Ζωή και θέατρο ως αντικατοπτρισμός στην επιφάνεια μιας λίμνης και στην εικόνα ενός γλάρου.
Θέατρο, Λογοτεχνία, Φιλοσοφία, επιθυμίες και αδιέξοδοι έρωτες, όπως ανακύπτουν από τις συζητήσεις και τα λόγια των προσώπων, σε ένα αγρόκτημα ευγενών στην εξοχή και στην καθημερινότητα ενός κόσμου, που συμπεριλαμβάνει και τους λαϊκούς ανθρώπους στον αντίποδα ισορροπίας και συγκριτικού μετατοπισμού μαζί με την παλιά τάξη των αριστοκρατών, στο διπολισμό παρελθόντος-παρόντος, νεωτερικότητας και παραδοσιακής φόρμας στην Τέχνη και στη ζωή που αναπαριστά με συμβολισμούς το θέατρο, ως δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.
Συνομιλία και αναφορικό πλέγμα της Λογοτεχνίας και του θεάτρου ως θεματικό υπόβαθρο της πολυεπίπεδης αφήγησης. Αναγνώσεις και συγκρίσεις-φόρος τιμής- σε μελαγχολικούς επιτονισμούς, με μιαν κριτική αίσθηση τέλους, πάνω στο μοτίβο χρόνος που διατρέχει τα γεγονότα της ζωής των ανθρώπων και τη δράση του έργου ως αναδιήγηση, στη θεατρική φόρμα, ενός πριν και μετά, στο όριο της εξέλιξης των γεγονότων. Στη συνέχεια της λογοτεχνικής και θεατρικής διαδοχής , της παραγωγής έργων, ως προβληματισμός αναζήτησης–από την πλευρά του συγγραφέα- « καινού» νοήματος στην τέχνη .
Έργο ζωηρών προβληματισμώνκαι απεικόνισης ενός μικρόκοσμου που αν και ανήκει σε ένα μακρυνό χωροχρονικό στίγμα, η διαχρονική του αύρα εγγράφεται ως πυρήνας σκέψης και στη σύγχρονη εκδοχή ως σχέση ζωής(ως προς την ουσία και το νόημα). Τα πρόσωπα του έργου, τρωτά και ευάλωτα, αντιπαλεύουν τον χρόνο με ψευδαισθήσεις φυγής και πάθος έρωτα, όνειρα ανατροπής στην αναζήτηση δημιουργικής έμπνευσης και ενός αγώνα προσωπικής άρθρωσης, που εκφράζεταιχωρίς ανταπόκριση, πυροδοτώντας το τέλος των σχέσεων σε πολλές εκδοχές. Από το συμβιβασμό της επιλογής ενός γάμου, την παραίτηση, τον εγκλωβισμό στη συνήθεια μιας εξαρτημένης σχέσης, ως την απελπισία της μοναξιάς και της αυτοχειρίας.
Ο Γλάρος, έργο ψυχογραφικής αναφορικότητας και προβληματισμού, σχέσεων και τέχνης. Στη σκηνοθετική γραφή του κ. Γ. Βούρου, ανάγνωση με καθαρότητα των πολυεπίπεδων κωδίκων του κειμένου και μια εσωστρεφής έκφραση των νοημάτων του. Αργός ρυθμός, στο πνεύμα της εποχής και των συζητήσεων των προσώπων, στη ροή του χρόνου που θαμπώνει τις ζωές τους, ήσυχες αντιδράσεις σε αντιδιαστολή με τον ανήσυχο εσωτερικό χάρτη των συναισθηματικών κραδασμών, αναζήτηση προσωπικής ευτυχίας και ελευθερίας επιλογών, που αφήνουν τα πρόσωπα μετέωρα στο αδιέξοδο όνειρο.
Μια λεπταίσθητη καταγραφή των επιμέρους στοιχείων του έργου, σε ένα αισθητικό πεδίο εξομολογήσεων που σβήνουν ως μια κραυγή γλάρου στη-συμβολική- λίμνη των αισθημάτων.Σκηνοθετικά καινοτόμο χωρίς εντυπωσιασμούς, στο πνεύμα του έργου, με επικέντρωση στο κάθε φορά άρρητο, που υπονοεί αυτό που δεν μπορεί να εκφραστεί ακόμη καθαρά, ως τέχνη και προσωπική δημιουργία , ως συναίσθημα ζωής και ερωτική πληρότητα, ως αποδέσμευση από κανόνες και αντιλήψεις, ως ελευθερία επιλογής, σε πολυεπίπεδη καταγραφή των ρωγμών του μικρόκοσμου της λίμνης.
Υποκριτικά, οι ερμηνείες-άνισες- κινήθηκαν μεν στο πνεύμα του έργου, όχι όμως όλες στο ίδιο επίπεδο και με την ίδια ένταση έκφρασης των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του εκάστοτε ρόλου. Απουσίαζε μια αίσθηση απελευθερωτικής υπέρβασης των ρόλων ως προς το σύνολο της ομάδας-και σε σημεία του έργου- για να ακουστούν τα λόγια αληθοφανή και πειστικά και όχι μόνο θεατρικά. Κάποιες σκηνές ήταν πολύ δυνατές και η ενέργειά τους διαπέρασε -ως σήμα αντιστροφής- τον ήχο του χειροκροτήματος. Η δοκιμασία και η τριβή πιστεύουμε, θα δώσει σταδιακά το ρυθμό στην παράσταση και θα αναδείξει και άλλα στοιχεία των ρόλων- τώρα σε υπόδειξη.Πολλές φορές και η δυσκολία έκφρασης ενός ρόλου έχει ενδιαφέρον ανάγνωσης για τον θεατή, ως πεδίο αναφοράς-συγκρίσεων επί μέρους στοιχείων(στυλ, εκφορά, επιτονισμός, έκφραση).
Ο ρόλος της Νίνα Ζαρέτσναγια στο πρώτο μέρος του έργου, είχε τη φρεσκάδα της ομορφιάς και την αθωότητα της νιότης σε δυνατή έκφραση. Στο δεύτερο μέρος η ερμηνεία πιο αδύναμη, σε υπόδειξη και της εξέλιξης του ονείρου και του πάθους που το ακολουθεί, χωρίς ολοκλήρωση προσωπικής ευτυχίας, σε συνδυασμό με την απειρία έκφρασης και τα ανήσυχα συναισθήματα του νεαρού Κονσταντίν Γαβρίλοβιτς Τρέπλιεβ, όπως καταγράφηκαν στην ερμηνεία του ρόλου, όταν η ανέμελη ευτυχία γίνεται ανάμνηση παλιών καιρών.Ο Μπόρις Αλεξέγιεβιτς Τριγκόριν, αινιγματικός, με μιαν ανεξιχνίαστη κρούστα μελαγχολίας που τη διαπερνά για λίγο το ερωτικό ρίγος,στη συνάντηση με την αθωότητα του έρωτα που του παραδίδεται, υπέδειξε εκφραστικά, με εσωτερικότητα, τον ασταθή βηματισμό αναζήτησης ευτυχίας, την άρνηση, την υποταγή και τον πόνο όταν το βίωμα στην ανάμνησή του, γίνεται έκφραση τέχνης που θα κριθεί με εξωτερικά κριτήρια στο μέλλον από τους κριτικούς, στον μετασχηματισμό της συγκίνησης από βίωμα ζωής σε αποτύπωση-ανάμνηση σκέψης .
Η Ιρίνα Νικολάγιεβνα Αρκάντινα ως ηθοποιός και μητέρα του Κονσταντίν, κινήθηκε με κάποια εκφραστική ασάφεια ανάμεσα στους δύο ρόλους, πετυχαίνοντας σε σημεία μιαν συγκινητική αποφόρτιση. Η αναζήτησή της περιοριστική, στρέφεται γύρω από τον εαυτό της, σε ένα περιβάλλον εκβιαστικής κατοχής και υποταγής των προσώπων που την περιβάλλουν , σε έναν ρόλο που αποδώθηκε αδύναμα.
Ο Σόριν ως προσωπείο ενός υπαλλήλου ανικανοποίητου στο βάθος της ύπαρξής του, έδειξε με φυσικότητα το μελαγχολικό αίτηματης επιθυμίας για ζωή στο κατώφλι των γηρατειών και του οικονομικού ξεπεσμού,στο όριο ενός κόσμου που αλλάζει. Ο Εβγκένι Σεργκέγιεβιτς Ντορν ως γιατρός, τόνισε με μια παρατηρητική, φιλοσοφική κωμικότητα, το αδιέξοδοτων προσώπων και την προσωπική ατολμία, με στυλιζαρισμένη έκφραση, όχι πολύ πειστική σε όλα τα σημεία. Ο Σεμιόν Σεμιόνοβιτς Μεντβεντένκο, κατέγραψε με την ερμηνεία του τον τύπο του φοβισμένου, άτολμου δασκάλου, που η τύχη του δίνει αυτό που αγαπά στη μονόπλευρη εκδοχή, με ειλικρίνεια.
Η Μάσα, ασυμβίβαστη και με εσωτερικές ανησυχίες, εγκλωβίζεται στην επιθυμία του αδιέξοδου έρωτα και στον συμβιβασμό του γάμου, στην απόφαση να ξεχάσει για να μπορέσει να ζήσει τη σκληρή ζωή που της έλαχε. Φώτισε ως ρόλος , αυτόν τον μελαγχολικό τύπο γυναίκας, με εσωτερική αγωνία όχι πολύ δυνατής έκφρασης σε όλα τα σημεία. Η Πωλίνα Αντρέγιεβνα, ρόλος στη σκιά, εξέφρασε τη γυναικεία υποταγή στην ατολμία διεκδίκησης και ο Ίλια Αφανάσιεβιτς Σαμράγιεφ ως επιστάτης, αποτύπωσε κάποιες διακυμάνσεις συμπεριφοράς, σε υποσημείωση των κοινωνικών αλλαγών, στο μεταβατικό εξελικτικό στάδιο. Τέλος ο Γιάκωβ, ο υπηρέτης και η οικονόμος, συμπλήρωσαν τον μικρόκοσμο ως θεατές και υπηρέτες της ζωής των άλλων, σε μιαν υπαινικτικά ασχολίαστη, από την πλευρά του συγγραφέα, άγνοια.
Τα πρόσωπα του έργου κινήθηκαν στον σκηνικό χώρο που έδωσε εικόνες ψευδαισθητικού βάθους και άφησε χώρο στη φαντασία του θεατή να πλανηθεί στο τοπίο της λίμνης, της εξοχής, του σπιτιού του Σόριν, του Τρέπλιεβ και της Αρκάντινα, παρακολουθώντας θέατρο μέσα στο θέατρο, ακολουθώντας τους χαρακτήρες με τις ιδιαιτερότητές τους, στις κλασσικές, όχι πολύ εμπνευσμένες αισθητικά, ενδυμασίες της εποχής του 19ου αιώνα, με πινελιές προσδιοριστικών επιλογών, όπως το μαύρο χρώμα στο φόρεμα της απαισιόδοξης Μάσα. Οι φωτισμοί της παράστασης, δημιούργησαν συμπληρωματικά, ενισχυτικό πεδίο μη ορατότητας στην υγρή ομίχλη, υπογραμμίζοντας τη θολότητα προθέσεων, αισθημάτων, σκοτεινιάζοντας την επιθυμία του πάθους ανάμεσα στην Νίνα και στον Τριγκόριν, σβήνοντας την αποτρόπαιη και αναπότρεπτη πράξη του Κονσταντίν, σε ψίθυρο μιας ακινητοποιημένης εικόνας.
Η μουσική ακολούθησε διακριτικά τη ροή των γεγονότων με υποδόρια μελαγχολική υπόδειξη των αισθημάτων όπως εκφράζονται από τις συναντήσεις , τις διαψεύσεις, τις επιλογές, την ίδια τη ζωή των ανθρώπων.
Ο γλάρος, παράσταση συγκρατημένης έκφρασης, δεδηλωμένης εσωστρέφειας, χαμηλών φωνών, σιωπών. Απεικόνιση ενός χαμένου στο βάθος του χρόνου κόσμου, που έρχεται να μας υπενθυμίσειστις όψεις της ζωής και στη δύναμη των επιθυμιών, με γλυκόπικρη επίγευση το θέατρο, ως αντίλαλος άνεμος της πραγματικότητας. Όπως την καταγράφει η τέχνη του θεάτρου και η έκφραση της λογοτεχνίας, ως ντοκουμέντο ζωής , στο σύμβολο ελευθερίας, της εικόνας ενός γλάρου στο τοπίο μιας λίμνης, στο θέατρο που απηχεί την αλήθεια του ευάλωτου ονείρου των ανθρώπων.
«…μας πήρε κι εμάς ο ανεμοστρόβιλος…»
-Άντον Τσέχωφ (1860-1904), γιατρός και θεατρικός συγγραφέας. Οι ήρωές του, δυνατοί και ευαίσθητοι στη σκληρότητα των καιρών, μοιάζουν με το γλάρο της λίμνης, σύμβολο ελευθερίας, που τραυματίζει η νομοτέλεια αρχαίων κανόνων απόρριψης και ήττας.
Ο Γλάρος(Ρωσικά: Чайка). Έργο που η πρώτη του παράσταση στην Αγία Πετρούπολη σημαδεύτηκε από αποτυχία, όπως εξομολογείται ο συγγραφέας του έργου, στον αδελφό του, σε επιστολή του 1896 : «…Το ηθικό δίδαγμα από όλο αυτό είναι πως δεν πρέπει κανείς να γράφει για το θέατρο. Είναι μια κωμωδία με τρεις γυναικείους και έξι αντρικούς ρόλους, με τέσσερις πράξεις, ένα τοπίο με λίμνη, πολλή συζήτηση περί λογοτεχνίας, λίγη δράση και πέντε τόνους έρωτα». Η επιτυχία ήρθε στην παράσταση του 1898 που σκηνοθέτησε ο Στανισλάφσκι και ο Ντάντσενκο στο θέατρο τέχνης της Μόσχας.
«Ο ΓΛΑΡΟΣ»
Συντελεστές:
Μετάφραση: Ξένια Καλογεροπούλου
Σκηνοθεσία – Δραματουργική επεξεργασία: Γιάννης Βούρος
Σκηνικά –Κοστούμια: Γιάννης Μετζικώφ
Μουσική-Μουσική επιμέλεια: Νικήτας Νικηφόρου
Φωτισμοί: Στέλιος Τζολόπουλος
Βοηθός σκηνοθέτη: Δελίνα Βασιλειάδη
Βοηθός σκηνογράφου: Δανάη Πανά
Βοηθός ενδυματολόγου: Ήρις Τσαγκαλίδου
Σχεδιασμός ήχου: Στέλιος Ντάρας
Οργάνωση παραγωγής: Φιλοθέη Ελευθεριάδου
Διανομή με σειρά εμφάνισης:
Δημήτρης Μορφακίδης (Σεμιόν Σεμιόνοβιτς Μεντβεντένκο), Μαρία Χατζηιωαννίδου (Μάσα), Χρήστος Σιμαρδάνης (Πιοτρ Νικολάγιεβιτς Σόριν), Μιχάλης Συριόπουλος (Κονσταντίν Γαβρίλοβιτς Τρέπλιεβ), Γιάννης Πανώριος (Γιάκωφ), Κοραλία Καράντη (Ιρίνα Νικολάγιεβνα Αρκάντινα), Άννα Ευθυμίου (Νίνα Ζαρέτσναγια), Ιφιγένεια Δεληγιαννίδη (Πωλίνα Αντρέγιεβνα), Κώστας Σαντάς (Εβγκένι Σεργκέγιεβιτς Ντορν), Τάσος Πανταζής (Ίλια Αφανάσιεβιτς Σαμράγιεφ), Γιάννης Βούρος (Μπόρις Αλεξέγιεβιτς Τριγκόριν), Ιορδάνης Αϊβάζογλου (Μπόρις Αλεξέγιεβιτς Τριγκόριν), Χρύσανθος Καγιάς (Υπηρέτης), Χριστίνα Ζαχαροπούλου (Υπηρέτρια).
-Η παράσταση αφιερώνεται στη μνήμη του Διαγόρα Χρονόπουλου –σκηνοθέτησε τον Γλάρο τον Μάρτιο του 1985 στο θέατρο της ΕΜΣ- και πραγματοποιείται υπό την αιγίδα του Γενικού Ρωσικού Προξενείου.
Θέατρο Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών

