Με ηρεμία και δημιουργική ανησυχία οδηγεί εδώ και χρόνια το πλοίο της μουσικής του, σε νέες ιστορίες και παράξενα τοπία, o Παύλος Παυλίδης μίλησε στον Xρήστο Mιχαλέρη για τους νέους του δρόμους, καθώς και πρώτα φθινοπωρινά ραντεβού του, τις Τετάρτες του Οκτώβρη στο καφωδείο «Ελληνικό».
Πώς πέρασε το φετινό σου συναυλιακό καλοκαίρι; Τι απόλαυσες περισσότερο; Η αλήθεια είναι ότι το να περιοδεύεις καλοκαίρι σε μια χώρα σαν την Ελλάδα εξακολουθεί να είναι κάτι μαγικό. Δεν το συνηθίζεις εύκολα και σίγουρα δεν προλαβαίνεις να βαρεθείς. Είναι το πιο περίεργο και συναρπαστικό κομμάτι της δουλείας μας. Τώρα που φθινοπωριάζει κατακάθεται η σκόνη και φαίνονται οι εικόνες πιο καθαρά. Μου έρχεται να πω ευχαριστώ χωρίς να ξέρω ακριβώς σε ποιον. Για ομάδες σαν τη δική μας είναι καθοριστικός ο τρόπος που ζούμε αυτά τα ταξίδια, καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τη σχέση μας, τη συνοχή μας. Απόλαυσα περισσότερο τις μικρές συναυλίες σε μέρη απίθανα κάπου ανάμεσα στην Κρήτη, την Ικαρία του Σεπτεμβρίου, στο πουθενά. Χάρηκα πολύ που φέτος κινηματογραφήθηκε η συναυλία στην Τεχνόπολη στην Αθήνα. Ήταν συγκινητικά… Έτσι κι αλλιώς φέτος ζω κατά κάποιο τρόπο το όνειρο μου όσον αφορά στον τρόπο που παίζει η μπάντα, όποτε υπάρχει και ένα ευχαριστώ που ξέρω ακριβώς που απευθύνεται. Κυρίως όμως χάρηκα γιατί είδα ότι παρόλο που ζούμε σε μια χώρα που καταρρέει υπάρχει ο κόσμος που εξακολουθεί να πιστεύει ότι η μουσική είναι κάτι παραπάνω από διασκέδαση, και δεν μιλάω μόνο για τη δική μας μουσική.
Μέσα στη «στενή» εποχή μας υπάρχει χώρος για νέους συναδέλφους σου να έχουν την απήχηση που εσύ και η δική σου, γενικά, γενιά καταφέρατε να αποκτήσετε; Παράξενο πράγμα η απήχηση. Ποτέ δεν θεώρησα ότι συνοδεύει απαραίτητα τους σπουδαίους καλλιτέχνες. Έχουν ακόμη και τώρα μεγάλη απήχηση πολλά ρηχά πρόσωπα του δημόσιου και καλλιτεχνικού μας βίου. Περισσότερο ενδιαφέρον έχει η «αντήχηση» σε πολλά αυτοσχέδια προβάδικα της πόλης, σε «μικρές» παραγωγές, από παιδιά που σκάβουν υπογείως. Δεν υπάρχουν «ευρύχωρες» εποχές. Απλά κάποια στιγμή βγαίνουν στην επιφάνεια τα υποβρύχια μιας τέχνης που εξακολουθεί να ταξιδεύει. Πρώτα βλέπουμε τα τραγούδια γιατί τα αναγνωρίζουμε πιο εύκολα επειδή ταυτιζόμαστε και πιο εύκολα και κατόπιν τις πιο απόκοσμες μορφές της μουσικής. Αν κάτσουμε να ψάξουμε τι γίνεται στις πόλεις μπορεί να εκπλαγούμε από το πόσα διαφορετικά πράγματα θα βρούμε. Σίγουρα πάντως στα τραγούδια είναι καθοριστικός ο στίχος. Αυτό περιμένουμε όλοι με αγωνία, τον καινούργιο λόγο, ένα καινούργιο παράθυρο για να κοιτάμε τον παλιό αυτό κόσμο και να μοιάζει σαν καινούργιος. Εξακολουθεί να είναι τρομακτικά ελπιδοφόρο το ότι κάποιος μπορεί να τραντάξει τον κόσμο με μια μικρή ιστορία που κρατάει τρία λεπτά.
Έχεις «σκαλώσει» μουσικά κάπου τελευταία; Ακούω, όπως ίσως και οι περισσότεροι, πολύ «ξένη» μουσική και δεν προλαβαίνω να σκαλώσω κάπου.
Η ευκολία της διάδοσης κάθε μουσικής από το internet και με κάθε μέσο, μήπως τελικά προκαλεί κορεσμό και κατεβάζει ποιοτικά τον συνολικό πήχη, τον τρόπο απόλαυσης της μουσικής; Θέλει να είμαστε περισσότερο επιλεκτικοί σαν ακροατές. Κάθε καινούργια ελευθερία ζητάει καινούργια εγρήγορση, αλλιώς κινδυνεύουμε να γίνουμε σαν πεινασμένα καρχαριάκια που βλέπουν με το στόμα ανοικτό τις πληροφορίες να περνάνε σαν τεραστία κοπάδια από σαρδέλες. Και οι νέοι δημιουργοί γίνονται καμία φορά πιο ανυπόμονοι όταν ξέρουν ότι υπάρχουν κανάλια επικοινωνίας που παλιότερα δεν υπήρχαν. Είχα διαβάσει μικρός μια φράση του Κάφκα που έλεγε ότι «ο άνθρωπος από ανυπομονησία έχασε τον παράδεισο και από ανυπομονησία δεν επιστρέφει». Σε μια εποχή που όλα τρέχουν με ιλιγγιώδη ταχύτητα η καρτερικότητα μοιάζει περισσότερο σημαντική κι αν κάτι κινηθεί αργά δεν σημαίνει πως θα φτάσει σε μας καθυστερημένα. Μπορεί και το αντίθετο. Εξακολουθεί μια κιθάρα να είναι διαστημικό όχημα.
Με τις καινούριες σου μουσικές ιστορίες τι έχει συμβεί; Το διαφορετικό μ’ αυτόν τον δίσκο ήταν ότι τον κάναμε με την ησυχία μας. Έγιναν οι ηχογραφήσεις στη Θεσσαλονίκη, αλλά οι μίξεις έγιναν σ’ έναν καινούργιο προσωπικό χώρο που έχω κάνει στην Αθήνα, χωρίς ιδιαίτερη πίεση χρόνου και με την άνεση που σου προσφέρει αυτού του είδους η «ιδιωτικότητα». Είναι σαφώς η πιο ομαδική μας δουλειά και σε επίπεδο σύνθεσης, αλλά και ενορχήστρωσης. Όσον αφορά τον ήχο και το ύφος των κομματιών, είναι σαν να ολοκληρώθηκε ένας κύκλος μέσα μου, που έχει να κάνει με αυτό που λέμε ηλεκτρακουστικός ήχος. Τώρα θα στραφούμε σε πιο παράξενα τοπία. Σαν να διψάμε για πειραματισμό. Σίγουρα μας ένωσε μ’ έναν καινούργιο τρόπο.
Η ήσυχη ατμόσφαιρα που έχουν οι ηχογραφήσεις σας πώς μετατρέπονται σε έντονα κύματα στα live; Στις συναυλίες παρουσιάζουμε υλικό από διάφορες εποχές. Αυτό από μόνο του καθορίζει σε μεγάλο βαθμό και την ατμόσφαιρα που τελικά επικρατεί. Είναι γιορτινά γεγονότα οι συναυλίες από μόνες τους. Η κάθε βραδιά μπορεί να είναι διαφορετική. Και μόνο ένα βλέμμα μπορεί ν’ αλλάξει τη ρότα μας. Ο παλμός που δημιουργεί ο κόσμος από μόνος του είναι κομμάτι της μουσικής και χωρίς αυτόν τον παλμό δεν μπορεί να υπάρξει η εκρηκτικότητα που μάλλον εννοείς. Είναι απελευθερωτική διαδικασία. Σε βοηθάει να ξεπεράσεις τον εαυτό σου. Αυτό είναι και το νόημα των συναυλιών, να ακουστεί η μουσική μ’ έναν τρόπο μοναδικό, να βγει στην επιφάνεια αυτό που δεν καταγράφεις ποτέ μόνος σου. Είναι συνδημιουργία και αυτό ο κόσμος που συμμετέχει το καταλαβαίνει. Έκσταση…
Μπαίνεις στον φετινό χειμώνα δίνοντας ραντεβού κάθε Τετάρτη στο καφωδείο «Ελληνικό»… Θέλησα να επιστρέψω σ αυτό το μικρό χώρο με δύο κιθάρες για να θυμηθώ πώς είναι αυτό το άλλο αίσθημα. Πάντα υπάρχουν φίλοι που μου υπενθυμίζουν αυτόν τον διαφορετικό τρόπο, που έχει να κάνει πιο πολύ με την ατμόσφαιρα της αφήγησης που υπάρχει στις μπαλάντες. είναι επιστροφή στην πηγή των τραγουδιών. Θυμάμαι κι εγώ από που ξεκίνησαν κάποια τραγούδια. Άλλου είδους ένταση και άλλου είδους συντροφικότητα. Η ατμόσφαιρα των μπουάτ που πρόλαβα ακόμη και στη Βέροια, είναι και μια άσκηση στην οποία μ’ αρέσει να υποβάλω τον εαυτό μου κάθε τόσο. Κι αν βρέχει έξω ακόμη καλύτερα. Η Θεσσαλονίκη που αγαπώ. Θα προσπαθήσουμε με το Θανάση τον Τζίνγκοβιτς να παίξουμε κάπως αλλιώς παλιά και καινούργια αλλά και άγνωστα ακυκλοφόρητο κομμάτια.
Μεγαλώνοντας δημιουργικά πόσο δύσκολο ή εύκολο είναι να αφουγκράζεσαι τον παλμό των πολύ πιτσιρικάδων που έρχονται να σε γνωρίσουν για πρώτη φορά; Είναι τέτοια η ένταση και η παραζάλη καμία φορά στις συναυλίες που δεν προλαβαίνεις να γνωριστείς στ αλήθεια με κανέναν. Βλέπω όμως πάντα την ίδια φλόγα όλα αυτά τα χρόνια, και χαίρομαι που είναι οι στίχοι στο επίκεντρο γιατί τότε καταλαβαίνω πως δεν έρχονται τυχαία ή από μόδα. Όταν τραγουδάμε μαζί τους στίχους τότε αισθάνομαι πως γνωριζόμαστε ήδη και αυτό είναι το πιο πολύτιμο συναίσθημα όλα αυτά τα χρόνια, τότε είναι που λες αξίζει τον κόπο. Αυτά τα παιδία είναι που σε κάνουν να αισθάνεσαι ότι η πόλη ταξιδεύει μέσα στη νύχτα σαν πλοίο.
Η ματιά σου πώς βλέπει τα τελευταία γεγονότα, τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα; Απ’ ότι φαίνεται η καρδιά του παιδιού ήταν πιο δυνατή από τα μαχαιράκια τους. Πανηγυρίζω τη σύλληψη αυτών των αρουραίων, αλλά το τέρας που τους γεννά είναι ακόμη εκεί έξω και έχει πολλά πρόσωπα.
Τι φέρνει ο φετινός χειμώνας; Παραμένεις στον ίδιο βαθμό αισιόδοξος; Ποτέ δεν ήμουν αισιόδοξος, απλώς προσπαθώ να μη χάνω απ’ τα μάτια μου την όμοια της ζωής. Η μουσική μ’ έχει βοηθήσει σ΄ αυτό. Κάνει αυτό το λεπτό σκοινί της ζωής πάνω στο οποίο βαδίζουμε όλοι μας να μοιάζει καμία φορά μ’ ευρύχωρη λεωφόρο.
Καφωδείο Ελληνικό, Ιουστινιανού 3,
Τ: 2310237016
Κάθε Τετάρτη του Οκτώβρη
Ώρα έναρξης: 21:30