσι μου ‘ρχεται να σηκώσω το χέρι και να τη χτυπήσω.Αν το κάνω, θα καταλάβει. Με τους δικούς μας γινόμαστε αναγκαστικά πολιτικάντηδες, διπλωμάτες. Κρατιέμαι για να μην της πω Σούζαν, δεν καταλαβαίνεις ύστερα από τόσα χρόνια αυτή είναι η τελευταία νύχτα που περνάμε μαζί;»
Ο ήρωας αυτής της ιστορίας, παντρεμένος με τη Σούζαν και με δύο γιους πέντε και τριών ετών αποφασίζει να εγκαταλείψει τη βαρετή οικογενειακή ζωή, σκέφτεται να εγκατασταθεί προσωρινά στο μικρό διαμέρισμα του φίλου του Βίκτωρα, ο οποίος ζει μόνος ύστερα από το χωρισμό του.
«…Νιώθω ξένος στο σπίτι μου.Αύριο το πρωί θ’ ανοίξω πανιά γι’ αλλού. Γεια χαρά».
Στις «οικείες απιστίες» ο ήρωας σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση αποφασίζει να εγκαταλείψει τη συζυγική εστία γιατί αναζητά ελευθερία επιλογών, ονειρεύεται να ξανασυναντήσει τη Νίνα, τη νεαρή ερωμένη του την οποία ποθεί και επιθυμεί να ξαναδεί γιατί η ανάμνησή της τον ξαφνιάζει. Ο φίλος του Ασίφ και η γυναίκα του Νάτζιμα, ζουν μια ήρεμη οικογενειακή ζωή και αποτελούν παράδειγμα σταθερότητας και οικογενειακής γαλήνης.Ο Βίκτωρ από την άλλη πλευρά, έχει χωρίσει με άσχημο τρόπο ,ζει μόνος και ψάχνει επιβεβαίωση σε νέους έρωτες. Οι γονείς του αποτελούν παράδειγμα προς αποφυγήν και ο ίδιος βασανίζεται από επίμονες σκέψεις για ό,τι αφορά την οικογενειακή-συζυγική ζωή, τον έρωτα, την ελευθερία,την ηθική,τα συναισθήματα. Ο χαρακτήρας της γυναίκας του περιγράφεται ρεαλιστικά αντιφατικός, τα αδιέξοδα της σχέσης τους τα διαχειρίζεται –έναντι αδράς αμοιβής- η επιστήμη της ψυχανάλυσης.
Ο ήρωας του βιβλίου, με ζωηρή σκέψη, πηγαίο χιούμορ και κυκλοθυμική μελαγχολία, περιγράφει το οικείο της φθοράς αλλά και τον αόρατο δεσμό των στέρεων νημάτων που κρατούν τις σχέσεις, την οικογένεια, το γάμο και αμβλύνουν τις αντιφάσεις της καθημερινότητας.
Οι αντιφατικές σκέψεις, η εκδίκηση, η κατάκτηση της ατομικής ελευθερίας,το μυστικό της φυγής του μόλις ξημερώσει και η εικόνα της γυναίκας του, που κοιμάται αυτό το βράδυ ανυποψίαστη, μυστικές φωνές, αναμνήσεις και παιδικές φράσεις δημιουργούν ένα μίγμα σκέψεων έντασης και προβληματισμών για την ωριμότητα της απόφασης. Ωστόσο όταν ξημερώσει και τα παιδιά φύγουν για το σχολείο και η Σούζαν για τη δουλειά της,θα γράψει ένα βιαστικό σημείωμα και θα κάνει το τολμηρό βήμα να βγει στον ήλιο του Λονδίνου ξεκινώντας την απόπειρα ελευθερίας που θα τον οδηγήσει στο σπίτι του φίλου του όπου θα διαπιστώσει πως προλαβαίνει να γυρίσει πίσω προτού βρει εκείνη το σημείωμα . Ο φίλος του είναι ερωτευμένος,το ακατάστατο διαμέρισμα τακτοποιημένο κι ο ίδιος νιώθει λίγο άβολα σ’ αυτό το χώρο που δεν έχει πού να ακουμπήσει τα πράγματά του.
Μπορεί το μυθιστόρημα να μην έχει χαρακτήρες, πλοκή και δράση, θίγει όμως ζητήματα όπως ο γάμος, η ελευθερία,το σεξ και η αναζήτηση του καινούργιου ενδιαφέροντος,ο ρόλος του πατέρα και του συζύγου, ανησυχίες και σκέψεις που αφορούν τη συμβίωση, την πληρότητα, την ευτυχία.Μιλάει για συγγραφείς,για βιβλία, για μουσικές, για το χρόνο. Διάλογοι και συζητήσεις δίνουν την αληθοφάνεια του καθημερινού, η πρωτοπρόσωπη αφήγηση έχει αμεσότητα, εγγύτητα ψευδοδιαλόγου με τον αναγνώστη, η εσωτερική ένταση εκφράζεται ρητά και ακουμπά οικείες καταστάσεις που γυρεύουν λύση.
«Περπατούσαμε μαζί, χαμένοι στις σκέψεις μας. Δεν θυμάμαι το χώρο ούτε το χρόνο. Ήρθες κοντά μου, μου χάιδεψες τα μαλλιά, μου έπιασες το χέρι. Ναι, αυτό το θυμάμαι καλά. Κρατούσες το χέρι μου και μου μιλούσες τρυφερά. Ξαφνικά, είχα την αίσθηση ότι ο κόσμος είναι τέλειος, η ευτυχία μου απόλυτη. Είχα τα πάντα. Τίποτα δεν μου έλειπε. Τίποτα δεν είχα να επιθυμήσω. Όλες μου οι προσδοκίες είχαν εκπληρωθεί, σε μια στιγμή. Αυτό, ακριβώς, πρέπει να είναι η αγάπη».
Η αφήγηση συστρέφεται από το παρόν στο παρελθόν, στις ηλικιακές τροχιές της νεότητάς του, στους ρόλους,στο γονεϊκό πρότυπο,στο παρόν της ενήλικης ζωής, στους δυο γιους του, στις αναπολήσεις στιγμών που ηχούν μέσα του τόσο αποτρεπτικά όσο και εκλογικευμένα ενθαρρυντικά στην υλοποίηση της απόφασης να εγκαταλείψει αυτό που είναι μέχρι τώρα η ζωή του. Οι αντιφατικές σκέψεις εκφράζονται με ένταση,ειλικρίνεια,ζωηρότητα και έκδηλο χιούμορ και ο ήρωας ευάλωτος, αντιφατικός, χωρίς ωραιοποίηση γυρεύει το βλέμμα του άλλου προσώπου για να ζήσει στο παρόν το όνειρο της ευτυχίας.Θεωρητικές αναλύσεις,το προσωπικό βίωμα, η παρατήρηση της οικογενειακής ζωής στο Δυτικό κόσμο, συνήθειες της Ανατολής, προβάλλουν στον κοινωνιολογικό καθρέφτη ερμηνείες συμπεριφοράς και αντίδρασης.
«…Πώς μας κατακλύζει το παρελθόν.Η αναπόλησή του μαςαναγκάζει να ζούμε σε μια στιγμή όλες τις μέρες της ζωής μας.Τα βιβλία που εξακολουθώ να αγαπώ είναι εκείνα που επηρέασαν τον πατέρα μου, Ευρωπαίοι συγγραφείς του δέκατου ένατου αιώνα, κυρίως οι Ρώσοι.
Η ιστορία επαναλαμβάνεται. Οι γιοι μου επαναλαμβάνουν τα λόγια μου με τις λεπτές φωνούλες τους, με κοιτάζουν με θαυμασμό, σκοτώνονται ποιος θα πρωτοκάτσει δίπλα μου. Τους αφήνω. Τι θα έλεγε ο πατέρας γι’ αυτό;»
«…Σε πείσμα ακόμα και του ίδιου μας του εαυτού, ξέρουμε πολύ καλά τι μας αρέσει και τι όχι. Τα σφάλματα, οι παρεκτροπές δεν είναι παρά φωτεινά διαλλείματα. Ίσως το μόνο που αξίζει πραγματικά στη ζωή να είναι αυτό που δεν τολμάμε να αναζητήσουμε…»
«Όταν ήμαστε παιδιά, μας ζητούσαν πολλές φορές να γράψουμε –Τι έκανα σήμερα. Τώρα έχω την αίσθηση ότι συμπληρώνω έναν κατάλογο: Τι δεν έκανα σήμερα. Τι δεν έκανα σ’ αυτή τη ζωή».
«Τελεία και παύλα. Δεν είναι ζωή αυτή. Η φαντασία μας είναι αυτή που δημιουργεί τον κόσμο.Τα μάτια μας του δίνουν ζωή ,όπως τα χέρια μας του δίνουν σχήμα. Το καινούργιο είμαστε αναγκασμένοι να το ανακαλύψουμε, να το δημιουργήσουμε μόνοι μας».
«Βγάζω από το ντουλάπι το εκδρομικό μου σακίδιο. Τι παίρνεις μαζί σου όταν σκοπεύεις να μην ξαναγυρίσεις; Ρίχνω στο σακίδιο ένα βιβλίο- ένα κείμενο του Στρίντμπεργκ, που μελετώ αυτό τον καιρό- ύστερα το βγάζω και το αφήνω στη θέση του. Στέκομαι αιώνες και κοιτάζω γύρω σαν χαμένος»
«Εμπρός. Μην κωλώνεις. Τι να φοράνε άραγε οι φυγάδες; Πρέπει να κάνω έναν κατάλογο, όπως με έμαθε η Σούζαν. Στο σπίτι του Βίκτωρα, δεν θα’ χει χώρο για τα ρούχα μου».
«Ποιος επιστήμονας είπε ότι τα σώματα ποτέ δεν συναντιούνται;Χαϊδεύω την πλάτη της.Είμαι βέβαιος πως αισθάνεται τις σκέψεις μου, νιώθει πως τη θέλω. Αν ξυπνήσει, με αγκαλιάσει και μου πει πως μ’ αγαπάει, θα πέσω πλάι της και δεν θα την εγκαταλείψω ποτέ.Αλλά πού τέτοια χάρη».
«Μπαμπά, μοσχοβολάς πατέρα».
«Ποτέ δεν έπαψε να με εκπλήσσει το γεγονός πως στις σωστές σχέσεις, ακόμα κι αν έχουν περάσει χρόνια, αναδύονται αιφνιδίως ανυποψίαστες πλευρές των ανθρώπων, λες και τις έφερε στο φως αρχαιολογική σκαπάνη.Θέλω να πω:Έτσι ακριβώς έχουν τα πράγματα».
«Θα μου λείψει αυτό το δωμάτιο».
«Τηλεφώνησε εκείνη η κοπέλα.
Ποια κοπέλα;
Η Νίνα. Έμαθε πως ψάχνεις να τη βρεις.
Μου δίνει ένα κομμάτι χαρτί. Παίρνω το τηλέφωνο κι αρχίζω να σχηματίζω τον αριθμό. Αφήνω το ακουστικό στη θέση του. Αργότερα, λέω. Έχουμε καιρό».
ΧΑΝΙΦ ΚΙΟΥΡΕΪΣΙ
ΟΙΚΕΙΕΣ ΑΠΙΣΤΙΕΣ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΠΟ ΤΑ ΑΓΓΛΙΚΑ ΜΑΡΙΑ & ΕΛΕΝΗ ΠΑΞΙΝΟΥ
