“ Άμα δεν πάει ο ΠΑΟΚτσής στο θέατρο, έρχεται το θέατρο στον ΠΑΟΚτσή”
Και μάλιστα με τον πλέον καλλιτεχνικό και αξιοπρεπές τρόπο. Μ’ ένα έργο Κώστα Conie Ισαακίδη, ο οποίος και το σκηνοθέτησε, σε κάνει να γελάσεις, να θυμηθείς, να πονέσεις, μέχρι και να κλάψεις με φόντο πάντα την ιστορία του ΠΑΟΚ. Ή καλύτερα με κύριο μέσο τα συναισθήματα που σου γεννά η νίκη ή ήττα της ομάδας σου. Αν και κατά τη γνώμη μου, δεν χρειάζεται να είσαι ΠΑΟΚ για να δεις την παράσταση ή για να νιώσεις ικανοποίηση από το αποτέλεσμα.
Η παράσταση ξεκινά με εμπνευσμένο τρόπο και σχεδόν σε κάνει ν’ ανατριχιάσεις αναλογιζόμενος τους πρόσφυγες που ήρθαν από την Τουρκία με τη μικρασιατική καταστροφή. Το κείμενο στέκεται σε μερικές μόνο στιγμές της ιστορίας του ΠΑΟΚ, σε μερικά στιγμιότυπα από την οπαδική ζωή. Είναι πυκνογραμμένο μεν, αλλά σημεία σημεία αφήνει το χρόνο να κυλήσει με πάυσεις που συνήθως αποφορτίζουν. Τα λόγια είναι βγαλμένα μέσα από την ψυχή και το μυαλό των οπαδών και τίποτα δεν ξενίζει, τίποτα δεν ειπώνεται λάθος.
Η σκηνοθεσία είχε μερικές πολύ καλές στιγμές. Η αργή κίνηση των ηθοποιών ήταν μια εξαιρετική ιδέα, η οποία όμως θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για λιγότερο χρόνο γιατί κούρασε λίγο με τη διάρκειά του. Η ταυτόχρονη εκφορά του λόγου και η ρυθμικότητα, η αίσθηση της δράσης μέσα από την ομάδα, όχι μόνο στα λόγια αλλά και στις πράξεις, όλα αυτά λειτούργησαν υπέρ της παράστασης. Έκανε πραγματικά καλή δουλειά με το τίποτα, χωρίς εφέ για εντυπωσιασμό. Το σκηνικό, που επιμελήθηκε ο Παναγιώτης Μακρής, ήταν ένα δίχτυ που βοήθησε πολύ και τον σκηνοθέτη να “παίξει” με τους ηθοποιούς του. Λειτουργήσε με πολλούς τρόπους, μεταμορφωνόταν σε πανιά, κερκίδα, δίχτυα τέρματος…Η μουσική του Οδυσσέα Γκάλιου ήταν πολύ ενδιαφέρουσα κι είχε ενάν ρυθμό που έκανε αίσθηση, άλλοτε ως εμβατηριακή κι άλλοτε ως ζεϊμπέκικο, βγαλμένο πραγματικά μέσα από τα ακούσματα του μέσου ΠΑΟΚτσή, αν υπάρχει βέβαια ο μέσος ΠΑΟΚτσής.
Από τους τέσσερις ηθοποιούς ξεχωρίζει η Αντιγόνη Μπάρμπα. Μετρημένη, χωρίς υπερβολές, πείθει εύκολα. Αντίθετα, η Δήμητρα Ντασιώτη φαίνεται λίγο εκτός κλίματος. Είχα την εντύπωση ότι προσπαθούσε να πείσει για την ακραία συναισθηματική κατάσταση των οπαδών με τους μορφασμούς που έκανε κάθε φορά που έπαιρνε το λόγο. Ο Νίκος Κουσούλης κι ο Χρήστος Παπαδόπουλος ήταν άκρως ικανοποιητικοί, χωρίς κάποια ιδιαίτερη στιγμή. Μόνο που αναρωτήθηκα αν είχαν ποτέ οποιαδήποτε σχέση με ομάδες, γήπεδο, ή οπαδισμό.
Είναι μια παράσταση καλλιτεχνική, κι όχι στημένη πρόχειρα, όπως φοβόμουν νομίζοντας ότι ανέβηκε προς εκμετάλλευση των οπαδών του ΠΑΟΚ. Αξίζει να τη δει κανείς, ακόμα κι αν δεν έχει ασχοληθεί ποτέ ούτε με το ποδόσφαιρο, ούτε με τον ΠΑΟΚ.