Ο Ψαραντώνης τραγουδά όπως αναπνέει…

Written by

Ψαραντώνης,  ένας αοιδός  των επών  με τον αρχέγονο ήχο της λύρας έρχεται από τα βάθη των αιώνων της μουσικής , περιπλανώμενος τροβαδούρος,  με το αλάτι των νεφών  στα ρούχα και τη λάμψη της αστραπής στα μάτια… Ανώγεια ένας μικρόκοσμος… Κρήτη ένα νησί που χτυπά δυνατά στη μουσική φλέβα…

Ένας καλλιτέχνης που το είναι του συνταράσσεται από τα μουσικά ρεύματα που τον διαπερνούν όταν τόσο μοναδικά τραγουδά και παίζει τη μουσική του, δίνοντας στον ψίθυρο, στην κραυγή, στο μελαγχολικό σκίρτημα, στο παράπονο, ένταση, μανία, έκσταση…

Τραγουδά όπως αναπνέει,  παίζει σαν προφήτης παλαιών ημερών που κοιτάει  μακριά από τις χιονισμένες κορφές του Ψηλορείτη στη θάλασσα της μουσικής που χτυπά μέσα του σα δυνατή καρδιά και στο σώμα ενός λαού πολύπαθου, ευφάνταστου και πολυμήχανου το διαχρονικό και το ουσιώδες. Την ομορφιά και το ευάλωτο όνειρο .

Το μερακλίδικο πουλί
ποτέ φωλιά δεν κάνει
μον’ έτσι βασανίζεται
ωσότου ν’ αποθάνει…
 Ένα πουλί είχα στο κλουβί 
κι εδά κοντό όπου να `ναι
του φθινοπώρου οι αγερανοί
το πήρανε και πάνε.
 
 Σε περιβόλι αμοναχό
πως ζεις καημένε κρίνε.
Σαν το καημό τσ’ αμοναξιάς
άλλος καημός δεν είναι.

Το κοινό του τον ακολουθεί  και τον σέβεται, τραγουδάει με πάθος τραγούδια  που ανανεώνουν στη μνήμη το νερό της παράδοσης , αγαπάει  τον στιχοπλόκο και τον μουσικό γιατί είναι καθρέφτης  μιας δημιουργίας  πρωτόγονης , λιτής και αρχαίας. Είναι ένας θρύλος.

Χρόνους ψάχνω, δε σε βρίσκω χρυσασκάλιστό μου ρίσκο…

Χρόνους ψάχνω και ζαμάνια στ’ ουρανού τα μεϊντάνια
Χρόνους ψάχνω, δε σε βρίσκω χρυσασκάλιστό μου ρίσκο.

Αυτή την αίσθηση είχαμε στη συναυλία του Ψαραντώνη στο Fix Factory (25.1. 2014). Πολύς κόσμος-κυρίως νέοι- άκουγαν την μουσική του που φέρνει ένταση και ρίγος  και θέλεις να τραγουδήσεις- όχι κανονικά- να χοροπηδήσεις  ανατρέποντας τις ισορροπίες, να κραυγάσεις για το θαύμα που συντελείται συνεχώς μπρος στα μάτια σου και λέγεται ζωή. Η επιβλητική του μορφή άγγιξε τις  χορδές της προσωπικής του μυθολογίας κι ακούσαμε τα στιχάκια επικών κύκλων, ρίμες της αγάπης, μαντινάδες των βουνών, της θάλασσας το βρυχηθμό, του καημού την πίκρα, το αγέρωχο πάθος. Οι μουσικοί που ακολούθησαν το ταξίδι του,  ο Λάμπης  Ξυλούρης  στο ούτι και ο Νεκτάριος Κοντογιάννης   στο λαούτο,  έδωσαν τις ανάσες που γύρεψε η ένταση και το πάθος και το κοινό συνόδευε με παλαμάκια τη μουσική εκφορά και φράσεις «γεια σου Δάσκαλε»  αλλά και με σιωπή για ν’ ακουστεί η ανάσα και ο ψίθυρος των τραγουδιών  στο στίχο. Όταν δε ο Ψαραντώνης  ζήτησε από το κοινό να τραγουδήσει μαζί του « αγρίμια κι αγριμάκια μου», «πότε θα κάμει ξαστεριά…»  μια στιγμή  δυνατής ενέργειας αιωρήθηκε στην απαλή αύρα ως υπόσχεση. Το ρεύμα του ποταμού κυλάει ορμητικά, νέα γενεά έρχεται,  στα παλιά χνάρια καθαρή αίσθηση, μουσικής δώρα, αίμα που χτυπάει δυνατά στο μίτο του λαβυρίνθου…

Ζηλεύω του σταυραετού
απού  πετά στα νέφη
και παίζει με τσι αστραπές
και με τ’ αστροπελέκια.
Στο βράχο χτίζει τη φωλιά
στο χιόνι ζευγαρώνει.