Είναι το πρώτο βιβλίο της Νικόλ Ρούσσου και ένα από τα καλύτερα βιβλία της σύγχρονης νεοελληνικής λογοτεχνίας. Με μεγάλη άνεση το εντάσσω στα αγαπημένα μου, αυτά που ξεχωρίζω, αυτά που προτείνω, αυτά που ξαναδιαβάζω. Ένα άριστο δείγμα εμπνευσμένης γραφής που σε παρασύρει να ξεχάσεις πως πρέπει να φας, το ραντεβού που έχεις, τη περασμένη ώρα, το ακατάλληλο του χρόνου που μπορεί να είναι. Χωρίς να επιδιώκει να δώσει λύσεις ή απαντήσεις, να πάρει θέση ή να απορρίψει. Κυνικό, ρεαλιστικό και ταυτόχρονα ποιητικό. Η γλώσσα είναι ιδιαίτερη, ζωντανή, πεζοδρομίου, χρωματισμένη από αυτά που αντιπροσωπεύει το πρωταγωνιστικό πρόσωπο του βιβλίου.
Είναι η αφήγηση μιας ιστορίας ενός ατόμου του περιθωρίου που ονομάζεται Ρϊκυ και οι ιδιόμορφες σχέσεις που αναπτύσσει με τους γύρω του, προσπαθώντας να διεκδικήσει ένα χώρο για να αναπνέει. Στις σελίδες του θα παρελάσουν μια γάτα, περιθωριακά άτομα, κλεφτρόνια, μηχανές και ναρκωτικά. Πίσω από όλα αυτά όμως κρύβεται αυτό που χαρακτηρίζουμε ως βαθύ συναίσθημα.
< Πάνω που έβγαινε ο Γιώργο έμπαινε η δικιά του. Με ξινισμένα μούτρα.
-Ρίκυ, αυτή είναι η Καταρίνα
-Γεια χαρά, της λέω
-Ναι, γεια, μου λέει κι αυτή.
Γαμώ τις χαρές έκανε.
Η γκόμενα ήταν αυστριακή. Και το δειχνε. Βόρεια παγάκια. Τη λέγανε Καταρίνα Χάσκυ. Καμία σχέση με τις HUSQVARNA. Ούτε στο στυλ, ούτε στα γκάζια. Αδύνατη, καστανομάτα και ανέκφραστη. Περίπου στο ύψος μου. Το μόνο πράγμα που μοιάζαμε. >
Με εντυπωσίασε γιατί βρήκα να απέχει από τα πολυδιαφημισμένα βιβλία των εκδοτικών οίκων. Σίγουρα ο ένας λόγος είναι η γλώσσας που χρησιμοποιεί. Ο έτερος όμως και σημαντικότερος είναι πως μέσα στις σελίδες του βρήκα να απεικονίζεται ανάγλυφο, αυτό που ονομάζουμε σε έναν συγγραφέα πρωτογενή ταλέντο. Σπάνια θα διαβάσεις κάτι που δεν έχεις συναντήσει και σε κάποιο άλλο βιβλίο. Ακόμη σπανιότερα θα βρεις κάποιον συγγραφέα που έχει ένα δικό του προσωπικό ύφος που δεν προσπαθεί να μιμηθεί κάποιον άλλο. Οι περισσότεροι συγγραφείς τραβάνε τις περιγραφές, κουράζουν με ανούσιες λεπτομέρειες, φιγουράρουν τις λογοτεχνικές τους αρετές, σου λένε κοίτα τι ταλέντο είμαι, μα τους λείπει το πιο βασικό στοιχείο που κάνει ενδιαφέρον ένα βιβλίο. Η ροή του λόγου. Ο αφηγηματικός τρόπος που έχει ένας παραμυθάς. Αυτό το κάτι που που σε υπνωτίζει. Και αυτό που έχω να πω για την αφήγηση της Νικόλ Ρούσσου είναι πως είναι υποδειγματική με το δικό της στυλ που σε κρατά κολλημένο στο βιβλίο.
-Έγινε μια παρεξήγηση
-Και το μαχαίρι; Ρωτάει η βόρεια.
-Ε, να, φοβήθηκα, άκουσα κάτι περίεργους θορύβους κι αφού δεν μπορούσα να πάω πουθενά, το βγαλα. Δεν ήταν για σας.
-Καλά δεν σκέφτηκες μήπως πάρεις κι άλλους στο λαιμό σου;
-… (αποστομώθηκα από τη μαλακία της)
– Έλα Καταρίνα, το παιδί φοβήθηκε. Τι να σκεφτόταν εκείνη την ώρα; Έχεις δει πολλούς μαχαιροβγάλτες να λιποθυμάνε; Και εσύ το ίδιο θα έκανες.
-Εγώ θα ήμουν πιο υπεύθυνη του αντιγύρισε.
Παναγίτσα μου, κάτι τέτοιες λέξεις με σκοτώνουν. Άκου υπεύθυνη! Χέσε μας, μωρή υπεύθυνη
Προτάσεις μικρές κοφτές, χωρίς περιττές λέξεις. Απογυμνωμένες από περίπλοκες περιγραφές, κάποιες φορές σχεδόν μονολεκτικά δίνουν στίγμα. Όσο για τους χαρακτήρες πίσω από τις απότομες συμπεριφορές, τις δύσκολες εξηγήσεις, τις αντικοινωνικές συμπεριφορές κρύβεται μια μεγάλη ευαισθησία που αναζητά ρωγμές για να ξεχυθεί και να γίνει ένα ποτάμι που θα πνίξει κάθε συμβατική συμπεριφορά.
Βραδιάζει. Γαμώ τα μπλε. Κι ένα φεγγάρι υγρό, σαν υδράργυρος. Ζαλίζομαι. Τα χέρια μου ιδρώνουν. Μάλλον το φεγγάρι στάζει πάνω μου. Και πάνω στα μαλλιά του Ασταρώθ. Τα βλέπω γεμάτα σταγόνες που λαμπυρίζουν και τα χαιδεύω. Ύστερα τα τινάζω και γεμίζει ο κόσμος ασημένιες σταγόνες.
Το “πες τη Μορφίνη ακόμη τη ψάχνω” είναι εμπνευσμένο από την αρχή μέχρι το τέλος (με μια απογειωτική ανατροπή) χωρίς να κάνει κοιλιές, χωρίς να χρησιμοποιεί τα γνωστά συγγραφικά ευρήματα που εντυπωσιάζουν, χωρίς να εκβιάζει τη συμπάθεια μας. Είναι η οπτική που έχει το πρόσωπο που πρωταγωνιστεί. Χωρίς ηθικοπλαστικές συμβουλές που θα ισορροπούσαν την αντισυμβατική συμπεριφορά, χωρίς η συγγραφέας να προσπαθεί να ρίξει νερό στο κρασί της.
Το σίγουρα είναι πως αυτό το βιβλίο δεν είναι αδιάφορο, δεν θα το διαβάσει κάποιος και μετά θα το ξεχάσει όπως εκατοντάδες αδιάφορα βιβλία που έτυχε να πέσουν στα χέρια μας. Αυτός που θα το ξεκινήσει ή θα το ρουφήξει με μια ανάσα μέχρι το τέλος ή θα το παρατήσει στις πρώτες σελίδες γιατί του τάραξε τον κομφορμισμό του.
Το προτείνω με κλειστά τα μάτια.
Πληροφοριακά σημειώνω πως το βιβλίο γυρίστηκε σε ταινία (δεν την είδα) η οποία και κέρδισε το βραβείο της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου 2001.
