«Μόνον οι άπιστοι μπορούν να πιστέψουν στ’ αλήθεια…» Εις γην Χαναάν – Σεμπάστιαν Μπάρυ

Written by

Πρώτη μέρα χωρίς τον Μπιλ

«Πάει ο Μπιλ μου.Τι ήχο να κάνει άραγε μια ογδονταεννιάχρονη καρδιά που ραγίζει; Μπορεί να μην διαταράσσει καν τη σιωπή, και το δίχως άλλο ως ήχος θα  ‘ναι αχνός πολύ».

………………………………………………………………………………………………………………………………….

Δέκατη έβδομη μέρα χωρίς τον Μπιλ

«Κλείνω τον κύκλο κι επιστρέφω στην αρχή».

semΤο  βιβλίο «Εις Γην Χαναάν», του Ιρλανδού συγγραφέα Σεμπάστιαν Μπάρυ, αφηγείται την ιστορία μιας ζωής επικηρυγμένης , την απόδραση από την Ιρλανδία στην Αμερική αναζητώντας τη γη Χαναάν,  τη λήθη, την αποφυγή της μοίρας.Ένας άντρας και μια γυναίκα   ταξιδεύουν με πλοίο με τα αληθινά τους ονόματα και εφοδιασμένοι με ψεύτικα χαρτιά από τη γη του αίματος στη γη της ελευθερίας. Προστίθενται  στην αρχινισμένη ιστορία ενός έθνους μεταναστών, όπου ιστορίες, ονόματα, προθέσεις,  μπερδεύονται με την ταραγμένη ιστορία του έθνους καταγωγής,  ανοίγοντας τον κύκλο του φόβου, του θανάτου, του έρωτα, της προδοσίας αλλά και της φιλίας, της συμφιλίωσης, της συγχώρεσης.

«Κρυώνω γιατί δεν μπορώ να βρω την καρδιά μου».

Η Λίλι Μπιρ,  είναι η αφηγήτρια αυτής της ιστορίας που η μοίρα  θα την οδηγήσει μακρυά από την οικογένειά της  σε μια χώρα όπου αυτή κι ο αρραβωνιαστικός της Τατζ Μπιρ  θα προσπαθήσουν να επιβιώσουν απαρατήρητοι,  μέχρι τη μέρα που η επίσκεψη στο μουσείο θα αποβεί μοιραία για τη ζωή τους όταν μπροστά στα μάτια της ένας άγνωστος πυροβολεί τον σύντροφό της, την ώρα που εκείνος κοιτάζει  με έκπληξη –γιατί πιστεύει ότι του μοιάζει-ένα πορτραίτο του Βαν Γκογκ .

Αυτός ο θάνατος γεμίζει τη ζωή της τρόμο μιας επικείμενης απειλής θανάτου που αφορά και την ίδια.Αποφασίζει να φύγει σε άλλη πόλη και ύστερα από πολλές περιπέτειες γνωρίζει τη φιλία,τη συμπόνια και τον έρωτα. Προσλαμβάνεται,  με τη μεσολάβηση μιας φίλης της,  στο σπίτι της κυρίας  Γουόλοχαν   ως οικιακή βοηθός και μαγείρισσα, γνωρίζει τον Τζο Κίντερμαν,  παντρεύονται και εκείνος την εγκαταλείπει-κρύβοντας μέσα του ένα μυστικό καταγωγής-  όντας εκείνη  έγκυος.Θα γεννήσει τον Εντ κι όταν εκείνος μεγαλώσει θα καταταγεί στο στρατό ως ναρκαλιευτής.Όταν επιστρέψει από το Βιετνάμ ως σκιά του εαυτού του,  θα εγκαταλείψει τη μητέρα του και θα ζήσει στα βουνά των Ινδιάνων Τσερόκι.Μέχρι τη στιγμή που με τη μεσολάβηση ενός φίλου, θα μάθει ότι έχει ένα παιδί τον Μπιλ, η μητέρα του οποίου έχει πεθάνει. Η  ίδια αναλαμβάνει να το μεγαλώσει παρά τη μεγάλη της ηλικία.Ο θάνατός του –αυτοκτονία –στο χώρο του σχολείου ύστερα από την επιστροφή από τον πόλεμο του κόλπου,  θα συντρίψει τη ραγισμένη καρδιά της και θα την οδηγήσει στην απόφαση να πεθάνει δεκαεπτά μέρες μετά το χαμό του.Η  καταγραφή του πόνου της την οδηγεί στην εξιστόρηση,  εν είδει ημερολογίου,  της ζωής της.  Ακολουθεί τη ροή των αναμνήσεων που την οδηγούν στην οικογένειά της στην Ιρλανδία , στην ανάμνηση του πατέρα της Τζέιμς Πάτρικ Νταν,  διευθυντή της Μητροπολιτικής Αστυνομίας του Δουβλίνου, του αδελφού της Γουίλι,  που σκοτώθηκε στον πόλεμο νέος. Οι αδελφές της Άννι και Μωντ,η αλληλογραφία τους , η ζωή τους, η νοσταλγία, τα συναισθήματα, μνήμες  του παρελθόντος, η γνωριμία με τον φίλο του αδελφού της Τατζ Μπιρ, η απόφαση του πατέρα της-αξιωματικού του Βρετανικού στέμματος- να φύγουν βιαστικά, άμεσα,  από τη γενέθλια γη προτού αρχίσει ο κύκλος του αίματος και της εκδίκησης,ύστερα από ένα αιματηρό επεισόδιο με τους αυτονομιστές,   καταγράφονται στην εξιστόρησή της.Στο παρόν μιας περιπλάνησης σε μια γη όπου ένα κομμάτι του παλιού εαυτού της θα μείνει κρυμμένο από όλους.Οι μεγάλες πολιτείες Σικάγο, Νέα Υόρκη,θα οδηγήσουν τη ζωή της στους άξονες των μυστικών που κουβαλούν τα πρόσωπα που την περιβάλλουν, στη θαλπωρή και στη συμπαράσταση, στην προσαρμογή σε κάτι που παραμένει ξένο, στον πόνο του θανάτου.Ο χρόνος που κυλάει  και η παλινδρομική μνήμη καταγράφουν την ιστορία προσώπων πέρα από το όριο μιας οικογένειας, μιας πατρίδας, μιας μοίρας.Ιστορίες πολέμων ,Ιστορία μιας χώρας.Της Ιρλανδίας του εμφυλίου, του πρώτου  παγκοσμίου  πολέμου ,του πολέμου του Βιετνάμ, του Κόλπου.Συζητήσεις,μικροχαρές, φαγητά, αγώνας ζωής, ένα μωσαϊκό εθνοτήτων,ένας Αρμένος , ένας Ιταλός κι ένας Έλληνας φίλος , ο κύριος Ευγενίδης,το στιβαρό και λεπταίσθητο άγγιγμα της φιλίας, η υποστήριξη της ζωής που ανθίζει και χάνεται τόσο άδοξα,ο κύκλος που κλείνει με μια εικόνα της αρχής.Μια αρκούδα  που χορεύει και πέφτει νεκρή.Στο παλιό της σπίτι στην ατμόσφαιρα μιας γιορτής. Στη σκιά της μνήμης, στη δύση μιας ζωής.

«Δε συνέβησαν και πολλά στο σπίτι εκείνη τη βραδυά εξόν από το πένθος. Το πένθος που πρώτα κάθισε εντός μας κι έπειτα διέρρευσε στις καρέκλες, κι εντέλει ως και στους τοίχους και στο ασβεστοκονίαμα. Παίρνω όρκο πως ακόμα εκεί θα βρίσκεται, φτάνει να υπήρχε άνθρωπος με ψυχή  να  το νιώσει, κάποιος που να ‘ξερε τον Γουίλι Νταν, ένα όνομα χαμένο στην ιστορία του κόσμου».

«Μ’ αρέσουν οι ιστορίες που λέει ο κόσμος, από στόμα σε στόμα- ή απ’ την πάνω τρύπα, όπως το λέγαμε στην Ιρλανδία. Απλές ιστορίες,  αυθόρμητες, αστείες.Όχι ψυχοπλανταγμένα παραμύθια της Ιστορίας. Κι έχω χορτάσει Ιστορία όλη μου τη ζωή απ’ τη ζωή μου την ίδια, χωρίς καν να αναφέρω τη ζωή της αφεντικίνας μου, της κας Γουόλοχαν. Πρόκειται βεβαίως για επώνυμο Ιρλανδικό, και υποθέτω πως αυτό το γ στην αρχή προστέθηκε στην Αμερική, πριν από χρόνια πολλά, σ’ άλλη γενιά. Διότι ένα πράγμα έχω παρατηρήσει ως προς τις λέξεις στην Αμερική, ότι δεν κάθονται στ’ αυγά τους.Όπως και οι άνθρωποι».

«Φόβοι παλιοί χυμήξανε πάλι. Ακόμα κι έπειτα από τόσες δεκαετίες, και μόνο η σκέψη πως κάποιος με αναζητούσε γέμιζε την καρδιά μου τρόμο, αν την είχε αφήσει και ποτέ ο τρόμος, και δεν είχε απομείνει εκεί σαν  σωρός από  προσάναμμα που περίμενε την πρώτη σπίθα».

«…Ήταν μια παλιά φωτογραφία του Τατζ απ’ το μακρινό παρελθόν, με τη στολή του πολιτοφύλακα, το πρωί που κατετάγη. Πώς είχε φτάσει στα χέρια του; Ούτε εγώ δεν την είχα…Το γράμμα ήταν δακτυλογραφημένο κι είχε ως παραλήπτη έναν άντρα ονόματι Ρόμπερτ Ντόχερτι…Εγώ είμαι ο Ρόμπερτ Ντόχερτι, είπε.Ο άνθρωπος που σκότωσε τον άντρα μου;Το μυαλό μου στριφογύριζε, η συμπόνια μου για τον κο Νόλαν έπηζε μες στα στήθη μου, όπως όταν στάζει κανείς λεμόνι μέσα σε γάλα…»

«Μόνον οι άπιστοι μπορούν να πιστέψουν στ’ αλήθεια, μόνον οι χαμένοι μπορούν να κερδίσουν αληθινά».

Το βιβλίο του Σεμπάστιαν Μπάρυ «Εις Γην Χαναάν»,καταγράφει με σπαρακτική αληθοφάνεια την ψυχολογία μιας υπερήλικης γυναίκας που τα βέλη της τυχαιότητας και της ιστορίας του έθνους της,  διαπερνούν τη ζωή της, την ανατρέπουν, την οδηγούν στη μοναξιά, στη νοσταλγία, στην αναζήτηση της λήθης σε μια νέα Χαναάν.Η εξομολογητική διάσταση , η προσωπική καταγραφή, η βιωματική και λεπταίσθητη  εξιστόρηση, δίνουν συμβολική διάσταση σε μια ιστορία ζωής που είναι ταυτόχρονα Ιστορία ενός έθνους σε αντιστροφή.

Τραγικότητα και χιούμορ,  θρησκευτικότητα και ηθική, συναίσθημα  και λογοτεχνική αποστασιοποίηση, κινηματογραφική και ψυχογραφική διερεύνηση του δρόμου της νοσταλγίας, της ταυτότητας, της ύπαρξης, της ζωής των ανθρώπων στη μικροκλίμακα ενός  κύκλου  σκέψης μυθιστορηματικής, αποκαλύπτουν έναν ευαίσθητο, οξυδερκή παρατηρητή που συνδυάζει αφηγηματική ικανότητα, διεισδυτική εμβάθυνση στη γυναικεία  ψυχοσύνθεση, στην έκφραση των συναισθημάτων, στη λογοτεχνική περιγραφή. Θέματα όπως η τυχαιότητα, η καταγωγή ως γενετικός κώδικας, η αλήθεια, η επινόηση ως παραμύθι ζωής,μυστικά που κρύβονται σε εσωτερικές κόχες, η  φυλετική αγωνία, η αναπόδραστη μοίρα, δίνουν φιλοσοφική διάσταση στη  σύνθετη σκέψη του  συγγραφέα, που διαβάζει  στα παλιά κείμενα του Θουκυδίδη και του Ομήρου το σύγχρονο δράμα.

Οι αναλογίες, οι παρομοιώσεις, οι εσωτερικές φωνές, αποκαλύπτουν μια ηρωίδα δυνατή, στο θάμπος του θαύματος της ζωής, αυτό  που ολοκληρώνει τον κύκλο της  δικής της ζωής,  στο όριο της αρχής και στην επιλογή του τέλους. Στο θάνατο μιας υπερήλικης θρυμματισμένης πορσελάνινης καρδιάς, σαν την ανάμνηση του θρυμματισμένου ήχου της πορσελάνινης κούκλας της τετράχρονης Λίλις στο λιθόστρωτο δάπεδο του καθεδρικού της οδού  Μάρλμπορο. Σε μια μακρινή εποχή μιας νεότητας που είδε το αίμα και άκουσε τον ήχο του όπλου. Το θάνατο μιας αρκούδας. Συμβολισμός πολιτικός που θα διαταράξει την αθωότητα της παιδικής εξιδανίκευσης του πατρικού συμβόλου, θα εκτινάξει τη σταθερότητα της ζωής της, θα ανοίξει τον κύκλο του αίματος. Για να γραφεί η Ιστορία. Για να επινοηθεί το μυθιστορηματικό προσωπείο. Για να ειπωθεί μία ακόμα ιστορία… Από την οπτική του νικημένου και του νικητή το όριο ως άγραφη ύλη.  Κλείνει ο κύκλος  του αφηγηματικού χρόνου στις σκιές μιας ζωής ως ανάμνηση  προγονικής καταγωγής και  εθνικής ταυτότητας.

ΣΕΜΠΑΣΤΙΑΝ ΜΠΑΡΥ

ΕΙΣ ΓΗΝ ΧΑΝΑΑΝ

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ (ΑΠΟ ΤΑ ΑΓΓΛΙΚΑ) ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ ΚΟΡΤΩ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ