Κάθε φθινόπωρο…

Written by

Κάθε  φθινόπωρο, ξυπνούσε  στην  μεγάλη  του  αγωνία. Κι  ίσως  αγωνιούσε  που άλλο  τίποτε  δεν  ήθελε, παρά  δυο  μάτια  να ‘βλεπε. Τι  είναι  όμως  και  τούτη  η  εποχή; Είναι  μεταίχμιο. Σαν  να ‘χει  φύγει  το  καλοκαίρι, αφήνοντας  μόνο  την  βασανιστική  του γλύκα  και  γοητεία. Και  δεν  υπάρχει  άλλο, μέχρι  να  επιστρέψει.  Σαν  να  μην  έχει ξεκινήσει  ο  χειμώνας,  που  οφείλει  να  έρθει ,για  να  κρύψει  εκείνα  τα  μάτια ,στην ψυχρή  καρδιά  του. Γι’ αυτό  δεν  της  άρεσε  ο  χειμώνας. Πώς  γίνεται  να  είναι  ψυχρή μια  καρδιά; Οξύμωρο  κι  ανεξήγητο  για  εκείνη.

Είχε  επιστρέψει  από την  βόλτα  της. Η  θάλασσα ,ήταν  ακόμη  σειρήνα  ολάκερη  και  συνέχιζε  να  κρύβει  καλά  τους  θησαυρούς  της. Περπατούσαν  ώρα  με  την  φίλη  της, την  Έλλη, ώσπου αποχωριστήκαν. Κι  ύστερα  συνέχισε  μόνη, μέχρι  να  δύσει  ο  ήλιος. Θυμήθηκε  που  της είπε  ότι  δεν  είναι  ικανή, για  τίποτα. Έπειτα, άφησε  το  πιο  αθώο  κύμα  να  πάρει  μαζί του, αυτήν  τη  σκέψη  και  σαν  να  μην  ωφελούσε, χαμογέλασε. Ίσως  κι  αυτή  αγωνιούσε  που  τίποτε  άλλο  δεν  ήθελε, παρά  δυο  μάτια  να  ‘βλεπε, κάθε  φθινόπωρο. Μήνας  Σεπτέμβριος, ο  μεταιχμιακός  τους. <<Εγώ  όταν  μεγαλώσω, θα  γίνω  Σεπτέμβριος, έλεγε  ο Αύγουστος.>> διάβασε στο βιβλίο που κρατούσε.

Καλό  φθινόπωρο, Έλλη, είμαι  εδώ. Κι  ύστερα  συνέχισε  να  κάνει  όλα  εκείνα, τα  οποία  είχε  ξεκινήσει  και  για  τα  οποία ,δεν  ήταν  ικανή, όπως  τότε  τα  μάτια  του, της  το  είχαν  επιβεβαιώσει.

 

Γεια  σου  Σεπτέμβρη  μου, του  χρόνου  πάλι.

 

Λένα Τόττα-(Απόσπασμα από ανέκδοτο βιβλίο).