
Οι NόVan Theatre Group παρουσίασαν για τελευταία φορά φέτος το κωμικό δράμα, όπως το χαρακτηρίζουν οι ίδιοι, “Εις τους πέντε δρόμους” στο καφενείο Γαλέριος, την Πέμπτη 25 Απριλίου. Πρόκειται για μια μουσικοθεατρική παράσταση με τραγούδια ρεμπέτικα και θέματα βγαλμένα από παλιά ελληνική ταινία.
Ποια είναι η κεντρική ιστορία; Ο νεαρός Ασημάκης Ιορδάνογλου γυαλίζει παπούτσια στο κέντρον της Αθήνας στα 1947. Ο Θανάσης Μελέγκογλου, ιδιοκτήτης του χορευτικού κέντρου «Εις τους πέντε δρόμους», περνά την ημέραν εκείνη απο τη φτωχογειτονιά. Η τιμιότητα του λουστράκου θα τραβήξει την προσοχή του λαϊκού επιχειρηματία Θανάση κι η γνωριμία αυτή θα γίνει η αρχή για ένα ταξίδι κωμικό, μα και συνάμα δακρύβρεχτο, που θα ξυπνήσει μνήμες και θα αποκαλύψει μυστικά.
Το σενάριο και τη σκηνοθεσία υπογράφει η Λένα Πετροπούλου. Το σενάριο είχε μερικές καλές στιγμές, αλλά ουσιαστικά επρόκειτο για μια, αν όχι αντιγραφή, τότε μεταγραφή ελληνικής ταινίας, με γνωστά κλισέ στην πλοκή και την εξέλιξη και προβλέψιμα αστεία. Το να μιλήσεις για σκηνοθεσία σε μια παράσταση σαν αυτή, και ειδικά εξαιτίας του χώρου όπου παρουσιαζόταν είναι κάτι το αδύνατο. Ήταν απλή τοποθέτηση θέσεων των ηθοποιών.
Στο ρόλο του λουστράκου βλέπουμε τον Πέτρο Μαλιάρα. Δεν γνωρίζω αν ήταν σκηνοθετική οδηγία, ή διακωμώδηση των τύπων των ελληνικών ταινιών, πάντως εμφανίστηκε πολύ καρικατουρίστικα. Θύμισε κινήσεις και γκριμάτσες παλιών κωμικών, κάτι που εκλαμβάνετα ως επιφανειακό παίξιμο. Όχι όμως ότι αυτό είναι απαραίτητα κακό. Εξαιρετικά συμπαθής κι ο Γιώργος Δερνίκας, ό,τι ρόλο και να έκανε. Πολύ ενδιαφέρουσα παρουσία. Τους υπόλοιπους ρόλους είναι δύσκολο να τους ταυτίσω με τους ηθοποιούς, αλλά σε γενικές γραμμές όλοι ήταν ικανοποιητικοί για το είδος και το συγκεκριμένο θέαμα. Άλλωστε, όλοι και όλα πρέπει να κρίνονται και να μελετούνται με βάση το σκοπό τους και τη λειτουργία τους. Συνολικά ο θίασος αποτελείται από εφτά άτομα (Μάρα Γαβριηλίδου, Νίκος Ταπλίδης, Μαρία Παπαγιαννάκη, Ελένη Νανούδη, Ζωή Κατσιλέρου). Τους ηθοποιούς πλαισιώνουν οι μουσικοί Άγγελος Μπουρνάς και Πάνος Χαραλαμπίδης.
Τα σκηνικά και τα κοστούμια κατασκεύασε η ίδια η ομάδα. Τα κοστούμια ήταν μέσα στο πνεύμα της παράστασης, απόλυτα ταιριαστά. Τα σκηνικά περιελάμβαναν τα απαραίτητα για την παράσταση έπιπλα, και ένα σκηνικό ταμπλώ με κάτι πολύ περίεργα και ασυνήθιστα ρεμπέτικα πλάσματα, που προσωπικά μου θύμιζαν ψάρια. Δεν μπόρεσα να καταλά
βω αυτήν την ιδέα, αλλά μπορεί να ήταν εκεί και να μην την αντιλήφθηκα. Τη γραφιστική επιμέλεια του σκηνικού ταμπλώ είχε ο Γιώργος Δερνίκας.
Πολύ καλή ατμόσφαιρα δημιούργησε το γεγονός ότι η παράσταση παιζόταν σ’ ένα καφενείο κι αυτό δημιουργούσε κλίμα ταβέρνας και παρέας, όπως απαιτούνταν από το ίδιο το έργο. Ουσιαστικά, όλοι εμείς λειτουργούσαμε ως ζωντανό, έμψυχο σκηνικό της παράστασης. Το κοινό ανταποκρίθηκε ένθερμα στο κάλεσμα της ομάδας. Τραγούδησε, χειροκρότησε και κυρίως γέλασε -αν και κάποιες στιγμές αδικαιολόγητα, για μένα. Το τέλος της παράστασης ήταν το
Η ώρα πέρασε όμορφα και γρήγορα. Αν και το ρεμπέτικο, σε αντίθεση με το δελτίο τύπου, σχεδόν απουσίαζε. Κάποιος που αγαπάει ιδιαίτερα το ρεμπέτικο, μπορεί να μην μείνει πολύ ευχαριστημένος, κυρίως στην αρχή, αλλά ας μην μείνει εκεί. Γιατί πρόκειται για μια τίμια προσπάθεια.καλύτερο σημείο της. Είχε ενδιαφέρον και αυτό φάνηκε κι απ’ το γεγονός ότι ξαφνικά επικράτησε απέραντη ησυχία στο χώρο. Ειδικά η απεύθυνση προς το Θεό που έκανε ο ηθοποιός που υποδυόταν τον Θανάση Μελέγκογλου μ’ ενθουσίασε.